Άυν Ραντ: Ο Άτλας επαναστάτησε. 022


Δεν είχε λόγο να σκέφτεται πια αυτά τα δέκα χρόνια. Το καταστάλαγμά τους ήταν ένα απροσδιόριστο αίσθημα γαλήνης και υπεροχής, ένα συναίσθημα φτιαγμένο από το άθροισμα πολλών διαφορετικών στιγμών που δεν χρειαζόταν πια ν’ αναπολεί. Όμως όλες αυτές οι στιγμές, αν και δεν έρχονταν πια στη θύμησή του, ήταν εκεί, ήταν μέσα του, ήταν το ίδιο το συναίσθημα. Ήταν οι νύχτες που πέρασε στο ερευνητικό εργαστήριο του χαλυβουργείου του ―

― ήταν οι νύχτες που ξαγρυπνούσε στο εργαστήριο του σπιτιού του, γεμίζοντας με χημικούς τύπους δεκάδες λευκές σελίδες, για να τις σκίσει έπειτα αγανακτισμένος με την αποτυχία των προσπαθειών του ―

― ήταν οι μέρες που οι νεαροί επιστήμονες του ολιγομελούς προσωπικού του περίμεναν τις οδηγίες του σαν στρατιώτες έτοιμοι να ριχτούν σε μια μάταιη μάχη, έχοντας εξαντλήσει την επινοητικότητά τους, πρόθυμοι ακόμη μα σιωπηλοί, χωρίς να διατυπώνουν τη φράση που αιωρούνταν στο μυαλό τους: «Κύριε Ρίρντεν, είναι αδύνατον» ―

― ήταν τα γεύματα που διέκοπτε, οι συνεστιάσεις που εγκατέλειπε όταν μια καινούργια ιδέα φώτιζε άξαφνα το μυαλό του, μια ιδέα που έπρεπε να μελετηθεί αμέσως, να δοκιμαστεί, να μπει σ’ εφαρμογή, να γίνει αντικείμενο πολύμηνης εργασίας, για ν’ απορριφθεί ως μια ακόμη αποτυχία ―

― ήταν οι στιγμές που ξέκλεβε από τις συσκέψεις, από τις συζητήσεις, από τα καθήκοντα που του επέβαλλε η διαχείριση του μεγαλύτερου χαλυβουργείου της χώρας, στιγμές που ξέκλεβε μ’ ένα αίσθημα ενοχής, σαν να ’τρεχε να συναντήσει τον κρυφό του έρωτα ―

― ήταν η αποκλειστική σκέψη που κατέκλυζε όλ’ αυτά τα χρόνια το μυαλό του, μια σκέψη που τον κυρίευε κάθε φορά που κοίταζε τα κτήρια μιας πόλης, τις ράγες ενός σιδηροδρόμου, τα φώτα στα παράθυρα των μακρινών αγροτόσπιτων, το μαχαίρι στα χέρια μιας γοητευτικής κυρίας καθώς καθάριζε το φρούτο της σε κάποιο δείπνο, ήταν η σκέψη ενός κράματος μετάλλου που μπορούσε να προσφέρει πολύ περισσότερα απ’ το χάλυβα, ενός μετάλλου που θα ήταν για το χάλυβα ό,τι ήταν κάποτε ο χάλυβας για το σίδηρο ―

― ήταν οι στιγμές που βασάνιζε τον εαυτό του, όταν απέρριπτε κάποιο ελπιδοφόρο δείγμα και κατέπνιγε αμείλικτα την κούραση και τα συναισθήματά του, επιβάλλοντας στο μυαλό του το αργό μαρτύριο των λέξεων: «δεν είναι αρκετά καλό… ούτε τώρα είναι καλό…», για να συνεχίσει την προσπάθεια με μόνη πηγή δύναμης τη βεβαιότητα ότι μπορούσε να τα καταφέρει ―

― κι έπειτα ήρθε η μέρα που η προσπάθεια καρποφόρησε κι ο καρπός της ονομάστηκε Μέταλλο Ρίρντεν ―

― αυτές ήταν οι στιγμές που είχαν οδηγήσει στην πρώτη τήξη του Μετάλλου Ρίρντεν, οι στιγμές που είχαν συγκεραστεί μέσα του γεννώντας αυτό το παράξενο κράμα, αυτό το γαλήνιο συναίσθημα που τον έκανε να χαμογελάει στο σκοτάδι μέσα στην εξοχή και ν’ αναρωτιέται γιατί η ευτυχία μπορεί να πληγώσει.

Μετά από λίγο είδε να ξεπηδούν μπροστά του κάποιες μέρες απ’ το παρελθόν. Δεν ήθελε να τις φέρει στη θύμησή του. Περιφρονούσε τις αναμνήσεις, τις θεωρούσε άσκοπη πολυτέλεια. Γρήγορα όμως κατάλαβε πως η ανάμνηση εκείνων των ημερών δεν ήταν απλή αναπόληση, αλλά ένας φόρος τιμής σ’ αυτό το μεταλλικό αντικείμενο που είχε στην τσέπη του. Και τότε επέτρεψε στον εαυτό του να τις ξανασκεφτεί.

Είδε τη μέρα που στεκόταν στην άκρη ενός βράχου κι ένιωθε ένα λεπτό ρυάκι ιδρώτα να κυλάει απ’ τον κρόταφο στο λαιμό του. Ήταν η πρώτη του μέρα δουλειάς στα μεταλλεία της Μινεσότα. Ήταν δεκατεσσάρων χρονών. Προσπαθούσε ν’ αναπνεύσει καταπολεμώντας το κάψιμο που ένιωθε στο στήθος του. Βλαστημούσε τον εαυτό του που είχε αφήσει την κούραση να τον καταβάλει. Μετά από λίγο ξαναγύρισε στο πόστο του· αποφάσισε ότι ο πόνος δεν ήταν λόγος για να τον κάνει να σταματήσει.

Είδε τη μέρα που στεκόταν στο παράθυρο του γραφείου του και κοίταζε τα μεταλλεία· ήταν δικά του, όπως και σήμερα. Ήταν τριάντα χρονών. Είχαν μεσολαβήσει πολλά όλ’ αυτά τα χρόνια, όμως τίποτα δεν είχε πια σημασία, όπως δεν είχε σημασία και το κάψιμο που ένιωσε κάποτε στο στήθος του. Είχε εργαστεί σε ορυχεία, σε χυτήρια, στα χαλυβουργεία του βορρά, ακολουθώντας μια αταλάντευτη πορεία προς το στόχο του. Το μόνο που θυμόταν ήταν πως οι άνθρωποι γύρω του δεν ήξεραν ποτέ τι ακριβώς έπρεπε να κάνουν, ενώ εκείνος ήξερε πάντα. Θυμήθηκε τότε που αναρωτιόταν γιατί έκλειναν τόσα πολλά μεταλλεία, όπως θα είχε συμβεί και με τα μεταλλεία που πλέον του ανήκαν αν δεν τα είχε αναλάβει εκείνος. Θυμήθηκε τη μέρα που είδε τους εργάτες ν’ ανεβάζουν στους βράχους των μεταλλείων μια ολοκαίνουργια επιγραφή και να την τοποθετούν πάνω από την πύλη στο τέρμα του δρόμου: Σιδηρομετάλλευμα Ρίρντεν.

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s