ΔΝΤ: η πραγματική περίπτωση του Ζαΐρ, όπως τη διαβάζουμε στην ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΣΤΑΧΤΗΣ του Χόρχε Βόλπι


«Η Τζένιφερ ανοιγοκλείνει τα ντουλάπια της κουζίνας ακούγοντας με μεγάλη ευχαρίστηση το τρίξιμο που κάνουν τα πορτάκια: η δόνηση του ξύλου καταπραΰνει τις αισθήσεις της. Μ’ αυτή τη μαύρη φούστα και την μπλούζα με τη στρογγυλή λαιμόκοψη μοιάζει με φοιτήτρια κολεγίου· δεν είχε χρόνο να μακιγιαριστεί, ή μπορεί και να το απέφυγε σκόπιμα για να κάνει την έκφρασή της πιο δραματική. Τα πλακάκια της κουζίνας γυαλίζουν καθώς πέφτουν πάνω τους οι ακτίνες του ήλιου μέσ’ από τα μεγάλα παράθυρα. Πέρα μακριά, οι ουρανοξύστες σχηματίζουν έναν γκριζωπό λαβύρινθο. Πάει καιρός που η πόλη δεν της φαίνεται πια τόσο διαυγής, τόσο ακίνητη, σκέφτεται η Τζένιφερ (εγώ θέλω να το σκέφτεται), ενώ ανοίγει τη βρύση και πλένει τα χέρια της για πολλοστή φορά. Πάντα λάτρευε την καθαριότητα –στα ράφια είναι στοιβαγμένα βετέξ, ξεσκονόπανα, απορρυπαντικά, σαπούνια, απολυμαντικά, εντομοκτόνα, λευκαντικά, αποσμητικά, δεκάδες ρολά χαρτιού υγείας, χαρτοπετσέτες και διάφορα υγρά για την απομάκρυνση των λεκέδων–, αλλά σήμερα δεν ανέχεται το παραμικρό ίχνος ακαθαρσίας, γι’ αυτό και δεν κουράζεται να τρίβει τα χέρια της κάτω από το νερό και να τα τινάζει.

Τελικά η Τζένιφερ επιτρέπει στον εαυτό της να βυθιστεί σε μια από τις πολυθρόνες του σαλονιού, ένα έπιπλο λιτό, χωρίς πτυχές, πορφυρού χρώματος, που πρέπει να κόστισε στο Γουέλς μια περιουσία, και κοιτάζει το κενό που εκτείνεται μπροστά στα μάτια της. Απ’ αυτό το παρατηρητήριο στον 20ό όροφο της Παρκ Άβενιου, ο κόσμος δεν μοιάζει με πεδίο μάχης, δεν υπάρχουν άρματα στους δρόμους ούτε αποσυντίθενται πτώματα στα πεζοδρόμια, δεν υπάρχουν νάρκες στους υπονόμους ούτε ακούγεται ο πνιχτός ήχος των οβίδων ή οι εκρήξεις του δυναμίτη. Όμως ο πόλεμος υπάρχει, παντού, μόνο που κανείς δεν τον αντιλαμβάνεται.

