Άυν Ραντ: Ο Άτλας επαναστάτησε. 031


Ο Ρίρντεν δεν είχε καταλάβει ποτέ τι ακριβώς έκανε ή τι ήθελε να κάνει ο αδερφός του. Είχε αναλάβει τα έξοδα των σπουδών του, αλλά ο Φίλιπ δεν είχε επιλέξει ακόμα με τι θ’ ασχοληθεί. Ο ίδιος θεωρούσε προβληματικό να μην επιδιώκει κανείς ν’ ασχοληθεί με μια δουλειά που θα του αποφέρει χρήματα, όμως δεν ήθελε να επιβάλλει τις αρχές του στον Φίλιπ. Είχε όλη την καλή διάθεση να στηρίζει οικονομικά τον αδερφό του χωρίς να κάνει ποτέ λόγο για τα έξοδα. Ας αποφασίσει με την ησυχία του, σκεφτόταν επί χρόνια ο Ρίρντεν, ας του δώσουμε την ευκαιρία να επιλέξει τη σταδιοδρομία του χωρίς να χρειάζεται να παλεύει καθημερινά για τη διαβίωσή του.

«Τι έκανες σήμερα, Φιλ;» τον ρώτησε καλοπροαίρετα.

«Μάλλον δεν θα σ’ ενδιαφέρει ν’ ακούσεις».

«Και βέβαια μ’ ενδιαφέρει. Αλλιώς δεν θα ρωτούσα».

«Έτρεχα απ’ τη μια άκρη της πόλης στην άλλη. Είχα να συναντήσω είκοσι διαφορετικούς ανθρώπους».

«Για ποιο λόγο;»

«Προσπαθώ να συγκεντρώσω χρήματα για την ένωση των Φίλων της Παγκόσμιας Προόδου».

Ο Ρίρντεν δεν είχε καταφέρει ποτέ να συγκρατήσει τα ονόματα όλων αυτών των οργανώσεων στις οποίες συμμετείχε ο Φίλιπ, αλλά ούτε και να σχηματίσει σαφή ιδέα για τις δραστηριότητές τους. Τους τελευταίους έξι μήνες άκουγε τον Φίλιπ να μιλάει συγκεχυμένα για μια συγκεκριμένη οργάνωση. Το αντικείμενό της πρέπει να ήταν κάτι σαν ανοιχτές διαλέξεις πάνω στην ψυχολογία, την παραδοσιακή μουσική και τους αγροτικούς συνεταιρισμούς. Ο Ρίρντεν ένιωθε περιφρόνηση γι’ αυτού του είδους τους συλλόγους και το θεωρούσε άσκοπο να ρωτάει πληροφορίες και λεπτομέρειες για τη δράση τους.

Παρέμεινε σιωπηλός. Ο Φίλιπ συνέχισε, χωρίς να περιμένει ερώτηση. «Χρειαζόμαστε δέκα χιλιάδες δολάρια για ένα πολύ σημαντικό πρόγραμμα, αλλά είναι πραγματικό μαρτύριο να προσπαθείς να μαζέψεις χρήματα στις μέρες μας. Δεν έχει απομείνει ίχνος κοινωνικής συνείδησης στον κόσμο. Όσο σκέφτομαι όλους αυτούς τους λεφτάδες που συνάντησα σήμερα – ξέρεις, είναι ικανοί να πληρώσουν όσο όσο για ένα καπρίτσιο τους, αλλά δεν καταδέχονται να βάλουν το χέρι στην τσέπη για να ενισχύσουν ένα σύλλογο. Ούτε κατοστάρικο δεν κατάφερα να μαζέψω. Δεν έχουν καμιά αίσθηση ηθικού καθήκοντος, καμιά… Γιατί γελάς;» ρώτησε απότομα. Ο Ρίρντεν στεκόταν μπροστά του γελώντας ειρωνικά.

Ήταν τόσο παιδιάστικο αυτό το φέρσιμο, σκέφτηκε ο Ρίρντεν. Η προσβολή κι η απαίτηση εκτοξεύονταν μαζί, από το στόμα ενός ανυπεράσπιστου, αυθάδικου πλάσματος. Θα μπορούσε τόσο εύκολα ν’ αποστομώσει τον Φίλιπ ανταποδίδοντάς του την προσβολή –μια προσβολή που θα τον πλήγωνε θανάσιμα–, που προτίμησε να μην απαντήσει. Ο κακομοίρης, είπε μέσα του ο Ρίρντεν, ξέρει ότι βρίσκεται στο έλεός μου, ξέρει ότι θα πληγωθεί έτσι όπως φέρεται, γι’ αυτό κι εγώ δεν πρέπει να τον πληγώσω· δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα καταλάβει το λάθος του. Πόσο δυστυχισμένος πρέπει να είναι για να βασανίζει έτσι τον εαυτό του;

Κι ύστερα ο Ρίρντεν σκέφτηκε ξαφνικά ότι μπορούσε, έστω για μια φορά, να λυτρώσει τον Φίλιπ από τη χρόνια κακομοιριά, να του προσφέρει μια ένεση χαράς, να του χαρίσει την απροσδόκητη ικανοποίηση μιας σχεδόν μάταιης επιθυμίας. Τι νόημα έχει να ερευνά κανείς το κίνητρο της επιθυμίας; Είπε μέσα του: Η επιθυμία του Φίλιπ είναι να συγκεντρώσει αυτά τα λεφτά – όπως δική μου επιθυμία ήταν να κατασκευάσω το Μέταλλο Ρίρντεν. Ας νιώσει λοιπόν κι αυτός λίγη χαρά – μπορεί κάτι να διδαχτεί απ’ αυτό. Άλλωστε, εγώ δεν είπα πριν από λίγο πως η ευτυχία είναι το υψηλότερο μέσο εξαγνισμού; Σήμερα γιορτάζω, ας του δώσω λοιπόν την ευκαιρία να γιορτάσει κι αυτός – είναι τόσο πολύτιμο γι’ αυτόν και τόσο εύκολο για μένα.

«Φίλιπ», είπε χαμογελώντας, «τηλεφώνησε αύριο στη δεσποινίδα Άιβς στο γραφείο μου. Θα σου ετοιμάσει μια επιταγή δέκα χιλιάδων δολαρίων».

Ο Φίλιπ τον κοίταξε ανέκφραστα. Το βλέμμα του δεν πρόδιδε ούτε έκπληξη ούτε ικανοποίηση· είχε την παγερή έκφραση δύο γυάλινων ματιών.

«Α», έκανε ο Φίλιπ, κι ύστερα πρόσθεσε: «Ο σύλλογος θα το εκτιμήσει πάρα πολύ». Η φωνή του ήταν εντελώς άχρωμη· δεν φανέρωνε τίποτα, ούτε καν απληστία στο άκουσμα του χρήματος.

Ο Ρίρντεν έμεινε άφωνος· ένιωσε κάτι να καταρρέει μέσα του, κάτι βαρύ σαν μολύβι κι απέραντο σαν ερημιά. Ήξερε πως ήταν απογοήτευση, αλλά δεν καταλάβαινε γιατί του φαινόταν τόσο μουντή κι άσχημη.

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s