Ο Λάκης Φουρουκλάς ανακρίνει τον Όμηρο Αβραμίδη


Μια συνέντευξη για το lexima.gr, πάντα επίκαιρη.

Τώρα, τι να γράψω για τον Όμηρο Αβραμίδη; Τον γνώρισα πριν λίγα χρόνια, σε μια πολύβουη καφετέρια στο κέντρο της Λευκωσίας, στα πλαίσια μιας συνέντευξης. Ένας άνθρωπος απλός, φιλικός, με χιούμορ. Τότε μιλήσαμε για ένα από τα πιο επιτυχημένα του βιβλία, «Με τα μάτια της ψυχής», αλλά και για τη λογοτεχνία γενικότερα. Μου άρεσαν οι απλοί του τρόποι, η αμεσότητα του λόγου του, το ότι δεν έμοιαζε να ανήκει στη συνηθισμένη των ελλήνων συγγραφέων σχολή. Συναντηθήκαμε κι άλλες φορές, όλες στην Αθήνα, και μιλήσαμε για πολλά πράγματα: για την πολιτική, για το βιβλίο, για τον άνθρωπο. Η ιδέα που σχημάτισα γι’ αυτόν μετά την πρώτη μας συνάντηση δεν άλλαξε. Ο Όμηρος Αβραμίδης είναι ένας καλός άνθρωπος, και καλός συγγραφέας. Κάποιος που του αρέσει να λέει ιστορίες όχι για να προβληθεί, αλλά επειδή αυτό του δίνει χαρά, τον γεμίζει. Κάποιος που προτιμά τα γραφικά ταβερνάκια από τα κοσμικά -συνδικαλιστολογοτεχνικά- σαλόνια, κάποιος που προτιμά να ξοδεύει ώρες πίνοντας το ούζο ή το κρασάκι του με ένα αναγνώστη παρά με ένα «έγκριτο» κριτικό ή δημοσιογράφο. Γι’ αυτό ίσως και να μην τυγχάνει της πρέπουσας προβολής από τα Μ.Μ.Ε. Όπως και νάχει, ήρθε η ώρα να δώσουμε το λόγο στον Όμηρο Αβραμίδη, τον Κύπριο.

Μετά από ένα σχετικά μεγάλο διάλειμμα, τριών βιβλίων, ασχολείστε ξανά μ’ ένα καθαρά κυπριακό θέμα. Τι σας ώθησε να μιλήσετε και πάλι για την Κύπρο;

Όπως ξέρετε η Κύπρος δε λείπει ποτέ από τα βιβλία μου. Ακόμα και σ’ αυτά τα τρία που αναφέρατε, τα οποία είναι τοποθετημένα στην Αθήνα, γίνεται κάποια αναφορά στην Κύπρο.  Θα μπορούσα να πω πως και ο συγγραφέας είναι σαν τον μετανάστη, έχει την τάση να επιστρέφει στον τόπο που γεννήθηκε. Εγώ γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Κύπρο, εκεί ένιωσα τις πρώτες δυνατές συγκινήσεις, έζησα έναν απελευθερωτικό αγώνα, έζησα τη σύγκρουση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων  του 63 και την εισβολή των Τούρκων του 74.   Οι συγγραφείς όπως γνωρίζετε κύριε Φουρουκλά, ως συγγραφέας κι εσείς, γράφουν από τα βιώματά τους. Κι ήταν πολύ έντονα τα βιώματά μου στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, την Κύπρο, για να χωρέσουν σ’ ένα ή σε δυο βιβλία.

Το «Γιατί, Αλλάχ;» είναι ένα βιβλίο που καταπιάνεται με την ιστορία, τον έρωτα, την πολιτική. Θα έλεγα ότι είναι ένα δύσκολο βιβλίο σε ό,τι αφορά το μύθο του, αλλά εύκολο στην ανάγνωση. Μιλά για τον έρωτα ενός ελληνοκυπρίου και μιας τουρκοκύπριας. Αλήθεια, δεν πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό σας η σκέψη ότι το αναγνωστικό κοινό ίσως να μην είναι «έτοιμο» για μια τέτοια ιστορία;

