Άυν Ραντ: Ο Άτλας επαναστάτησε. 036


«Ας πιούμε στις θυσίες της ιστορικής αναγκαιότητας», είπε κοιτάζοντας τον Λάρκιν.

Κανένας δεν μίλησε· σ’ ένα φωτισμένο δωμάτιο, θα ’βλεπε κανείς την αναμέτρηση δύο αντρών που ανταλλάσσουν πυρά με το βλέμμα· όμως τώρα κοίταζαν απλώς ο ένας τις κόγχες των ματιών του άλλου. Τελικά ο Λάρκιν σήκωσε το ποτήρι του.

«Κερνάω εγώ», είπε ο Τάγκαρτ.

Έμειναν όλοι σιωπηλοί μέχρι που ακούστηκε η φωνή τού Μπόιλ να λέει μ’ έναν τόνο αδιάφορης περιέργειας: «Γιά πες μου, Τζιμ, ήθελα να σε ρωτήσω, τι διάολο συμβαίνει με τα τρένα σου στη Γραμμή Σαν Σεμπαστιάν;»

«Τι εννοείς; Γιατί; Τι συμβαίνει;»

«Δεν ξέρω, νά… ένα μόνο επιβατικό τρένο την ημέρα είναι λίγο…»

«Ένα τρένο;»

«… είναι κάπως… σαν να ’χεις εγκαταλείψει τη γραμμή, έτσι μου φαίνεται. Και τι τρένο! Πού τα βρήκες αυτά τα βαγόνια, απ’ τον προπάππου σου; Και στην εποχή του, δηλαδή, μετά βίας θα πρέπει να τα χρησιμοποιούσαν. Και πού στο καλό τη βρήκες αυτή την ατμομηχανή; Αυτή δεν είναι μηχανή, είναι ερείπιο. Μηχανή που καίει ξύλα, στις μέρες μας;»

«Ξύλα;»

«Ναι, όπως το λέω, ξύλα. Δεν έχω ξαναδεί τέτοια μηχανή, μόνο σε φωτογραφίες. Από ποιο μουσείο την ξέθαψες; Έλα τώρα, μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις, απλώς πες μου τι σκαρώνεις».

«Δεν σκαρώνω κάτι», απάντησε αγχωμένα ο Τάγκαρτ. «Απλώς… έτυχε να βρεθείς στο Μεξικό την εβδομάδα που είχαμε κάποιο πρόβλημα με τους κινητήρες μας. Παραγγείλαμε καινούργιες μηχανές, αλλά μας τις έχουν καθυστερήσει· ξέρεις τι πρόβλημα αντιμετωπίζουμε με τους κατασκευαστές – αλλά είναι προσωρινό».

«Μα και βέβαια», είπε ο Μπόιλ. «Οι καθυστερήσεις είναι στο πρόγραμμα. Πάντως δεν έχω ταξιδέψει με πιο παράξενο τρένο στη ζωή μου. Κόντεψα να ξεράσω απ’ το ταρακούνημα».

Οι τρεις άντρες παρατήρησαν ότι ο Τάγκαρτ είχε βυθιστεί στη σιωπή. Έμοιαζε να τον απασχολεί κάποια προσωπική σκέψη. Μετά από λίγο σηκώθηκε χωρίς να πει κουβέντα· οι συνδαιτυμόνες του τον ακολούθησαν, υπακούοντας πειθήνια στην άρρητη εντολή του.

Ο Λάρκιν μουρμούρισε μ’ ένα βεβιασμένο χαμόγελο, «Χάρηκα πολύ που τα είπαμε, Τζιμ… Έτσι γεννιούνται τα μεγάλα σχέδια – με φίλους και ποτό».

«Οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις απαιτούν χρόνο», αποκρίθηκε ψυχρά ο Τάγκαρτ. «Πρέπει να δείξουμε σύνεση και προσοχή». Για πρώτη φορά στράφηκε στον Ουέσλι Μάουτς. «Αυτό που μ’ αρέσει σ’ εσένα, Μάουτς, είναι ότι δεν μιλάς πολύ».

Ο Ουέσλι Μάουτς ήταν ο άνθρωπος του Ρίρντεν στην Ουάσινγκτον.

Το σβησμένο φως του δειλινού κρεμόταν ακόμα στον ουρανό όταν ο Τάγκαρτ κι ο Μπόιλ κατέβηκαν στο δρόμο. Η έξοδος στον ανοιχτό χώρο τούς δημιούργησε μια παράξενη αίσθηση ανασφάλειας· μέσα στη σκοτεινή ατμόσφαιρα του μπαρ είχε κανείς την εντύπωση ότι έξω ήταν βαθύ σκοτάδι. Ένα ψηλό κτήριο υψωνόταν μπροστά τους, σαν ορθωμένο ξίφος που χάραζε με τις γραμμές του τον ουρανό. Πέρα στο βάθος, δέσποζε το θεόρατο ημερολόγιο.

Ο Τάγκαρτ σήκωσε νευρικά το γιακά του παλτού του και τον κούμπωσε για να ζεσταθεί. Δεν είχε σκοπό να επιστρέψει στο γραφείο, μα τελικά άλλαξε γνώμη. Έπρεπε να δει την αδερφή του.

«… έχουμε δύσκολο έργο μπροστά μας, Τζιμ», έλεγε ο Μπόιλ, «δύσκολο έργο, με πολλούς κινδύνους και πολλά εμπόδια, παίζονται πάρα πολλά…»

«Όλα είναι σχετικά», απάντησε αργά ο Τζέιμς Τάγκαρτ, «αρκεί να γνωρίζει κανείς τους κατάλληλους ανθρώπους… Όλα μπορούν να γίνουν αν γνωρίζει κανείς τους κατάλληλους ανθρώπους».

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s