Για την Τζένιφερ, η ειρήνη δεν είναι παρά ένα προκάλυμμα (όπως ακριβώς κι η παγκόσμια οικονομία συνολικά), ένα ψέμα στο οποίο πιστεύουν μόνο οι απληροφόρητοι και κάποιοι φουκαράδες· αρκεί να σκαλίσει κανείς λίγο αυτή τη μυρμηγκοφωλιά, να μελετήσει ελάχιστα τους μηχανισμούς της και τις μεθόδους της για ν’ αποκαλυφθεί η απανθρωπιά των μαχών της. Η πλειονότητα των ανθρώπων προτιμάει να προσποιείται, να πείθει τον εαυτό της ότι δεν συμβαίνει τίποτα, ότι εδώ, στην καρδιά τής Αμερικής, μπορεί κανείς να είναι σώος κι αβλαβής, μακριά από τις αδέσποτες σφαίρες που σε άλλα μέρη του κόσμου σκοτώνουν παιδιά και γέροντες. Κάνουν λάθος, μάχες γίνονται παντού, ακόμα και σ’ αυτό το πανύψηλο κτίριο, λίγα μόνο βήματα από το Σέντραλ Παρκ. Καθισμένη έτσι, με το ένα πόδι πάνω στ’ άλλο και χωρίς παπούτσια, η Τζένιφερ δεν διαφέρει σε τίποτα απ’ τους αργόσχολους που περιφέρονται εκεί κάτω· η φαινομενική αδιαφορία της την κάνει να μοιάζει με τα μοντέλα που γεμίζουν με τις σάρκες τους τις γιγαντοαφίσες του Μανχάταν. Όπως τόσες γυναίκες της ηλικίας και της θέσης της, θα μπορούσε να συμβιβαστεί και να γίνει άλλο ένα θύμα της μόδας και του χαβαλέ. Μπορεί μάλιστα και να της άρεσε να είναι αδαής, απλοϊκή, όπως αυτές οι γυναίκες: δεν θα ήταν έτσι υποχρεωμένη να φαίνεται γοητευτική, θα της επιτρεπόταν να κάνει μασάζ στα πόδια της ώρες ατέλειωτες, να βλέπει σίριαλ στην τηλεόραση, να κάνει γυμναστική ή γιόγκα –ή να επισκέπτεται έναν ψυχαναλυτή– χωρίς να κινδυνεύει να θεωρηθεί ελαφρόμυαλη. Δεν είναι όμως αυτή η μοίρα της: η Τζένιφερ επέλεξε ν’ ανήκει στο κλειστό κλαμπ των ανθρώπων που διοικούν, των ανθρώπων που δίνουν τις εντολές. Των ανθρώπων που ξέρουν.

Στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, βωμό της οικονομίας τού πλανήτη, η Τζένιφερ έμαθε να θεωρεί τον εαυτό της κάτι σαν στρατιωτικό διοικητή, και παρ’ όλο που οι στρατιώτες της δεν κρατούν στα χέρια τους όπλα, δεν πολιορκούν πόλεις, δεν αντιμετωπίζουν αντάρτες ή τρομοκράτες, οι ειρηνευτικές τους αποστολές δεν διαφέρουν πολύ απ’ αυτές που επιχειρούν τα τανκς και το πεζικό. Οι επιδρομές τους είναι πιο εκλεπτυσμένες αλλά όχι λιγότερο βίαιες (ούτε, όπως λέει η ίδια, λιγότερο αναγκαίες). Ποτέ δεν αμφισβήτησε την αγαθότητα των στόχων της· αν και η δουλειά της είναι δουλειά βρόμικη –αγωνίζεται εναντίον όσων διαταράσσουν την ελευθερία των αγορών–, είναι πεπεισμένη ότι αυτό τον αγώνα κάποιος πρέπει να τον δώσει. Δεν έχει κανενός είδους τύψεις ούτε μετανιώνει για τίποτα.

Η Τζένιφερ πεθαίνει από επιθυμία ν’ ανάψει ένα τσιγάρο (πάνε είκοσι χρόνια που το ’χει κόψει), αλλ’ αντιστέκεται στον πειρασμό κι αρκείται ν’ ανοίξει άλλο ένα μπουκάλι μεταλλικό νερό, πίνει μια γουλιά και το βάζει στο τραπέζι δίπλα στο κινητό της τηλέφωνο, το φετίχ της. Έχει να χτυπήσει πάνω από μισή ώρα. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρει τι να κάνει και πώς να συμπεριφερθεί. Για την ακρίβεια, δεν ξέρει πώς ν’ ανακοινώσει τα νέα στον Τζέικομπ. Να του εξηγήσει άραγε ότι επρόκειτο για δυστύχημα και να χρησιμοποιήσει τη λέξη τραγωδία; Ή μήπως θα ήταν καλύτερα να παραλείψει τις πολλές λεπτομέρειες και να του μιλήσει για τον ουρανό και τους αγγέλους; Ήταν δυνατό να του πει την αλήθεια, ότι η Άλισον ήταν ηλίθια, ότι εδώ και χρόνια ρισκάριζε απερίσκεπτα, ότι πάντα ήταν ανεύθυνη και κυνική; Πώς να πει σ’ ένα δεκάχρονο παιδί πως η μητέρα του δεν πρόκειται να ξαναγυρίσει, και, το χειρότερο απ’ όλα, πώς να του εξηγήσει ότι δεν θα μπορούσε να του συμβεί τίποτα καλύτερο; Η Τζένιφερ θα χρειαστεί όλη τη διπλωματική της ικανότητα για να τον πείσει. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που θεωρείται η πιο σπουδαία διαπραγματεύτρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Ο Τζέικομπ είναι ευφυής κι αρχίζει ήδη να δείχνει τον παράτολμο χαρακτήρα των Μουρ».