Το «Γιατί, Αλλάχ;» καταπιάνεται με όλα όσα είπατε, αλλά κυρίως καταπιάνεται με το θέμα εθνικισμός και προκατάληψη. Στην Κύπρο ήταν πράγματι εύκολο να δημιουργηθεί σύγκρουση ανάμεσα στις δυο κοινότητες, και ξέρετε γιατί; Μπορεί να άδεται και να θρυλείται πως με τους Τουρκοκύπριους είχαμε καλές σχέσεις, αυτό όμως ίσχυε μόνο σε προσωπικό επίπεδο. Δηλαδή, ο Ελληνοκύπριος είχε πράγματι καλά αισθήματα και περνούσε καλά με τον Τούρκο γείτονα, συνάδελφο κ.λ.π. και  το ίδιο ίσχυε και για τα αισθήματα του Τουρκοκυπρίου απέναντι στον Ελληνοκύπριο. Αυτό όμως συνέβαινε στο προσωπικό επίπεδο. Στο εθνικό επίπεδο, οι Τούρκοι ήταν οι κακοί που περιέγραφε η ιστορία μας, όπως κι εμείς είμαστε για τους Τούρκους οι κακοί που περιέγραφε η δική τους ιστορία. Μ’ αυτή την προκατάληψη δε χρειαζόταν παρά η αφορμή για τη σύγκρουση. Και ήρθε.  Σ’ ότι αφορά τις αντιδράσεις του αναγνωστικού κοινού σχετικά με τον έρωτα μιας Ελληνοκύπριας μ’ έναν Τουρκοκύπριο να θυμίσω ότι και στην «Κίτρινη Σημαία» υπάρχει ο έρωτας ενός Ελληνοκυπρίου και μιας Τουρκοκύπριας. Δεν είχα αρνητικές αντιδράσεις τότε και δεν πιστεύω να έχω τώρα.

Όπως και στην «Κίτρινη Σημαία» έτσι κι εδώ λέγετε κάποια πράγματα με το όνομά τους. Κάποιοι άνθρωποι όμως αρνούνται πεισματικά ν’ ακούσουν ή να διαβάσουν την αλήθεια. Εκείνο που θα ήθελα να ρωτήσω είναι κατά πόσον υπήρξαν ποτέ κάποιες αντιδράσεις, αρνητικές ή θετικές, σ’ αυτά που γράφετε;

Κύριε Φουρουκλά, με ξέρετε και στην προσωπική μου ζωή. Πάντα λέω τα πράγματα με το όνομά τους, παρά την τάση μου να βλέπω την καλή πλευρά των πραγμάτων.  Το δίλημμα για μένα, όταν γράφω, δεν  είναι αν, κάτι που λέω,  θα το δεχτεί ο κόσμος ή θα το απορρίψει, αλλά αν η εκτίμησή μου είναι σωστή. Γιατί όπως ξέρετε η λογοτεχνία επηρεάζει, κι ο συγγραφέας πρέπει να προσέχει τι περνά στον κόσμο.  Σ’ ότι αφορά τις αντιδράσεις πολύ σπάνια άκουσα αναγνώστες να γκρινιάζουν για κάτι που δε συμφωνεί με τις απόψεις τους.  Πιστεύω ότι οι άνθρωποι που διαβάζουν λογοτεχνία έχουν εκ προοιμίου κάποιο επίπεδο και, επομένως, ξέρουν κατά κανόνα να σέβονται τις γνώμες των άλλων.

Πιστεύετε ότι ελληνοκύπριοι και τουρκοκύπριοι θα μπορούσαν να ζήσουν ξανά μαζί ειρηνικά;

Θα σας παραπέμψω στην επιστολή του Παπαχαράλαμπου του ιερέα ήρωά μου, προς τον Χασάν. «Το αίμα» του λέει, «ποτίζει τη γη και γεννάει φαντάσματα». Δυστυχώς υπάρχει πολύ αίμα ανάμεσά μας που δυσκολεύει τα πράγματα, δημιουργεί φόβους και προκαταλήψεις, όμως πιστεύω πως οι δυο λαοί θα μπορούσαν να ζήσουν ειρηνικά. Πότε; Αν μπορούσε να βρεθεί ένα δίκαιο σύνταγμα, ένα σύνταγμα όπου κανείς δε θα νιώθει αδικημένος, γιατί ο αδικημένος αργά ή γρήγορα ξεσηκώνεται και επαναστατεί. Δεν έχει νόημα να πούμε έλα, ας υποχωρήσουμε για να βρεθεί λύση. Γιατί αν συμβεί αυτό, σύντομα θα ξανασυγκρουστούμε.

