H Ελισαβετ Kοτζια για τον «Νοματαίο» στην Καθημερινή


ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΣ

Πριν από τριάντα πέντε χρόνια

Tης Ελισαβετ Kοτζια / ekotzia@yahoo. gr στην Καθημερινή

ΝοματαίοςΛέγεται (καταχρηστικώς) πως κάθε άνθρωπος μπορεί να γράψει ένα καλό ποίημα. Τον τίτλο ωστόσο του ποιητή τον αποκτάς μόνον όταν έχεις στο ενεργητικό σου περισσότερες από μια καλές ποιητικές συλλογές. Το ίδιο κατ’ επέκτασιν ισχύει και για τα αυτοβιογραφικά έργα. Πρωτογενές βιωματικό υλικό έχουμε όλοι συσσωρευμένο μέσα μας. Με κάποια φαντασία και στοιχειώδη τεχνική θα μπορούσαμε να γράψουμε ένα ενδιαφέρον βιβλίο. Δεν αρκεί όμως αυτό για να διεκδικήσουμε τον τίτλο του πεζογράφου. Ο «Νοματαίος» (Ωκεανίδα, σελ. 319), πρώτο βιβλίο του σαρανταεπτάχρονου δικηγόρου Βασίλη Κουνέλη, αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση. Η ιστορία εκτυλίσσεται στα τέλη της δεκαετίας του ’70 σε κάποια γειτονιά στο Χαλάνδρι. Τα πρόσωπα είναι, όπως σημειώνεται προλογικά, φανταστικά και κάθε ομοιότητα με υπαρκτούς ανθρώπους συμπτωματική. Ενδεχομένως. Ομως τα πάντα, περιπέτειες, χαρακτήρες, κλίμα εποχής, στάσεις, κουβέντες, διαθέσεις παραπέμπουν, θυμίζουν εκπληκτικά τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Είναι η εποχή που, βγαίνοντας απ’ την επτάχρονη χούντα και από το εικοσιπεντάχρονο μετεμφυλιακό άγος, η Ελλάδα αναζητά τη νέα της ταυτότητα. Η ατμόσφαιρα, οι άνθρωποι, οι δρόμοι, τα μαγαζιά, είναι απολύτως αναγνωρίσιμα από όσους ζήσαμε εκείνα τα χρόνια. Δεν μπορεί επομένως παρά να υπάρχει αφθονότατη αυτοβιογραφική πρώτη ύλη. Αλλά υπάρχει και κάτι επιπλέον. Οτι ο συγγραφέας έχει επίγνωση του τι σημαίνει, πώς γράφεται και πώς λειτουργεί η τέχνη. Οτι κατανοεί τις συμβάσεις της, ότι διερευνά τους τρόπους της και ότι είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει τις δυνατότητές της. Εχουμε έτσι μπροστά μας κάτι περισσότερο από έναν προικισμένο παραμυθά που θυμάται τ’ αξέχαστα εφηβικά του χρόνια. Εχουμε μπροστά μας έναν υποψιασμένο γραφιά, έναν καλό γνώστη των μυστικών της συγγραφικής τεχνικής. Αν τώρα έχουμε μπροστά μας και έναν καινούργιο πεζογράφο, καθόλου δεν αποκλείεται. Είναι κάτι που θα αποκαλυφθεί στο μέλλον.

 

Ο δεκατετράχρονος Θοδωρής μεγαλώνει μέσα στο συντηρητικό μικροαστικό περιβάλλον της μεταδικτατορικής Ελλάδας – της χώρας με τις χίλιες ανασφάλειες, με τα ασαφή αντιφατικά οράματα και τις πασίγνωστες ρητορικές φανφάρες. Ανθρωποι ταλαιπωρημένοι από τις πολύχρονες πολεμικές περιπέτειες και από τον παρατεταμένο νοσηρό πολιτικό βίο. Κόσμος που ονειρεύεται, που διψά, που ζητά κάτι καλύτερο, και που πάνω στον πόθο αυτό θα καρποφορήσει ο καταστροφικός λαϊκισμός που θα κυριαρχήσει τα επόμενα χρόνια. Μυθιστορηματικοί ήρωες στον «Νοματαίο» είναι μια οικογένεια που ζει σε μια αθηναϊκή γειτονιά με τα μάτια ακόμα στραμμένα στο μικρό της χωριό. Και ένα κομπολόι από πλούσιους και φτωχούς συγγενείς με κάποιες δημόσιες και ιδιωτικές αρετές και πολύ περισσότερα βίτσια. Ενα περιβάλλον, με άλλα λόγια, ασφυκτικό για τον ανήσυχο έφηβο που δοκιμάζει να σταθεί στα πόδια του διεκδικώντας τρυφερότητα, κατανόηση, λογική, ειλικρίνεια και ανεξαρτησία. Πώς να χωνέψει ο νεαρός πως ο αγαπημένος του θείος είναι το ίδιο πρόσωπο με τον πρώην αντάρτη που, όταν άνοιξε το στόμα του και άρχισε να καταδίδει τους συντρόφους του, μέχρι και ο στρατοδίκης σιχάθηκε; «Φτάνει πια, χάσου από μπροστά μου, παλιοκερατά να μη σε βλέπω…». Ενας λόγος παραπάνω λοιπόν για επανάσταση. Για να στραφεί πού; Στους μεγάλους φορείς των συλλογικών ριζοσπαστικών υποσχέσεων, στα θορυβώδη πολιτικά κόμματα της Αριστεράς και στις πολλά υποσχόμενες νεολαιίστικές οργανώσεις. Αυτή ήταν η Ελλάδα της δεκαετίας του ’70.

 

Γλώσσα ευρηματική και λειτουργική, και συχνή προσφυγή στην απέριττη έκφραση της λαϊκής αφήγησης. Ετσι ο Κουνέλης αναδεικνύει την Ελλάδα του κοινοτικού πολιτισμού που τα χρόνια εκείνα αρχίζει να εξαφανίζεται. Διότι μέσα από την ιστορία του ανυπότακτου Θοδωρή, κάθε ενότητα του έργου θέτει μερικά απ’ τα κεντρικά ζητήματα της μεταδικτατορικής Ελλάδας. Την ερήμωση των χωριών και την εξαφάνιση των απλών, λαϊκών ανθρώπων, που όπως η γιαγιά του αφηγητή παραπέμπουν στις αξέχαστες παπαδιαμαντικές μορφές ή στον Παντελή Πρεβελάκη. Την εξαφάνιση του μικρού, ταπεινού, αλλά αυθεντικού, όπως υπήρξε η φτωχή συνοικιακή ταβέρνα με τους σκονισμένους κεφτέδες και τους ξεφτισμένους σοβάδες. Την ελληνική σχολική εμπειρία. Ποιος δεν ένιωσε στο δημοτικό τους άθλους του Ηρακλή εθνική μας υπόθεση και ποιος δεν απελπίστηκε απ’ τη στείρα ξύλινη γλώσσα της εγκύκλιας γυμνασιακής παιδείας; Τη γλυκόξινη έξαψη του εφηβικού έρωτα στα ενθουσιώδη φεστιβάλ της αριστερής νεολαίας. Μια υφέρπουσα, τέλος, βιαιότητα σε πολλές απ’ τις εκφάνσεις του καθημερινού ιδιωτικού και δημόσιου βίου. Οχι, ο Κουνέλης δεν εξιδανικεύει ούτε ζητά επιστροφή στο παρελθόν. Μας θυμίζει, όμως, πώς ξεκινήσαμε πριν από τριάντα πέντε χρόνια.

 

 

Advertisements
Gallery | This entry was posted in Άποψη and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s