Τέσσερις διαφορετικοί τρόποι να σκοτώνεις


Γράφει ο Πέτρος Μάρκαρης στο Βιβλιοδρόμιο, Εφημερίδα Τα Νέα, 24/4/10
 

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΕΧΕΙ ΠΕΡΑΣΕΙ ΣΤΗ ΦΑΣΗ ΤΗΣ ΩΡΙΜΑΣΗΣ ΤΟΥ. ΤΕΣΣΕΡΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΥΠΟΓΡΑΦΟΥΝ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΜΕΓΑΛΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΑΙ ΞΕΧΩΡΙΖΟΥΝ ΜΕ ΤΗ ΔΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΚΙΛΙΑ ΤΟΥΣ

Μια από τις μόνιμες κατηγορίες που δέχεται το αστυνομικό μυθιστόρημα από τους πολέμιούς του είναι η στερεότυπη κατασκευή του: κάποιος δολοφονείται και συνήθως ένας αστυνομικός ή ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ ψάχνουν τον δολοφόνο. Αυτοί που υποβαθμίζουν το αστυνομικό μυθιστόρημα υποστηρίζουν ότι το στερεότυπο αυτό, παρά τις επιμέρους παραλλαγές και παρεκκλίσεις που επιχειρούν κατά καιρούς οι συγγραφείς, δεν μπορεί να καταργηθεί, γιατί χωρίς αυτό απλούστατα δεν υπάρχει αστυνομικό μυθιστόρημα.

Tο στερεότυπο αυτό, που καθιερώθηκε ως μοντέλο του αγγλοσαξονικού αστυνομικού μυθιστορήματος, άρχισε τις τελευταίες δεκαετίες να υποχωρεί. Νεώτεροι συγγραφείς, κυρίως από την ηπειρωτική Ευρώπη, όπως ο Μανουέλ Βάσκεθ Μονταλμπάν, ο Αντρέα Καμιλέρι, ακόμα όμως και ο Χένινγκ Μάνκελ ή ο Ιαν Ράνκιν, δεν ενδιαφέρονται τόσο πολύ για το παιχνίδι με το ποντίκι και τη γάτα αλλά για τις πολιτικές και τις κοινωνικές συνθήκες γύρω από το έγκλημα. Η ανακάλυψη του δολοφόνου στους συγγραφείς αυτούς λειτουργεί κυρίως ως σύμβαση και περνάει σε δεύτερη μοίρα. Το ίδιο ισχύει και για τα τέσσερα μυθιστορήματα ελλήνων συγγραφέων που ακολουθούν.

Καινούργια θέματα

Ειδικά στην Ελλάδα υποστηρίχθηκε πολλές φορές ότι το αστυνομικό μυθιστόρημα υποτιμήθηκε για πολλά χρόνια σαν παραφιλολογία. Αυτό είναι μόνο εν μέρει σωστό. Γιατί, αν κοιτάξει κανείς πιο προσεκτικά, θα διαπιστώσει ότι βρισκόμαστε ήδη στην τρίτη γενιά συγγραφέων αστυνομικού μυθιστορήματος. Η πρώτη ήταν η γενιά του Γιάννη Μαρή, έστω και αν είχε μόνον έναν εκπρόσωπο. Στη δεύτερη γενιά ανήκουν συγγραφείς όπως ο Πέτρος Μαρτινίδης και ο Φίλιππος Φιλίππου. Το άρθρο αυτό ασχολείται ήδη με την τρίτη γενιά ελλήνων συγγραφέων, οι οποίοι παρουσιάζουν και τη μεγαλύτερη ποικιλία θεμάτων και γραφής. Αν ο Παναγιώτης Αγαπητός καλλιεργεί με μοναδική συνέπεια το ιστορικό αστυνομικό μυθιστόρημα, ο Κύπριος Κυριάκος Μαργαρίτης και ο Λάκης Δόλγερας συνεχίζουν την παράδοση του αστυνομικού με θέμα την πολιτική και την κοινωνία, των προηγούμενων γενεών, με τη διαφορά ότι ο Δόλγερας χρησιμοποιεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα το είδος του αστυνομικού-ντοκουμέντου. Η Μιμή Φιλιππίδη-Θεοχάρη πάλι βάζει στο μικροσκόπιο μια πολύ μικρή κοινωνία της ελληνικής υπαίθρου. Η ποικιλία αυτή δεν εμπλουτίζει μόνο το ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα, αλλά κάνει κάτι παραπάνω: το βοηθάει να μετακομίσει από τα κομοδίνα στις βιβλιοθήκες.

