Άυν Ραντ: Ο Άτλας επαναστάτησε. 023


Θυμήθηκε το απόγευμα που σωριάστηκε πάνω σ’ εκείνο το γραφείο. Ήταν αργά και το προσωπικό του είχε φύγει· κανείς δεν τον είδε που κατέρρευσε. Ήταν εξουθενωμένος. Ένιωθε σαν να είχε τρέξει αγώνα δρόμου με αντίπαλο το ίδιο του το σώμα. Μια σωρευμένη κούραση ετών, που την απόδιωχνε πεισματικά, κατέκλυσε μονομιάς το σώμα και το μυαλό του, στερώντας του κάθε δυνατότητα αντίδρασης. Το μόνο που ένιωθε ήταν η ανάγκη να μείνει ακίνητος. Είχε εξαντλήσει κάθε πηγή ενέργειας μέσα του. Η τελευταία σπίθα δύναμης είχε εξαφανιστεί. Είχε καταφέρει πολλά – και τώρα αναρωτιόταν αν υπήρχε κάτι που να μπορούσε να του δώσει μια σπίθα δύναμης, τώρα που ένιωθε ανίκανος να ξανασηκωθεί. Ποια ήταν αυτή η δύναμη που τον είχε βοηθήσει να φτάσει ώς εδώ; Από πού πήγαζε; αναρωτήθηκε. Τότε σήκωσε αργά το κεφάλι του και, καταβάλλοντας τη μεγαλύτερη προσπάθεια της ζωής του, ανασηκώθηκε σιγά σιγά, στηριζόμενος στο ένα χέρι που πίεζε την επιφάνεια του γραφείου τρέμοντας απ’ την υπερένταση, μέχρι που κατάφερε να σταθεί με το κορμί στητό. Δεν ξανάκανε ποτέ αυτή την ερώτηση στον εαυτό του.

Θυμήθηκε τη μέρα που στεκόταν πάνω σ’ ένα λόφο και κοίταζε μια ερημωμένη έκταση με καπνισμένα κτήρια. Ήταν ένα εγκαταλειμμένο εργοστάσιο χάλυβα. Το είχε αγοράσει το προηγούμενο βράδυ. Φυσούσε δυνατός αέρας κι ένα γκρίζο φως ξεγλιστρούσε μέσ’ απ’ τα σύννεφα. Είδε τη φαιοκόκκινη σκουριά ν’ απλώνεται σαν ξεραμένο αίμα πάνω στους γιγάντιους χαλύβδινους γερανούς – ενώ ζωηρά, θεριεμένα αγριόχορτα χόρευαν σαν παραφαγωμένοι κανίβαλοι πάνω στους σωρούς των θρυμματισμένων τζαμιών που κείτονταν στις βάσεις των κτηρίων με τα σπασμένα παράθυρα. Σε μια πύλη στο βάθος διέκρινε κάτι αντρικές σιλουέτες. Ήταν οι άνεργοι του εργοστασίου, που η ευημερούσα πόλη τους είχε καταντήσει οικισμός από χαλάσματα. Στέκονταν σιωπηλοί και κοίταζαν το αστραφτερό αυτοκίνητο που ήταν παρκαρισμένο στην είσοδο του χαλυβουργείου· αναρωτιόντουσαν αν ο άντρας που έβλεπαν πάνω στο λόφο ήταν πράγματι ο πολυσυζητημένος Χανκ Ρίρντεν κι αν ήταν αλήθεια πως το εργοστάσιο ετοιμαζόταν να ξανανοίξει. «Ο ιστορικός κύκλος της χαλυβουργίας στην Πενσιλβάνια», έγραφε μια εφημερίδα, «απ’ ό,τι φαίνεται έκλεισε, αφού όλοι οι ειδικοί συμφωνούν πως το εγχείρημα του Χένρι Ρίρντεν στην παραγωγή χάλυβα είναι εντελώς ανέλπιδο. Είναι πιθανόν, πολύ σύντομα να παρακολουθήσουμε το συναρπαστικό τέλος του συναρπαστικού Χένρι Ρίρντεν».

