Άυν Ραντ: Ο Άτλας επαναστάτησε. 026


Επιστρατεύοντας όλη τη δύναμη του μυαλού του, ο Ρίρντεν απάντησε ήρεμα, «Συγγνώμη που σε απογοήτευσα, μητέρα».

«Δεν έχει νόημα να ζητάς συγγνώμη. Θα μπορούσες να είσαι εδώ αν έκανες μια προσπάθεια. Αλλά πότε έκανες κάτι για μας; Μόνο ο εαυτός σου σε νοιάζει. Και το χρήμα. Καλύπτεις τα έξοδά μας και νομίζεις πως όλα είν’ εντάξει. Το χρήμα! Το μόνο που σε νοιάζει είναι το χρήμα. Και το μόνο που μας δίνεις είναι χρήμα. Μας έδωσες ποτέ λίγο χρόνο;»

Αν τα λόγια που άκουγε απ’ τη μητέρα του έκρυβαν την ανάγκη της να τον έχει κοντά της, σκέφτηκε ο Ρίρντεν, τότε τον νοιαζόταν, κι αν πράγματι τον νοιαζόταν, ήταν άδικο ν’ αφήνει τον εαυτό του να νιώθει αυτό το βαρύ και ζοφερό συναίσθημα που τον έκανε να σωπαίνει, για να μην εκφράσει την απέχθεια που φώλιαζε μέσα του.

«Τίποτα δεν σε νοιάζει», συνέχισε η μητέρα του. Ο τόνος της φωνής της ήταν κάτι ανάμεσα σε απαξίωση και ικεσία. «Η Λίλιαν σε χρειαζόταν σήμερα, ήθελε να συζητήσετε κάτι πολύ σημαντικό, όμως της είπα πως δεν είχε νόημα να περιμένει».

«Ελάτε τώρα, μητέρα, δεν είναι και τόσο σημαντικό!» είπε η Λίλιαν. «Τουλάχιστον όχι για τον Χένρι».

Ο Ρίρντεν στράφηκε προς το μέρος της. Στεκόταν στη μέση του δωματίου φορώντας ακόμη την καμπαρντίνα του σαν να είχε παγιδευτεί σε κάποιον εξωπραγματικό κόσμο που δεν μπορούσε να καταλάβει.

«Δεν είναι κάτι σπουδαίο», είπε η Λίλιαν με εύθυμο τόνο. Ο Χένρι δεν κατάλαβε αν η φωνή της έκρυβε απολογητική διάθεση ή κομπασμό. «Δεν έχει σχέση με δουλειές. Δεν έχει σχέση με εμπόριο. Είναι μια υπόθεση μη εμπορική».

«Τι είναι, Λίλιαν;»

«Σκέφτομαι να οργανώσω ένα πάρτι».

«Πάρτι;»

«Μη με κοιτάζεις έντρομος. Το ξέρω ότι έχεις πολλή δουλειά, αλλά δεν είναι γι’ αύριο βράδυ. Το πάρτι θα γίνει σε τρεις μήνες· και θα είναι μια εκδήλωση πολύ ξεχωριστή. Γι’ αυτό θέλω να μου υποσχεθείς ότι θα είσ’ εδώ, κι όχι στη Μινεσότα, στο Κολοράντο ή στην Καλιφόρνια».

Τον κοίταζε παράξενα, ο τόνος της φωνής της ήταν υπερβολικά ξένοιαστος αλλά κι αρκετά αποφασιστικός, ενώ το χαμόγελό της αποτύπωνε μια έντονη έκφραση αθωότητας, δημιουργώντας την αίσθηση πως είχε ένα κρυφό χαρτί που μπορούσε να το ρίξει ό,τι ώρα ήθελε.

«Σε τρεις μήνες;» έκανε ο Ρίρντεν. «Μα ξέρεις πολύ καλά πώς είναι το πρόγραμμά μου. Μπορεί να προκύψει κάποια επείγουσα δουλειά που θα με αναγκάσει να λείψω από την πόλη».

«Μα και βέβαια το ξέρω! Μη μου πεις όμως ότι δεν μπορώ να κλείσω κι εγώ μια φορά μαζί σου επίσημο ραντεβού, σαν όλους αυτούς τους διευθυντές, τους κατασκευαστές και τους σιδεράδες; Απ’ ό,τι λένε, δεν χάνεις ποτέ ραντεβού. Άλλωστε μπορείς να ορίσεις εσύ την ημερομηνία σύμφωνα με τις υποχρεώσεις σου». Τον κοίταζε μ’ ελαφρά χαμηλωμένο το κεφάλι, έτσι που το βλέμμα της κατευθυνόταν ανοδικά στην ψηλή κορμοστασιά του αποπνέοντας μια ιδιαίτερα θηλυκή χάρη. «Τι λες για τις 10 Δεκεμβρίου… νομίζω πως είναι μια καλή ημερομηνία, εκτός κι αν προτιμάς στις 9 ή στις 11», του είπε με υπερβολικά αδιάφορο αλλά κι επιφυλακτικό τόνο.

«Δεν με πειράζει».

Τότε εκείνη είπε με μειλίχιο ύφος: «Στις 10 Δεκεμβρίου είναι η επέτειος του γάμου μας, Χένρι».

Στράφηκαν όλοι και τον κοίταξαν· όμως αντί για το ένοχο βλέμμα που περίμεναν να δουν στο πρόσωπό του, αυτό που αντίκρισαν ήταν ένα αμυδρό χαμόγελο ευθυμίας. Όχι, σκέφτηκε ο Ρίρντεν, σκοπός της γυναίκας του δεν ήταν να τον φέρει σε δύσκολη θέση, αφού όλοι ήξεραν ότι μπορούσε να ξεγλιστρήσει πολύ εύκολα από την παγίδα, αρνούμενος την κατηγορία πως είχε ξεχάσει την ημερομηνία της επετείου. Η Λίλιαν ήξερε ότι το μοναδικό όπλο που είχε στη διάθεσή της ήταν τα αισθήματά του για κείνη. Άρα, σκέφτηκε ο Ρίρντεν, σκόπευε μ’ έναν αξιοπρεπή κι έμμεσο τρόπο να δοκιμάσει τα αισθήματά του και να ομολογήσει τα δικά της. Για κείνον μπορεί μια δεξίωση να μη σήμαινε τίποτα. Σιχαινόταν τις δεξιώσεις. Όμως για τη Λίλιαν ήταν ο καλύτερος τρόπος να τιμήσει τον άντρα της και το γάμο τους. Επομένως έπρεπε να σεβαστεί την πρόθεσή της, ακόμα κι αν δεν συμμεριζόταν τις αρχές της, ακόμα κι αν δεν ήξερε κατά πόσο τον ενδιέφερε πια να λάβει οποιαδήποτε τιμή κι αναγνώριση απ’ τη γυναίκα του. Έπρεπε να την αφήσει να κερδίσει, σκέφτηκε, γιατί ήταν μια γυναίκα που είχε αφεθεί στο έλεός του.

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s