Άυν Ραντ: Ο Άτλας επαναστάτησε. 020


2

Η ΑΛΥΣΙΔΑ

Η πρώτη ένδειξη ήταν κάτι λιγοστά, διάσπαρτα φώτα. Αυτά εμφανίστηκαν πρώτα καθώς το τρένο της Τάγκαρτ έμπαινε στη Φιλαδέλφεια. Η παρουσία τους έδειχνε άσκοπη μέσα στις σκοτεινές ακατοίκητες εκτάσεις, όμως η λάμψη τους ήταν πολύ δυνατή για να μην έχει λόγο ύπαρξης. Οι επιβάτες τα κοιτούσαν ράθυμα, χωρίς ενδιαφέρον.

Μετά από λίγο πρόβαλε το μαύρο σχήμα ενός οικοδομήματος, που μετά βίας διακρινόταν μες στο σκοτάδι, κι έπειτα ένα μεγάλο κτήριο κοντά στις γραμμές· το κτήριο ήταν σκοτεινό κι οι φωτεινές δέσμες των προβολέων του τρένου χαράκωναν τους συμπαγείς γυάλινους τοίχους του.

Μια εμπορική αμαξοστοιχία πέρασε με αντίθετη φορά στις διπλανές ράγες κι έκρυψε τη θέα, πλημμυρίζοντας τα παράθυρα του τρένου μ’ ένα ορμητικό ρεύμα θορύβου. Ξαφνικά ο θόρυβος σταμάτησε κι οι επιβάτες διέκριναν στο βάθος, πάνω από τα τελευταία, επίπεδα βαγόνια του συρμού, μια συστάδα κτηρίων και μια πορφυρή φλόγα που σάλευε σαν ανάσα στον ουρανό.

Όταν η εμπορική αμαξοστοιχία χάθηκε, οι επιβάτες είδαν μια σειρά από γωνιώδη κτίσματα τυλιγμένα σε δαχτυλίδια καπνού. Ευθύγραμμες φωτεινές δέσμες διαπερνούσαν τα αέρινα δαχτυλίδια, αιχμαλωτίζοντας τις πορφυρόχρωμες αντανακλάσεις τ’ ουρανού. Αυτό που πρόβαλε μετά δεν έμοιαζε με κτήριο, αλλά με κέλυφος φτιαγμένο από πολυεδρικό γυαλί, που έκλεινε μέσα του δοκούς, γερανούς και μεταλλικούς σκελετούς, εκπέμποντας μια εκτυφλωτική πύρινη λάμψη.

Οι επιβάτες απορούσαν μ’ αυτή την πολυσύνθετη εικόνα που θύμιζε πόλη απλωμένη σε μήκος πολλών χιλιομέτρων, πόλη δραστήρια μα δίχως ίχνος ανθρώπινης παρουσίας. Έβλεπαν πανύψηλα κτήρια που έμοιαζαν με παραμορφωμένους ουρανοξύστες, γέφυρες που κρέμονταν στο κενό και μαύρους τοίχους που ξερνούσαν φωτιές. Μια σειρά από περιστρεφόμενους κυλίνδρους έλαμπε μες στο σκοτάδι: ήταν πυρακτωμένο μέταλλο.

Ένα διοικητικό κτήριο εμφανίστηκε κοντά στις γραμμές κι η τεράστια επιγραφή νέον στην οροφή του φώτισε για λίγο τις καμπίνες των βαγονιών. Η επιγραφή έγραφε: ΡΙΡΝΤΕΝ ΣΤΙΛ.

Ένας επιβάτης, καθηγητής οικονομικών, είπε στο συνταξιδιώτη του: «Τι σημασία μπορεί να έχει μια ιδιωτική επιχείρηση μπροστά στα τιτάνια συλλογικά επιτεύγματα της βιομηχανικής εποχής μας;» Ένας άλλος, δημοσιογράφος αυτός, έβγαλε το μπλοκάκι του και κράτησε μια σημείωση για τη στήλη του: «Ο Χανκ Ρίρντεν είναι από τους ανθρώπους που τους αρέσει να χαράζουν τ’ όνομά τους σε ό,τι κι αν αγγίζουν. Αυτό και μόνο αρκεί για να σχηματίσει κανείς ξεκάθαρη εικόνα για το χαρακτήρα του Χανκ Ρίρντεν».

Καθώς το τρένο συνέχιζε να τρέχει μες στο σκοτάδι, μια κόκκινη τουλύπα καπνού ξεπήδησε στον ουρανό πίσω από ένα ψηλό οικοδόμημα. Οι επιβάτες δεν έδωσαν σημασία· μια ακόμα τήξη μετάλλου δεν ήταν ένα θέαμα που θα κινούσε την προσοχή τους.

Ήταν η πρώτη τήξη από την πρώτη παραγγελία Μετάλλου Ρίρντεν.

Για τους άντρες που δούλευαν δίπλα στη στρόφιγγα της καμίνου μέσα στο χαλυβουργείο, η έξοδος του πρώτου ρευστού μετάλλου ήταν σαν συγκλονιστική πρωινή αίσθηση. Το ρυάκι που κυλούσε μπροστά στα μάτια τους είχε το αψεγάδιαστο λευκό χρώμα του ηλιόφωτος. Μαύρα δαχτυλίδια καπνού με πυρρόχρωμες ραβδώσεις αναδίδονταν στο πέρασμά του, ενώ πίδακες σπινθήρων ξεπηδούσαν με ρυθμικούς σπασμούς σαν να ξεχύνονταν μέσ’ από σπασμένες αρτηρίες. Ο χώρος γύρω έμοιαζε να ’χει γεμίσει σκισμένα πορφυρά κουρέλια, ήταν οι αντανακλάσεις μιας μανιασμένης φωτιάς που δεν υπήρχε πουθενά. Πύρινες σταγόνες στροβιλίζονταν στον αέρα, έτοιμες θαρρείς να ρημάξουν τις κολόνες, τις δοκούς και τις γερανογέφυρες που συνέθεταν αυτό το πολύπλοκο ανθρώπινο κατασκεύασμα. Όμως το ρευστό μέταλλο δεν είχε βίαιη όψη. Σχημάτιζε μια μακριά λευκή κορδέλα με μεταξένια υφή, που ακτινοβολούσε σαν ζεστό, καθάριο χαμόγελο. Έρεε υπάκουα μέσ’ από ένα πήλινο στόμιο που κατέληγε σε δυο λεπτά χείλη, κι από κει έπεφτε από ύψος έξι μέτρων σε μια τεράστια κουτάλα που χωρούσε διακόσιους τόνους μετάλλου. Μια βροχή αστεριών ξεπηδούσε απ’ το ρυάκι του μετάλλου χορεύοντας πάνω από τη βελούδινη επιφάνειά του, μια επιφάνεια λεπτεπίλεπτη σαν δαντέλα κι αθώα σαν παιδικό βεγγαλικό. Μόνο αν κοίταζε κανείς από κοντά διαπίστωνε πως το λευκό μετάξι κόχλαζε. Σταγόνες καυτού μετάλλου ξεπηδούσαν σαν λευκές πιτσιλιές κι αναφλέγονταν καθώς έπεφταν με δύναμη στο ψυχρό δάπεδο.

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s