Άυν Ραντ: Ο Άτλας επαναστάτησε. 019


«Σας διαβεβαιώνω λοιπόν πως η απόφασή μου δεν έχει καμιά σχέση με τη δουλειά μου στην εταιρεία. Κανένα άτομο, κανένα πρόβλημα ή γεγονός δεν ευθύνεται για την παραίτησή μου».

«Δηλαδή δεν έχετε να εκφράσετε κάποιο παράπονο;»

«Κανένα».

«Τότε ίσως αλλάξετε γνώμη όταν ακούσετε τι έχω να σας προτείνω».

«Λυπάμαι, κυρία Τάγκαρτ. Δεν γίνεται».

«Μπορώ τουλάχιστον να σας πω τι έχω κατά νου;»

«Αν το επιθυμείτε».

«Θέλω μόνο να ξέρετε ότι αυτό που θα σας προτείνω δεν το σκέφτηκα τώρα. Το αποφάσισα προτού ζητήσετε να με δείτε. Και σας παρακαλώ πολύ να με πιστέψετε».

«Δεν έχω αμφισβητήσει ποτέ τα λόγια σας, κυρία Τάγκαρτ».

«Πρόκειται για τη θέση του προϊστάμενου του Τμήματος του Οχάιο. Αν τη θέλετε, είναι δική σας».

Καμιά αντίδραση δεν φάνηκε στο πρόσωπό του, λες και τα λόγια που άκουσε δεν τον συγκίνησαν περισσότερο απ’ όσο θα συγκινούσαν έναν άγριο που δεν έχει ακούσει ποτέ του για σιδηροδρόμους.

«Δεν τη θέλω, κυρία Τάγκαρτ», απάντησε.

Η Ντάγκνι, αφού έμεινε για λίγο σιωπηλή, είπε με μια ένταση στη φωνή, «Ακούστε, κύριε Κέλογκ, σας δίνω το ελεύθερο να ορίσετε εσείς τους όρους και τις απολαβές σας. Αυτό που θέλω είναι να μείνετε στη δουλειά. Μπορώ να σας δώσω περισσότερα από κάθε άλλη σιδηροδρομική εταιρεία».

«Δεν πρόκειται να εργαστώ σε άλλη σιδηροδρομική εταιρεία».

«Νόμιζα πως αγαπάτε τη δουλειά σας».

Η Ντάγκνι είδε το πρώτο σημάδι συγκίνησης στο πρόσωπό του, είδε ένα ανεπαίσθητο τέντωμα των ματιών και τον άκουσε ν’ απαντάει με σταθερή και ήρεμη φωνή, «Την αγαπάω».

«Τότε πείτε μου τι πρέπει να κάνω για να μη σας χάσω!»

Η αντίδρασή της ήταν τόσο αυθόρμητη, τόσο ανυπόκριτη, που ο Κέλογκ την κοίταξε για μια στιγμή σαν να ήταν έτοιμος να υποκύψει.

«Ίσως δεν είναι τίμιο εκ μέρους μου που ήρθα να σας ανακοινώσω την παραίτησή μου, κυρία Τάγκαρτ. Μου είχατε ζητήσει κάποτε να σας ενημερώσω αν αποφάσιζα να φύγω γιατί, προφανώς, θέλατε να έχετε το περιθώριο της αντιπρότασης. Ίσως λοιπόν η παρουσία μου στο γραφείο σας να δίνει την εντύπωση πως είμαι ανοιχτός σε διαπραγματεύσεις. Όμως δεν είναι έτσι. Ήρθα απλώς επειδή… επειδή ήθελα να κρατήσω το λόγο μου».

Ήταν το πρώτο σπάσιμο στη φωνή του, μια ξαφνική αναλαμπή που πρόδιδε συγκίνηση, αναγνώριση, αλλά και την ανυποχώρητη στάση του στη δύσκολη απόφαση που είχε πάρει.

«Δηλαδή δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να σας κρατήσω;» τον ρώτησε

«Τίποτα, κυρία Τάγκαρτ. Απολύτως τίποτα».

Έκανε μεταβολή για να φύγει. Πρώτη φορά στη ζωή της η Ντάγκνι ένιωθε αβοήθητη και ηττημένη.

«Γιατί;» ρώτησε χωρίς ν’ απευθύνεται σ’ αυτόν.

Εκείνος σταμάτησε. Ανασήκωσε τους ώμους και χαμογέλασε. Έδειξε να ζωντάνεψε για λίγο, και το χαμόγελό του ήταν το πιο παράξενο χαμόγελο που είχε δει ποτέ της: έκρυβε ευφορία, θλίψη και μια απέραντη πικρία. «Ποιος είναι ο Τζον Γκολτ;» αποκρίθηκε.

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s