Άυν Ραντ: Ο Άτλας επαναστάτησε. 030


«Είναι μια χαρά, υποθέτω».

«Υποθέτεις; Θα ’πρεπε να ’σαι σίγουρος. Είναι πολύ σημαντικό». Στύλωσε το βλέμμα του στον Ρίρντεν κι επανέλαβε τη φράση του με έμφαση, σαν να εκπλήρωνε ένα δυσβάσταχτο ηθικό χρέος, «Είναι πολύ σημαντικό, Χανκ».

«Έτσι νομίζω κι εγώ».

«Και για να είμαι ειλικρινής, αυτό ήρθα να σου πω».

«Γιατί; Συμβαίνει κάτι;»

Ο Λάρκιν το σκέφτηκε λίγο κι αποφάσισε ότι το χρέος είχε εκπληρωθεί. «Όχι», αποκρίθηκε.

Ο Ρίρντεν απεχθανόταν αυτό το θέμα. Ήξερε πως ήταν αναγκαίο να έχει έναν άνθρωπο στα υψηλά κυβερνητικά κλιμάκια· όλοι οι βιομήχανοι απασχολούσαν τέτοιους ανθρώπους. Όμως δεν έδινε ποτέ ιδιαίτερη σημασία σ’ αυτή την πλευρά της δουλειάς του· δεν μπορούσε καν να πείσει τον εαυτό του πως ήταν απαραίτητη. Μια ανεξήγητη άρνηση, κάτι ανάμεσα σε απέχθεια και πλήξη, τον σταματούσε κάθε φορά που προσπαθούσε ν’ ασχοληθεί μ’ αυτό το ζήτημα.

«Το πρόβλημα, Πολ», είπε εκφράζοντας δυνατά τη σκέψη του, «είναι πως οι άνθρωποι που κάνουν αυτή τη δουλειά είναι όλοι άχρηστοι».

Ο Λάρκιν κοιτούσε αλλού. «Έτσι είναι η ζωή», είπε.

«Ανάθεμα κι αν καταλαβαίνω πώς είναι η ζωή. Μπορείς να μου πεις κάτι; Τι συμβαίνει στον κόσμο;»

Ο Λάρκιν σήκωσε τους ώμους του θλιμμένα. «Γιατί κάνεις άσκοπες ερωτήσεις; Μέχρι πού φτάνει ο ουρανός; Πού τελειώνει ο κόσμος; Ποιος είναι ο Τζoν Γκολτ;»

Ο Ρίρντεν ανακάθισε απότομα. «Όχι», είπε κοφτά. «Όχι, δεν υπάρχει λόγος να νιώθει κανείς έτσι».

Σηκώθηκε όρθιος. Από την ώρα που άρχισε να μιλάει για τη δουλειά του, η κόπωση εξαφανίστηκε. Ένιωσε ξαφνικά να σφύζει από ενέργεια, ένιωσε μια επιτακτική ανάγκη ν’ αψηφήσει τους πάντες υπερασπίζοντας κι επιβάλλοντας την άποψή του για τη ζωή, αυτή την άποψη που είχε στεριώσει μέσα του όταν επέστρεφε στο σπίτι και τώρα έμοιαζε ν’ απειλείται από κάποια σκοτεινή δύναμη.

Άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω στο δωμάτιο· είχε ξαναβρεί τη ζωτικότητά του. Κοίταξε την οικογένειά του. Ήταν όλοι τους φτωχά, φοβισμένα πλάσματα –είπε μέσα του–, όλοι τους, ακόμα κι η μητέρα του, και θα ήταν ανόητο να τους κακίζει για την αλόγιστη συμπεριφορά τους· δεν είχαν κακή πρόθεση, απλώς ήταν αδύναμοι. Αυτός έπρεπε να προσπαθήσει να τους καταλάβει, επειδή αυτός ήταν που είχε πάρα πολλά να δώσει κι επειδή εκείνοι ήταν ανίκανοι να καταλάβουν αυτή την εκστατική, ανεξάντλητη δύναμη που ένιωθε ν’ αναβλύζει μέσα του.

Τους κοίταξε απ’ την άλλη άκρη του δωματίου. Η μητέρα του και ο Φίλιπ έδειχναν να συζητούν μ’ ενθουσιασμό· σύντομα όμως αντιλήφθηκε πως η έκφραση στα πρόσωπά τους δεν ήταν ενθουσιασμός αλλά νευρικότητα. Ο Φίλιπ καθόταν σε μια χαμηλή καρέκλα με την κοιλιά προτεταμένη, στηρίζοντας όλο του το βάρος στις ωμοπλάτες, λες κι ήθελε να τιμωρήσει μ’ αυτή την αξιοθρήνητα άβολη στάση του σώματός του όποιον τον κοιτούσε.

«Τι τρέχει, Φιλ;» ρώτησε ο Ρίρντεν πλησιάζοντας προς το μέρος του. «Φαίνεσαι ράκος».

«Είχα πολύ δύσκολη μέρα», απάντησε βαριά ο Φίλιπ.

«Βλέπεις, Χένρι; Δεν είσαι ο μόνος που δουλεύει σκληρά», είπε η μητέρα του. «Έχουμε κι εμείς προβλήματα, ακόμα κι αν δεν ασχολούμαστε με δισεκατομμύρια και συναλλαγές στις πέντε ηπείρους».

«Αυτό είναι πολύ ευχάριστο. Πάντα πίστευα ότι ο Φιλ θα έβρισκε τελικά να κάνει κάτι που να τον ικανοποιεί».

«Ευχάριστο; Δηλαδή σου αρέσει να βλέπεις τον αδερφό σου να επιβαρύνει την υγεία του; Ναι, τελικά σου αρέσει. Πάντα σου άρεσε. Καλά το είχα καταλάβει».

«Όχι, μητέρα. Να βοηθήσω θέλω μόνο».

«Δεν χρειάζεται να βοηθήσεις. Δεν χρειάζεται να ενδιαφέρεσαι για κανέναν μας».

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s