[…]

«Τις τελευταίες εβδομάδες στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Τζένιφερ είχε κλειστεί στη βιβλιοθήκη του Χάρβαρντ για να μελετήσει ή μάλλον να κάνει ανατομία του αποκρουστικού πτώματος της ζαϊρινής οικονομίας, όπως και του κυριότερου διαχειριστή της, ιδιοκτήτη και μοναδικού μέτοχου, του εξίσου εμετικού στρατηγού Μομπούτου, με το αποκρουστικό χαμόγελο. Αυτός ο απαίσιος άνθρωπος, που σ’ όλες τις φωτογραφίες εμφανίζεται μ’ ένα σκούφο από δέρμα λεοπάρδαλης (το αποκορύφωμα του κιτς), ήταν υπεύθυνος το 1961 για τη σύλληψη και την εκτέλεση του Πατρίς Λουμούμπα, του αγωνιστή της ανεξαρτησίας, και τέσσερα χρόνια αργότερα ανέβηκε στο θρόνο σαν γενικό αφεντικό του έθνους. Επιτηδευμένος κι επιδειξιομανής, αποφάσισε μια μέρα ν’ αλλάξει το όνομα της χώρας και προσπάθησε να εξαφρικανίσει όλα τα κύρια ονόματα. Ο ίδιος άλλαξε τ’ όνομά του σε Μομπούτου Σέσε Σέκο Νκούκου Ουά Ζα Μπάνγκα, το οποίο σημαίνει κάτι σαν: Παντοδύναμος πολεμιστής που η επιμονή και η αδάμαστη θέλησή του θα τον οδηγήσουν από κατάκτηση σε κατάκτηση σπέρνοντας τη φωτιά στο διάβα του. Ούτε λίγο ούτε πολύ.

Χάρη στη στήριξη της CIA, που τότε προσπαθούσε να καταπολεμήσει την κομμουνιστική πανούκλα στην Αφρική, ο Μομπούτου μεταμόρφωσε το πάλαι ποτέ πλούσιο φέουδο του βασιλιά Λεοπόλδου του Βελγίου –το Κονγκό δεν ήταν μόνο ένα από τα μεγαλύτερα έθνη του πλανήτη, αλλά κι ένα από τα πιο πλούσια σε φυσικούς πόρους– σε προσωπικό του κτήμα. Με παρότρυνση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου εισήγαγε ένα καινούργιο νόμισμα, το ζαΐρε, το οποίο αντικατέστησε το κονγκολέζικο φράγκο, κι υποσχέθηκε να φροντίσει για το ισοζύγιο πληρωμών, όμως αυτές οι μανούβρες δύσκολα μπορούσαν να κρύψουν τον πραγματικό του στόχο: να πλουτίσει πέρα από κάθε μέτρο. Στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα, το κατά κεφαλήν εισόδημα της χώρας ήταν γύρω στα 200 δολάρια, ένα απ’ τα χαμηλότερα στον κόσμο, και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ζούσε σε απόλυτη εξαθλίωση.

Το λάδωμα έγινε νόμος: έπρεπε να πληρώσεις για οποιαδήποτε υπηρεσία ή δουλειά, και το πλιάτσικο υπό τις ευλογίες τής συμμορίας Μομπούτου εξαπλώθηκε σαν επιδημία. Η διαφθορά δεν ήταν απλώς ολοφάνερη, αλλά κι ο ίδιος ο Μομπούτου, με το αποκρουστικό χαμόγελο, είχε δημιουργήσει ένα εγκληματικό δίκτυο που του επέτρεπε να επωφελείται προσωπικά από οποιαδήποτε ροή χρήματος στη ζώνη επιρροής του. Ένα παράδειγμα: Η Ζαϊρινή Εταιρεία Εμπορίας Ορυκτών εξαρτιόταν από τον πρόεδρο, χωρίς το διοικητικό της συμβούλιο ή οι διευθυντές της να έχουν την παραμικρή ιδέα για τις συναλλαγές στις οποίες επιδιδόταν. Το ίδιο συνέβαινε και με την Κεντρική Τράπεζα· μέχρι την άφιξη της αποστολής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, δεν ήταν τίποτ’ άλλο απ’ τον κουμπαρά του προέδρου, ο οποίος διέθετε όπως του κάπνιζε τ’ αποθεματικά της. Μ’ αυτά τα χρήματα έβαλε να του κατασκευάσουν ένα αντίγραφο των Βερσαλλιών στο Γκμπαντολίτε, το χωριό όπου είχε γεννηθεί, αγόρασε δεκάδες λεοπαρδάλεις και τσίτες για να διακοσμήσει τους κήπους του κι επέμεινε να οργανώσει το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Μποξ το 1974 (η Τζένιφερ θυμόταν το πικρόχολο χρονογράφημα του Νόρμαν Μέιλερ για τον αγώνα μεταξύ Μοχάμεντ Άλι και Τζορτζ Φόρμαν). Σύμφωνα με τις μυστικές υπηρεσίες, η προσωπική του περιουσία, τοποθετημένη σε δεκάδες λογαριασμούς στο εξωτερικό, ανερχόταν σε πάνω από τέσσερα δισεκατομμύρια δολάρια.

