Άυν Ραντ: Ο Άτλας επαναστάτησε. 037


Η Ντάγκνι Τάγκαρτ ήταν εννέα χρονών όταν αποφάσισε ότι κάποια μέρα θ’ αναλάμβανε το Σιδηρόδρομο της Τάγκαρτ Τρανσκοντινένταλ. Στεκόταν μόνη της ανάμεσα στις ράγες και κοίταζε τις δυο ευθείες χαλύβδινες γραμμές που ξεμάκραιναν κι έσμιγαν σ’ ένα σημείο στο βάθος. Ένιωθε μια υπεροπτική ικανοποίηση βλέποντας τις σιδηροτροχιές να διασχίζουν το δάσος. Οι ράγες αυτές δεν ανήκαν στον κόσμο των γέρικων δέντρων και των τεράστιων κλαδιών που έγερναν νωχελικά πάνω απ’ τους πράσινους θάμνους και τους μοναχικούς μίσχους των αγριολούλουδων. Όμως η παρουσία τους ήταν ακλόνητη. Οι δυο χαλύβδινες γραμμές άστραφταν κάτω απ’ τον ήλιο, με τις μαύρες τραβέρσες τους να ξεδιπλώνονται στο χώρο σαν σκαλοπάτια μιας ατέλειωτης σκάλας που την καλούσε ν’ ανέβει.

Δεν ήταν μια ξαφνική απόφαση, αλλά το λεκτικό επισφράγισμα μιας σκέψης που είχε στεριώσει μέσα της από καιρό. Με μια σιωπηρή συμφωνία, σαν να δένονταν μ’ έναν όρκο που δεν χρειάστηκε να δοθεί ποτέ, εκείνη και ο Έντι Γουίλερς είχαν αφιερώσει τη ζωή τους στο σιδηρόδρομο από την πιο τρυφερή τους ηλικία.

Η Ντάγκνι ένιωθε μια απέραντη αδιαφορία για το άμεσο περιβάλλον της, τόσο για τα άλλα παιδιά όσο και για τους ενήλικες. Πίστευε πως μια θλιβερή συγκυρία, την οποία έπρεπε να υπομείνει καρτερικά για ένα διάστημα, την είχε εγκλωβίσει σ’ έναν κόσμο με πληκτικούς ανθρώπους. Ήταν σίγουρη πως κάπου υπήρχε ένας άλλος κόσμος –τον είχε δει φευγαλέα–, ο κόσμος που είχε δημιουργήσει τα τρένα, τις γέφυρες, τα σύρματα του τηλέγραφου και τα φανάρια που αναβοσβήνουν μες στη νύχτα. Έπρεπε να περιμένει, σκεφτόταν, να περιμένει μέχρι να είν’ έτοιμη να τον κατακτήσει.

Δεν προσπάθησε ποτέ να εξηγήσει γιατί της άρεσε ο σιδηρόδρομος. Ήξερε πως αυτό που ένιωθε ήταν κάτι ξεχωριστό, κάτι που δεν μπορούσαν να καταλάβουν οι άλλοι γύρω της. Την ίδια συγκίνηση ένιωθε στο σχολείο για τα μαθηματικά, το μόνο μάθημα που της άρεσε. Ήταν η έξαψη που την κατέκλυζε όταν έλυνε προβλήματα, η αλαζονική απόλαυση της πρόκλησης και της ανεμπόδιστης αντιμετώπισής της, η αδημονία για την επόμενη, δυσκολότερη δοκιμασία. Και την ίδια στιγμή ένιωθε έναν υπέρμετρο σεβασμό για τον αντίπαλο, για μια επιστήμη τόσο καθαρή, τόσο αυστηρή, τόσο ξεκάθαρα ορθολογική. Τα μαθηματικά, έλεγε μέσα της, είναι τόσο απλά, ενώ ταυτόχρονα σκεφτόταν: «Τι σπουδαία σκέψη, τι λαμπρό επίτευγμα!» και κατέ- ληγε, «Τα καταφέρνω τόσο καλά!» Ο θαυμασμός της για τα επιτεύγματα των άλλων κι η πίστη στις δυνατότητές της συγχωνεύονταν σ’ ένα συναίσθημα ευφορίας. Έτσι ακριβώς αισθανόταν και για το σιδηρόδρομο: θαύμαζε την επιτηδειότητα που είχε χρειαστεί για τη δημιουργία του, θαύμαζε την επινοητικότητα του καθαρού, ορθολογικού νου, ενώ την ίδια στιγμή ένα κρυφό χαμόγελο πρόδιδε τη βεβαιότητά της ότι κάποια μέρα θα γι­νόταν αντάξια αυτού του μεγαλείου. Τριγύριζε στις γραμμές και στ’ αμαξοστάσια σαν ταπεινή μαθήτρια, νιώθοντας να την κυριεύει μια αίσθηση μελλοντικής υπερηφάνειας, μιας υπερηφάνειας που έπρεπε να κερδηθεί.

«Η ματαιοδοξία σου δεν περιγράφεται», ήταν η μία από τις δύο φράσεις που άκουγε σ’ όλη την παιδική της ηλικία, παρότι δεν μιλούσε ποτέ για τις δυνατότητές της. Η άλλη φράση ήταν: «Είσαι εγωίστρια». Ρωτούσε τι σήμαινε αυτό, αλλά δεν έπαιρνε απάντηση. Κοίταζε τους ενήλικες κι αναρωτιόταν πώς ήταν δυνατόν να πιστεύουν ότι μια τόσο ασαφής κατηγορία μπορούσε ποτέ να την κάνει να νιώσει ενοχές.

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s