Άυν Ραντ: Ο Άτλας επαναστάτησε. 017


«Γιατί αποφάσισες να του τηλεφωνήσεις χθες το βράδυ;»

«Γιατί δεν μπορούσα να τον βρω νωρίτερα».

«Γιατί δεν περίμενες να γυρίσεις πρώτα στη Νέα Υόρκη και ―»

«Επειδή είδα τα χάλια της Γραμμής Ρίο Νόρτε».

«Καλά, χρειάζομαι λίγο χρόνο να το σκεφτώ, να φέρω το ζήτημα στο Συμβούλιο, να συμβουλευτώ τους καλύτερους ―»

«Δεν υπάρχει χρόνος».

«Μα δεν μου αφήνεις περιθώριο να σχηματίσω άποψη γι’ αυτό το μέταλλο».

«Δεν δίνω δεκάρα για την άποψή σου. Δεν πρόκειται να συζητήσω με κανέναν, ούτε μαζί σου ούτε με το Συμβούλιό σου ούτε με τους ειδικούς σου. Πρέπει να πάρεις μια απόφαση, και θα την πάρεις τώρα. Λοιπόν, ναι ή όχι;»

«Πώς είναι δυνατόν ν’ απαιτείς τόσο αυθαίρετα και τόσο αυταρχικά να ―»

«Ναι ή όχι;»

«Αυτό είναι το πρόβλημα μ’ εσένα. Όλα πρέπει να είναι “Ναι” ή “Όχι”. Μόνο που τα πράγματα δεν είναι ποτέ τόσο απόλυτα. Τίποτα δεν είναι απόλυτο».

«Οι ράγες από Μέταλλο Ρίρντεν είναι. Είτε τις πάρουμε είτε όχι».

Περίμενε. Εκείνος δεν απάντησε.

«Λοιπόν;» τον ρώτησε.

«Αναλαμβάνεις την ευθύνη;»

«Την αναλαμβάνω».

«Εντάξει λοιπόν, προχώρα, όμως το ρίσκο είναι δικό σου. Δεν πρόκειται ν’ ακυρώσω την παραγγελία, αλλά το τι θα πω στο Συμβούλιο είναι δική μου δουλειά».

«Πες ό,τι θέλεις».

Η Ντάγκνι σηκώθηκε να φύγει. Εκείνος έγειρε πάνω στο γραφείο, σαν να έλεγε πως η συζήτηση δεν είχε λήξει ακόμα.

«Καταλαβαίνεις, ασφαλώς, ότι απαιτείται κάποια διαδικασία μέχρι να ξεκινήσουν τα έργα». Η φωνή του έκρυβε έναν τόνο ικανοποίησης. «Δεν είναι τόσο απλό».

«Ναι, καλά», αποκρίθηκε εκείνη. «Ο Έντι θα ετοιμάσει μια λεπτομερή αναφορά, την οποία είμαι σίγουρη ότι δεν πρόκειται να διαβάσεις, και θα σε βοηθήσει στην οργάνωση των εργασιών. Εγώ φεύγω για τη Φιλαδέλφεια απόψε· πρέπει να συναντήσω τον Ρίρντεν. Έχουμε πολλή δουλειά να κάνουμε. Τόσο απλό είναι, Τζιμ!»

Καθώς η Ντάγκνι γύρισε να φύγει, εκείνος τη σταμάτησε ξανά, κάνοντας ένα σχόλιο εντελώς άσχετο. «Ε, βέβαια! Τι ανάγκη έχεις εσύ; Δεν έχουμε όλοι τη δική σου τύχη».

«Ποια τύχη;»

«Δεν είμαστε όλοι ικανοί ν’ αφιερώνουμε τη ζωή μας στα μέταλλα και τις μηχανές. Και ξέρεις γιατί; Γιατί έχουμε και μια ανθρώπινη πλευρά. Έχουμε ευαισθησίες. Εσύ όμως είσαι τυχερή. Δεν νιώθεις τίποτα. Δεν έχεις νιώσει ποτέ σου τίποτα, απολύτως τίποτα».

Η έκπληξη που ζωγραφίστηκε στα σκούρα γκρίζα μάτια της μεταλλάχθηκε γρήγορα σε απάθεια και κατέληξε σε μια παράξενη, κουρασμένη έκφραση, που έμοιαζε να καθρεφτίζει κάτι πολύ βαθύτερο απ’ την καρτερία της συγκεκριμένης στιγμής.

«Ναι, Τζιμ», είπε χαμηλόφωνα, «δεν έχω νιώσει ποτέ μου τίποτα».

Ο Έντι Γουίλερς την ακολούθησε στο γραφείο της. Κάθε φορά που την έβλεπε να επιστρέφει από ταξίδι, ένιωθε να καθησυχάζει, ξεχνούσε αυτή την απροσδιόριστη ανησυχία που τον τυραννούσε, ο κόσμος γύρω του γινόταν απλός, καθαρός, εύκολα αντιμετωπίσιμος. Ο Έντι ήταν ο μόνος άνθρωπος που θεωρούσε φυσιολογικό το γεγονός ότι η Ντάγκνι διεύθυνε μια μεγάλη σιδηροδρομική εταιρεία παρ’ όλο που ήταν γυναίκα. Το ήξερε ότι θα γινόταν έτσι, το ήξερε από τότε που ήταν δέκα χρονών. Γι’ αυτό και δεν τον εξέπλησσε τώρα, όπως δεν τον εξέπληξε και τότε, τότε που την άκουσε να του ανακοινώνει τα σχέδιά της για το μέλλον στο ξέφωτο του δάσους.

Όταν την είδε να κάθεται στην καρέκλα της και να διαβάζει τις σημειώσεις που της είχε αφήσει πάνω στο γραφείο, ένιωσε σαν να είχε ανάψει τη μηχανή του αυτοκινήτου του, δίνοντας στους τροχούς τη δύναμη να κινηθούν μπροστά.

«Παραλίγο να το ξεχάσω», της είπε καθώς ετοιμαζόταν να φύγει. «Ο Όουεν Κέλογκ από τον Τερματικό Σταθμό ζήτησε να σε δει».

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s