Το « Ηρεμα νερά » είναι το δεύτερο μυθιστόρημα της Μιμής Φιλιππίδη-Θεοχάρη, μετά το « Θαμμένοι στον Γρανίτη ». Ο Γρανίτης εδώ δεν νοείται ως πέτρωμα αλλά ως ένα μικρό χωριό έξω από τη Δράμα, 12 χιλιόμετρα από το Νευροκόπι.

Στον Γρανίτη εκτυλίσσονται και τα δύο μυθιστορήματα της Μιμής Φιλιππίδη-Θεοχάρη. Σε μια εποχή κατά την οποία οι μεγαλουπόλεις δεν είναι απλώς ο τόπος δράσης των περισσότερων αστυνομικών μυθιστορημάτων, αλλά πρωταγωνιστούν σε αυτά, η συγγραφέας αποδεικνύει ότι είναι δυνατό να γράψεις συναρπαστικά μυθιστορήματα που διαδραματίζονται στη μικρή κοινωνία ενός απόμερου χωριού κοντά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα.

Σε αυτό το μικροσκοπικό πλαίσιο κατορθώνει να χωρέσει όχι έναν ήρωα αλλά τρεις. Ο πρώτος είναι ο αστυνόμος Ανέστης Μισιρλής από τη Δράμα. Ο Μισιρλής μοιάζει με τον ήρωα του Αγαπητού από την άποψη ότι και αυτός είναι αντιήρωας. Ένας αστυνόμος του οποίου οι γνώσεις φτάνουν για να χειριστεί μόνο τις τρέχουσες, απλές υποθέσεις του τμήματός του. Δεν καταλαβαίνει από δολοφονίες, έχει προβλήματα με τις ιατροδικαστικές εκθέσεις, και από τη δουλειά της σήμανσης, δεν ξέρει πού και πώς να ψάξει. Και σαν να μην του έφταναν όλα αυτά, έχει και μια μητέρα που πάσχει από αλτσχάιμερ και πρέπει να τη φροντίζει.

Δεν θα τα έβγαζε πέρα αν δεν υπήρχαν οι άλλοι δύο ήρωες, ένα ζευγάρι, που περνάει την άδειά του στον Γρανίτη. Ο άνδρας, ο Στίβεν, είναι Αμερικανός και ειδικός στην εγκληματική ανθρωπολογία. Η γυναίκα του, η Μαίρη, είναι Ελληνίδα και σκηνοθέτις ντοκιμαντέρ. Αυτοί οι δύο, και κυρίως ο Στίβεν, βοηθούν τον Μισιρλή να βρει την άκρη του νήματος. Όλοι και όλα χωράνε σε αυτό τον μικρό χώρο. Οι νέοι που προσπαθούν να βρουν τρόπο να διασκεδάσουν την πλήξη τους, οι επαρχιακοί δημοσιογράφοι και οι κάτοικοι, που έχουν ζήσει χρόνια εδώ και όλοι κάτι έχουν να κρύψουν. Άλλωστε και στα δύο μυθιστορήματα αφετηρία είναι ένα πτώμα που ξεθάβεται τυχαία και το οποίο έχει σχέση με το παρελθόν.

Advertisements
This entry was posted in Άποψη and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s