ΤΖΟΝΑΘΑΝ ΦΡΑΝΖΕΝ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Του Δημήτρη Παπακώστα


ΕλευθερίαΟ επιμελητής της μετάφρασης της Ελευθερίας, Δημήτρης Παπακώστας, μας έδωσε το παρακάτω έξοχο κείμενο:

Τον Τζόναθαν Φράνζεν πρωτοπαρουσίασαν στην Ελλάδα οι εκδόσεις «Ωκεανίδα» με το τρίτο βιβλίο του, τις ήδη πολυβραβευμένες στην Αμερική Διορθώσεις (Βιβλίο της Χρονιάς το 2001 και, βέβαια, το μεγαλύτερο λογοτεχνικό βραβείο, το National Book Award). Πέρα από τα βραβεία, που λειτουργούν ως καλές συστάσεις, χωρίς όμως να εγγυώνται την ανταπόκριση του αναγνωστικού κοινού και την εκδοτική επιτυχία, είχαμε εξαρχής την πεποίθηση πως αυτός ο συγγραφέας θ’ αγγίξει τους αναγνώστες. Κι έτσι έγινε.

Ο Φράνζεν, ιδίως μετά τα δύο τελευταία βιβλία του, είναι πια παγκοσμίως γνωστός κι έχει φανατικούς αναγνώστες – τώρα και στην Ελλάδα. Η επιτυχία κι η εξαιρετική μεταχείριση και η προβολή του από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης οφείλονται αποκλειστικά στην αξία του έργου του. Γιατί ο Φράνζεν, παρότι ολιγογράφος, ή ίσως ακριβώς γι’ αυτό –4 μυθιστορήματα σε 22 χρόνια: The Twenty-Seventh City (1988), Strong Motion (1992), Οι διορθώσεις (2001) και Ελευθερία (2010)–, δεν είναι πυροτέχνημα. Οι επαναλαμβανόμενες επιτυχίες του δεν είναι τυχαίες. Μιλάει μονάχα όταν έχει ολοκληρώσει, μετά από χρόνια και εκείνος μόνο ξέρει με πόσο κόπο, αυτό που έχει να πει. Κι απ’ αυτή τη μακρόχρονη κυοφορία δεν βγαίνουν στρυφνά ή φλύαρα βιβλία, αλλά έργα που το πρώτο που τους αναγνωρίζεις είναι η αρτιότητα: ο Φράνζεν προσφέρει πάντα τη χαρά της ανάγνωσης.

Η γλώσσα του είναι μάλλον απλή. Έχει το χάρισμα της επικοινωνίας επειδή είναι σπουδαίος συγγραφέας, κι είναι σπουδαίος συγγραφέας επειδή διαθέτει αυτό το χάρισμα.

Δεν κουράζει τους αναγνώστες του με πράγματα που μπορεί ν’ απασχολούν ολίγους. Επίσης, δεν ναρκισσεύεται ποτέ: «Είπα κάτι πολύ έξυπνο, λόγιο και περίτεχνο, κι επισκίασα τους ομοτέχνους». Ενστικτωδώς οι αναγνώστες αισθάνονται σ’ αυτές τις περιπτώσεις ότι ο συγγραφέας θέλει να θαμπώσει και τους ίδιους, όχι να τους μιλήσει απλά. Το αποτέλεσμα είναι κρύα γραπτά, που κόβουν τις γέφυρες. Ο αυτοθαυμαζόμενος δεν το αντιλαμβάνεται αυτό. Μιλάει για ν’ ακούει τη φωνή του, όχι για να τον ακούσουν οι άλλοι. Ο Φράνζεν έχει ανοσία σ’ αυτές τις παιδικές και παιδαριώδεις ασθένειες της συγγραφής.