«Μην ανησυχείς για την απουσία των ανθρώπων… Την παρουσία τους να φοβάσαι», γράφετε κάπου. Σα να θέλετε να μας πείτε ότι δεν κάνει να έχεις και πολύ εμπιστοσύνη στους ανθρώπους. Ή κάνω λάθος;

Να σας θυμίσω ότι τα λόγια αυτά έρχονται στο μυαλό του ήρωά μου τη στιγμή που φεύγει από την Κύπρο διωγμένος από Έλληνες και Τούρκους. Επομένως δεν εκφράζουν τη δική μου άποψη αλλά την άποψη ενός κατατρεγμένου από τους ανθρώπους.

Η Ελένη κι ο Χασάν. Δυο νέοι άνθρωποι. Δυο διαφορετικές θρησκείες. Κοινό παρελθόν. Γιατί όχι και κοινό μέλλον;

Όσο οι άνθρωποι ζουν με βάση τις κοινωνικές, θρησκευτικές και εθνικές προκαταλήψεις με τις οποίες ζουν σήμερα η Ελένη κι ο Χασάν δεν έχουν κοινό μέλλον. Να θυμίσω  αυτό που λέει Χασάν στην Ελένη. «Ακόμα κι η μητέρα μου, που αγαπούσε τόσο πολύ τη δική σου μητέρα και τους Έλληνες γενικά, δε θα ήθελε να παντρευτώ μια Χριστιανή».

Στο σημερινό, ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο, θα μπορούσαν οι δύο ήρωές σας να ζήσουν μαζί;

Ναι, όταν ο κόσμος της Κύπρου μεταβληθεί αρκετά.

Διαβάζοντας το βιβλίο δεν μπορεί κανείς παρά να νιώσει βαθιά μέσα του τον πόνο του Χασάν, να τον μοιραστεί μαζί του. Ο Χασάν είναι πολύ καλός άνθρωπος για να είν’ ο «εχθρός». Γιατί είστε τόσο σκληρός μαζί του;

Ο Χασάν είναι όντως πολύ καλός άνθρωπος. Έχει όμως ένα μειονέκτημα, είναι Τούρκος. Πριν από λίγες μέρες, βρισκόμουν στη Βέροια για μια παρουσίαση του «Γιατί, Αλλάχ;». Μιλούσα με μια κοπέλα με εκπληκτικό χιούμορ ενώ της έγραφα μια αφιέρωση στο βιβλίο που αγόρασε, όταν μου πέταξε το εξής αστείο: «Στο κάτω κάτω,  εμείς φταίμε που τους μισούμε; Aυτοί φταίνε που είναι Τούρκοι». Για να σοβαρευτούμε όμως, δεν είμαι εγώ σκληρός μαζί του, σκληρό είναι το εθνικιστικό  μίσος, ο σωβινισμός κι η μισαλλοδοξία  κι όλα εκείνα τα στερεότυπα που φανατίζουν τους ανθρώπους και στρέφουν τον ένα λαό εναντίον του άλλου.

Ο Παπαχαράλαμπος είναι ένα φωτεινό αστέρι στο στερέωμα του μυθιστορήματός σας. Για να πω την αλήθεια ίσως να είναι ο πιο συμπαθητικός παπάς που συνάντησα ποτέ σε βιβλίο. Μήπως το πρόσωπό του δεν είναι και τόσο φανταστικό;

Χαίρομαι που σας άρεσε τόσο ο Παπαχαράλαμπος. Με κολακεύει το ότι τον θεωρείτε ως τον πιο συμπαθητικό παπά που συναντήσατε ποτέ σε βιβλίο, επειδή αυτό τον παπά τον έφτιαξα όπως ιδανικά θα ήθελα να είναι οι επί της Γης εκπρόσωποι της θρησκείας, της αγάπης. Θα ήθελα να μην είναι φανταστικό πρόσωπο, ή τουλάχιστον να μην είναι τόσο σπάνιο είδος.

Μιλώντας για τα γεγονότα που οδήγησαν στην τραγωδία του ΄74, δε διστάζετε να αναφερθείτε στα λάθη και των δύο κοινοτήτων. Πιστεύετε ότι τα παθήματα μας έγιναν μαθήματα, ή μήπως σα γνήσιοι βαλκάνιοι που είμαστε – κι ας μην το παραδεχόμαστε – διατρέχουμε πάντα τον κίνδυνο να διολισθήσουμε στις πρακτικές του χθες για να διεκδικήσουμε αυτά που θέλουμε;

Δύσκολη ερώτηση, κύριε Φουρουκλά. Ξέρετε, ο λαός είναι από τη φύση του αυθόρμητος και παρορμητικός. Το αν θα αντιμετωπίσει μια κατάσταση με σωφροσύνη ή με απερισκεψία εξαρτάται από την ηγεσία του.