Αυτού του είδους η σπατάλη προκάλεσε μοιραία τη χρεοκοπία της χώρας και το 1975 το Ζαΐρ βρέθηκε σε αδυναμία να πληρώσει το εξωτερικό του χρέος. Μετά από νέες πιέσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ο Μομπούτου αναγκάστηκε να υποτιμήσει το ζαΐρε κατά 46%. Ένα χρόνο αργότερα, το Κλαμπ του Παρισιού αποδέχτηκε την επαναδιαπραγμάτευση του χρέους του και οι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί τον υποχρέωσαν να εισαγάγει δραστικές μεταρρυθμίσεις. Έχοντας απόλυτη συναίσθηση της δύναμής του –οι Ηνωμένες Πολιτείες τον υποστήριζαν ανεπιφύλακτα–, ο Μομπούτου έλεγε σε όλα ναι, χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα. Ή μάλλον έκανε κάτι στη θεωρία μόνο, αλλά στην πράξη συνέχιζε να μοιράζει τον πλούτο της χώρας στους δικούς του γραφειοκράτες. Στις αρχές του 1978 το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα βαρέθηκαν ν’ ακούνε τις διάφορες υπεκφυγές του και του απηύθυναν τελεσίγραφο: ή θα ξεκινούσε ένα ταχύτατο κύμα ιδιωτικοποιήσεων, θα υποτιμούσε το ζαΐρε και θα συμφωνούσε να ελέγξει τα έξοδά του, ή οι συνέπειες θα ήταν άμεσες.

Ξέροντας το παρελθόν του, η Τζένιφερ είχε ήδη προβλέψει την αντίδραση του Μομπούτου· ο γλοιώδης αυτός ηγέτης ξαναείπε ναι, δέχτηκε την παρουσία εκτιμητών κι επιθεωρητών από το εξωτερικό και συμβιβάστηκε να ιδιωτικοποιήσει αρκετές στρατηγικές επιχειρήσεις, οι οποίες έτσι έπαψαν ν’ ανήκουν στο κράτος (δηλαδή στον ίδιο) και πέρασαν στα χέρια ιδιωτών (δηλαδή συγγενών και φίλων του). Ήταν η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει. Οι Ηνωμένες Πολιτείες απείλησαν με στρατιωτική επέμβαση αν ο Μομπούτου αθετούσε και πάλι το λόγο του. Για να σιγουρέψουν την επιτυχία των μέτρων, η Κεντρική Τράπεζα θα έπαυε να βρίσκεται υπό τον έλεγχο του προέδρου και θα περνούσε άμεσα στη δικαιοδοσία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας. Γι’ αυτό το λόγο, στις 17 Αυγούστου 1978 ο Έρβιν Μπλούμενταλ ονομάστηκε ντε φάκτο πρόεδρος της Τράπεζας του Ζαΐρ και η Τζένιφερ υποδιευθύντριά του.

Όταν γύρισε στο γραφείο της μετά τη γρήγορη συνάντηση με τον προϊστάμενό της, η Τζένιφερ Γουέλς συγκέντρωσε την ομάδα της, την οποία αποτελούσαν περίπου δέκα άτομα, συμπεριλαμβανομένης της ανίκανης γραμματέως της. Ήταν δέκα το βράδυ…»

Advertisements
Gallery | This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s