Θέλει μόνο να σκιαγραφήσει καλά τους ήρωές του, όπως τους έχει συλλάβει, και τους βάζει να ενεργούν, να μιλάνε, να εκτίθενται, ν’ αυτοσαρκάζονται, να εκδηλώνουν αβεβαιότητες, να κάνουν μεγάλα λάθη, συνεχώς, όπως όλοι μας. Οι ήρωές του είναι μαθητευόμενοι μάγοι στην τέχνη της ζωής, όπως όταν αποκτάς παιδί ή χτίζεις σπίτι, και δεν σε φτάνουν όλες οι προειδοποιήσεις κι οι εμπειρίες των άλλων για να το κάνεις σωστά. Πρέπει να μάθεις μόνος σου μέσ’ από τη δοκιμασία.

Αυτό κάνει τον Φράνζεν μεγάλο κι αγαπητό συγγραφέα. Οι ήρωές του, απίστευτα οικείοι και προσιτοί, προσπαθούν κάθε στιγμή να μάθουν να ζουν, χωρίς πρόβα, χωρίς δίχτυ ασφαλείας, χωρίς αλεξίπτωτο, μέσα στους πειρασμούς και τις υποχρεώσεις της ελευθερίας τους.

Ο Φράνζεν δεν μεταχειρίζεται ιδιαίτερες, χαρακτηριστικές τεχνικές. Είναι μάλλον κλασικός στο γράψιμό του, με κάποια ευρήματα εδώ κι εκεί, όπως στην Ελευθερία, όπου ο αναγνώστης αλλά κι ο άντρας τής κεντρικής ηρωίδας, της Πάτι, μαθαίνουν πολύ αποκαλυπτικά πράγματα για τη ζωή της από ένα εκτενές αυτοβιογραφικό της κείμενο (το ένα τρίτο του βιβλίου), σαν εμβόλιμο κεφάλαιο στο μυθιστόρημα, «γραμμένο καθ’ υπόδειξη του ψυχοθεραπευτή της». Όμως κι αυτό το κείμενο είναι γραμμένο σε τρίτο πρόσωπο, σαν να συνεχίζει να μιλάει ο συγγραφέας-αφηγητής, και το αποτέλεσμα είναι απολαυστικό. Η Πάτι, με την απόσταση του χρόνου, στέκεται για πρώτη φορά απέναντι στη ζωή της, την κοιτάζει κατάπληκτη και γράφει: «Η αυτοβιογράφος πιστεύει σήμερα πως η Πάτι θα έπρεπε τότε…». Ο Φράνζεν εκδηλώνει εδώ το γλυκόπικρο χιούμορ του δημιουργώντας κάτι σαν ψυχαναλυτικό ανέκδοτο. Η Πάτι δεν λέει «Έκανα λάθη», αλλά «Έγιναν λάθη», σαν να ελπίζει ότι έτσι περιορίζονται οι επιπτώσεις. Ένα παιχνίδι, γραφικό, σχεδόν παιδικό, με το οποίο όμως ούτε περιορίζονται οι επιπτώσεις ούτε απαλείφονται οι ευθύνες της, οι οποίες ομολογούνται με σπαραχτική ειλικρίνεια, πολλές φορές με τραγελαφικό τρόπο, και συνδέουν και κινούν όλη την ιστορία.

Υπάρχουν μεγάλες ομοιότητες ανάμεσα στις Διορθώσεις και την Ελευθερία, καθώς ο Φράνζεν έχει δεδηλωμένο αγαπημένο θέμα: τον ενδιαφέρει βαθιά η οικογένεια, οι σχέσεις των μελών της, το σπίτι, που είναι η μεγαλύτερη πηγή ασφάλειας και στοργής, και ταυτόχρονα το θέατρο των πιο ανελέητων συγκρούσεων. Στην Ελευθερία όμως, πιο «κοινωνικοπολιτικό» θέμα, ο συγγραφέας βρίσκει αφορμή να μιλήσει εκτενέστερα για τον ταχύτατα μεταβαλλόμενο κόσμο που μας προκαλεί όλο και μεγαλύτερη σύγχυση, για τις περιβαλλοντικές ανησυχίες των ηρώων του (και δικές του), για τα παιχνίδια εξουσίας στα οποία τολμούν να ξανοιχτούν, για τις βαριές ευθύνες της και το τίμημα, για τον απόλυτο αμοραλισμό που προϋποθέτει η θεοποίηση του κέρδους, και καταγγέλλει τους μπίζνεσμαν μάλλον παρά πολιτικούς ηγέτες της Αμερικής, όπως τους ξέρουμε κι εμείς από τις πολυμέτωπες «επιχειρήσεις» τους ανά τον κόσμο, που είναι πόλεμοι και μπίζνες μαζί.