Αυτά, δέκα χρόνια πριν. Σήμερα, ο ψυχρός αέρας ράπιζε το πρόσωπό του όπως κι εκείνη τη μέρα. Γύρισε και κοίταξε πίσω. Το κόκκινο πύρωμα του χαλυβουργείου ανάσαινε στον ουρανό, εικόνα ζωογόνα σαν την ανατολή του ήλιου.

Αυτοί ήταν οι σταθμοί της ζωής του, σταθμοί που θύμιζαν στάσεις ταχείας αμαξοστοιχίας. Τίποτα ξεχωριστό δεν είχε μείνει στο νου του από την ενδιάμεση πορεία· οι μέρες θόλωναν στο μυαλό του, σαν τη θαμπή γραμμή που ξετυλίγεται στο ρεύμα της ταχύτητας.

Τελικά δεν ήταν μάταιο, σκέφτηκε, όλος αυτός ο αγώνας δεν ήταν μάταιος, άξιζε τον κόπο, αφού τον οδήγησε σ’ αυτή την ξεχωριστή στιγμή: να δει το πρώτο τήγμα από την πρώτη παραγγελία Μετάλλου Ρίρντεν να ρέει στο χαλυβουργείο, για να μετατραπεί σε σιδηροτροχιές της Τάγκαρτ Τρανσκοντινένταλ.

Άγγιξε το βραχιόλι στην τσέπη του. Το είχε φτιάξει από την πρώτη τήξη του μετάλλου. Ήταν για τη γυναίκα του.

Ξαφνικά συνειδητοποίησε πως αυτό που αποκαλούσε «γυναίκα του» δεν ήταν παρά μια αφηρημένη ιδέα κι όχι η γυναίκα που είχε παντρευτεί. Ένιωσε προς στιγμή να μετανιώνει, καλύτερα να μην είχε φτιάξει το βραχιόλι, κι αμέσως μετά κατέκρινε τον εαυτό του για τις αρνητικές του σκέψεις.

Κούνησε το κεφάλι του. Δεν ήταν ώρα ν’ ανασκαλέψει τις αμφιβολίες του. Ένιωθε ότι μπορούσε να συγχωρέσει τα πάντα σε οποιονδήποτε, γιατί η ευτυχία είναι το υψηλότερο μέσο εξαγνισμού. Ένιωθε σίγουρος πως δεν υπήρχε άνθρωπος που να θέλει να τον πληγώσει απόψε. Ήθελε να συναντήσει κάποιον, να κοιτάξει στο πρόσωπο τον πρώτο περαστικό, να σταθεί απέναντί του άοπλος, χωρίς άμυνες κι αντιστάσεις, και να του πει, «Κοίταξέ με. Τι βλέπεις;» Οι άνθρωποι, σκέφτηκε, διψούν για μια στάλα χαράς, όπως διψούσε κι εκείνος – για μια στιγμή ανακούφισης απ’ αυτό το μουντό φορτίο πόνου που έμοιαζε τόσο ανεξήγητο και περιττό. Ποτέ δεν κατάφερε να καταλάβει γιατί οι άνθρωποι πρέπει να είναι δυστυχισμένοι.

Ακολούθησε το σκοτεινό δρόμο που ανηφόριζε απαλά μέχρι την κορφή ενός λόφου. Εκεί σταμάτησε και κοίταξε πίσω. Το κόκκινο πύρωμα είχε γίνει μια αχνή πύρινη γλώσσα που έφεγγε στα δυτικά. Στο μαύρο φόντο τ’ ουρανού διέκρινε τα μικροσκοπικά γράμματα μιας επιγραφής που ξεμάκραινε στο βάθος: ΡΙΡΝΤΕΝ ΣΤΙΛ.

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s