Ποια είναι ελπίδα σας και ποιος ο φόβος σας για το μέλλον της Κύπρου;

Ελπίζω η ένταξή μας στην ΕΟΚ να είναι ένα είδος εγγύησης για τη διατήρηση της οντότητας και της ύπαρξής μας. Από τη στιγμή που θα διασφαλιστεί αυτό, δεν έχω κανένα φόβο για το μέλλον της Κύπρου. Ο κυπριακός λαός είναι γεμάτος σφρίγος – αν σκεφτεί κανείς πόσο γρήγορα ανέκαμψε από την καταστροφή της εισβολής.

Τα βιβλία σας έχουν πουλήσει πάνω κάτω διακόσιες χιλιάδες αντίτυπα και κάνουν απανωτές εκδόσεις. Είστε ο πιο επιτυχημένος κύπριος συγγραφέας όλων των εποχών. Κι όμως στα διάφορα αφιερώματα που γίνονται για τους κύπριους συγγραφείς στα αθηναϊκά έντυπα δεν αναφέρεται καν το όνομά σας, αλλά και οι ίδιοι οι κύπριοι δε σας προσκαλούν στο νησί για μια παρουσίαση βιβλίου ή κάποια άλλη εκδήλωση. Που πιστεύετε ότι οφείλεται αυτό;

Με κολακεύετε. Μια μικρή διόρθωση μόνο. Ο συνολικές μου πωλήσεις πρέπει να πλησιάζουν τώρα τις διακόσες πενήντα χιλιάδες αντίτυπα. Τώρα, σ’ ότι αφορά το γιατί δεν φιγουράρω συχνά στις εφημερίδες ή δε με καλούν οι συμπατριώτες  μου στην Κύπρο για παρουσιάσεις βιβλίων μου, για να σας πω την αλήθεια, δε με απασχόλησε ποτέ. Κι επειδή δεν είμαι από τους ανθρώπους που βλέπουν παντού «συνωμοσίες» δυσκολεύομαι να πιστέψω πως αυτό γίνεται σκόπιμα, ή ότι ισχύει κι εδώ το «ουδείς προφήτης φαύλος ει μη εν τη πατρίδι αυτού». Εξάλλου, αυτό που με ενδιαφέρει κυρίως είναι η θέση των αναγνωστών, κι αυτοί έχουν πει από καιρό τη γνώμη τους για τα βιβλία μου.

Τι συμβουλή θα δίνατε σ’ ένα νέο συγγραφέα;

Τώρα μου βάζετε δύσκολα. Δε θεωρώ τον εαυτό μου αυθεντία για να δίνω συμβουλές σε άλλους. Θα μπορούσα όμως να τους συμβουλεύσω να έχουν υπομονή και να μην απογοητεύονται εύκολα.

Το να γράφει κανείς δεν είναι εύκολο. Είναι κουραστικό και πολλές φορές οδυνηρό. Μετά από μια μέρα εντατικής εργασίας, πως σας αρέσει να εκτονώνετε την υπερέντασή σας; Με δυο λόγια: τι ξεκουράζει το μυαλό του συγγραφέα;

Δεν μπορώ να μιλήσω για άλλους συγγραφείς.  Εμένα πάντως αυτό που με ξεκουράζει μετά από μια μέρα σκληρή δουλειά είναι λίγη κουβεντούλα με δυο καλούς φίλους κι ένα ποτήρι κρασί.

Τι διαβάζετε αυτή την εποχή;

Τις «Ποδηλάτισσες»  της Ρέας Σταθοπούλου. Ένα μυθιστόρημα που αναφέρεται στη ζωή των Ελλήνων της Πόλης πριν από το ξεριζωμό τους.

Σας ευχαριστώ.

Προδημοσίευση από το λογοτεχνικό περιοδικό «Μαρμαρυγή» που θα κυκλοφορήσει τον Ιούνιο από τις εκδόσεις Γη, στη Λευκωσία.

Advertisements
This entry was posted in Συνέντευξη and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s