Επίσης, η Ελευθερία είναι λίγο πιο «αμερικάνικο» μυθιστόρημα από τις Διορθώσεις, και λίγο πιο «φλύαρο», εσκεμμένα όμως και καθόλου πληκτικά, γιατί, όπως λέει ο Καμύ, «τα μικρά, ασήμαντα πράγματα μας συνδέουν με τη βαθύτερη ουσία της ζωής», και μέσ’ απ’ το καθημερινό τίποτα ο Φράνζεν συνθέτει αριστοτεχνικά φυσικότατες εικόνες κι ολοζώντανους, όχι χάρτινους ήρωες. Και πολλές φορές, με το χιούμορ, το σαρκασμό και τη διακωμώδηση της τραγωδίας της ζωής, θυμίζει τον Γούντι Άλεν.

Η εξοικείωση των Ελλήνων αναγνωστών με το αμερικάνικο μυθιστόρημα είναι δεδομένη και πολύ παλιά. Έτσι γνωρίσαμε τους θρύλους της αμερικάνικης λογοτεχνίας από τις αρχές του 20ού αιώνα ώς σήμερα. Βοήθησε πάρα πολύ και ο κινηματογράφος, απ’ όπου μάθαμε την τοπογραφία, την ύπαιθρο και τις πόλεις, τα σπίτια, τα πρόσωπα, τους ρυθμούς και την ατμόσφαιρα της αμερικάνικης ζωής.

Πάντως ο Φράνζεν, όπως όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς, καταπιάνεται με πανανθρώπινα θέματα κι έτσι επικοινωνεί με τους Έλληνες αναγνώστες τόσο καλά όσο και μ’ οποιουσδήποτε άλλους, και θα επικοινωνούσε το ίδιο καλά ακόμα κι αν ήταν Λατινοαμερικάνος ή Ασιάτης.

Το οπισθόφυλλο που έγραψα μ’ ενθουσιασμό για τις Διορθώσεις, τις οποίες επιμελήθηκα επίσης, δεν είναι από τα συνηθισμένα «δημαγωγικά» οπισθόφυλλα που γράφονται για να δελεάσουν τον υποψήφιο αναγνώστη, αλλά πέρα για πέρα αληθινό, κι εν πολλοίς ισχύει και για την Ελευθερία :

Στις Διορθώσεις ο Τζόναθαν Φράνζεν περιγράφει μια σημερινή αμερικάνικη οικογένεια τόσο εύστοχα, με τόσο γλυκόπικρο χιούμορ και τόση κατανόηση, που νιώθεις ότι δεν μιλάει για ξένο κόσμο, χαμένο μες στην καθημερινότητά του σε μακρινά μέρη.

Στους ήρωές του αναγνωρίζεις τους δικούς σου ανθρώπους, γονείς, αδέρφια και παιδιά, να πατάνε στα ίδια χνάρια, να τους απασχολούν τα ίδια προβλήματα, ν’ αναζητούν με την ίδια λαχτάρα την ευτυχία, να κάνουν τα ίδια λάθη.

Ο έρωτας, τα καθημερινά άγχη, το χρηματιστήριο, η οικογενειακή ζωή, η ανατροφή των παιδιών, η σκοτεινιά των γηρατειών, τα όνειρα του καθενός, οι μικρές και μεγάλες διορθώσεις που γίνονται στη ζωή συνθέτουν το δικό μας πορτρέτο, φιλοτεχνημένο από το συγγραφέα με σπαραχτική ανθρωπιά και ελπίδα.

About these ads
Gallery | This entry was posted in Άποψη and tagged , , . Bookmark the permalink.

Υποβολή απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s