Η Ιζαμπέλ Αλιέντε μιλά στην Πόπη Μουσουράκη


Μικροκαμωμένη, κομψή, αεικίνητη, με μάτια γεμάτα πάθος, η Αλιέντε φαίνεται να ’ναι πλασμένη από το ίδιο μαγικό υλικό με τους ήρωές της. 

Συνέντευξη στην Πόπη Μουσουράκη / περιοδικό Sunday
 

Γεννημένη στο Περού το 1942, το διάστημα που ο πατέρας της ήταν διαπιστευμένος εκεί ως διπλωμάτης, αναγκάστηκε μετά το χαμό του να επιστρέψει στη Χιλή μαζί με τη μητέρα της. «Τη θυμάμαι να φαίνεται πάντα άρρωστη», λέει για τη μητέρα της, σήμερα 86 χρόνων, «κι αυτό σαν παιδί μ’ έκανε να νιώθω ανήμπορη και ένοχη, γιατί αισθανόμουν ότι δεν μπορούσα να τη βοηθήσω με κανέναν τρόπο».
Από τότε φαίνεται να στέριωσε μέσα της η απόφαση να μη γίνει η ίδια ποτέ μια αδύναμη γυναίκα. Σ’ όλη της τη ζωή θα υψώνει θαρραλέα τη φωνή της και δε θα πάψει ποτέ να υποστηρίζει ανοιχτά και με κάθε κόστος τις απόψεις της. Και το κόστος ήταν πραγματικά βαρύ, όταν μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1973 στη Χιλή και τη δολοφονία του θείου της, Σαλβαντόρ Αλιέντε, θα αναγκαστεί να καταφύγει στη Βενεζουέλα, προκειμένου να γλιτώσει από τις απειλές κατά της ζωής της. Το ίδιο διάστημα, η μητέρα της και ο πατριός της θα γλιτώσουν παρά τρίχα τη δολοφονία, ενώ ο αδελφός της θα αποκλειστεί αβοήθητος στη Μόσχα.
Στη Βενεζουέλα θα μείνει τελικά 13 ολόκληρα χρόνια, απολαμβάνοντας την ασφάλεια της ανωνυμίας που τόσο είχε στερηθεί.
Η Αλιέντε θα ασχοληθεί αρχικά με τη δημοσιογραφία και θα είναι πια κοντά στα 40, όταν θα γράψει το πρώτο της βιβλίο, «Το σπίτι των πνευμάτων», που θα την εκτινάξει μονομιάς στις κορυφαίες θέσεις της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας. «Σκέφτομαι πως ίσως να χρειαζόταν να χάσω τη χώρα μου, για ν’ αρχίσω να γράφω», λέει η ίδια, καθώς «“Το σπίτι των πνευμάτων” ήταν μια προσπάθεια να δημιουργήσω ξανά τη χώρα που είχα χάσει, την οικογένεια που είχα χάσει». Σήμερα, για να μην ξεχνά το πρώτο μεγάλο χαμόγελο της ζωής της, έχει δώσει το ίδιο όνομα στο σπίτι που ζει, στην Καλιφόρνια.
Αν και η ζωή τής έδωσε το ίδιο απλόχερα και την πίκρα. Η «Πάουλα», το βιβλίο που η ίδια θεωρεί το αριστούργημά της, είναι το χρονικό μιας τρομερής προσωπικής εμπειρίας, του θανάτου της κόρης της. Το βιβλίο, γραμμένο κυριολεκτικά στο προσκεφάλι της κόρης της, όταν εκείνη έπεσε σε κώμα, είναι το πιο σπαρακτικό ξόρκι για την τελεσίδικη κραυγή που πλησιάζει.
Η γραφή της Αλιέντε, παρόλο που η ίδια δηλώνει πως έχει κουραστεί να την κατατάσσουν στη σχολή του μαγικού ρεαλισμού, κουβαλάει όλα τα χαρακτηριστικά της συνολικής λατινοαμερικάνικης συνείδησης. Θέτει στο κέντρο της λογοτεχνικής της δημιουργίας τη φαντασία, μια φαντασία όμως που δεν είναι ανεξάρτητη από την εμπειρία, αλλά αντίθετα τροφοδοτείται απ’ αυτήν μετουσιώνοντάς τη σε μια αρχετυπική λειτουργία. Τα δύο τελευταία της μυθιστορήματα, «Ζορρό, η αρχή του θρύλου» και «Ινές, ψυχή μου» είναι, όπως και όλα τα βιβλία της Αλιέντε, έργα πληθωρικά, ορμητικά, με σπάνια δύναμη και εικονοποιητική ικανότητα.

Ας δούμε τι μας είπε η ίδια για τα δύο τελευταία της βιβλία. 

Advertisements
This entry was posted in Συνέντευξη and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s