Η Μιμή Θεοχάρη Φιλιππίδη μιλάει στο blog του akamas


Πριν από λίγο καιρό διάβασα το βιβλίο της Μιμής Θεοχάρη Φιλλιπίδη, το οποίο κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο Ωκεανίδα και το παρουσίασα στο blog μου. Η συγγραφέας δεχόμενη την πρόσκλησή μου απαντά σε κάποιες ερωτήσεις μου.

 1. Ένα ζευγάρι εγκαταλείπει την Αμερική και εγκαθίσταται σε ένα μικρό χωριό κοντά στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο. Τι θα μπορούσε να το οδηγήσει σε μια τέτοια κίνηση;

 Το κεντρικό ζευγάρι της ιστορίας, ο Στίβεν (δικαστικός ανθρωπολόγος-καθηγητής ανθρωπολογίας) και η Μαίρη (σκηνοθέτρια  ντοκιμαντέρ) βρίσκονται από την Καλιφόρνια σε ένα χωριουδάκι της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου, τον Γρανίτη, για να περάσουν εκεί τον ένα χρόνο της ακαδημαϊκής άδειας του Στίβεν (σημ.: δίνεται συνήθως στους καθηγητές πανεπιστημίου κάθε επτά χρόνια για να μελετήσουν, να συγγράψουν ή να ταξιδέψουν). Κι ενώ αρχικά δηλώνεται ότι η επιλογή του χωριού έγινε για χάρη του Στίβεν (ώστε να έχει την ησυχία για περισυλλογή και συγγραφή), στην πορεία διαφαίνεται ότι ήταν η νοσταλγία της Μαίρης για την Ελλάδα και η ανάγκη της για ένα ταξίδι (αυτογνωσίας;) στο παρελθόν της που τους οδήγησε εδώ.

 2. Εκείνες τις ημέρες ανακαλύπτεται τυχαία ένας σκελετός στο χωριό. Τι θα μπορούσε να καλύπτεται πίσω από αυτό το εύρημα;

 Στον Γρανίτη -και τα γύρω μέρη- ξεθάβονται κατά καιρούς πολλοί σκελετοί, συνήθως λείψανα από πολέμους. Κάποτε μάλιστα ανακαλύφτηκε μαζικός τάφος μέσα στο παλιό χωριό. Δεν είναι κάτι ασυνήθιστο για τους ντόπιους. Γι’ αυτό και το εύρημα –ο σκελετός που ξεθάβεται μετά τη φοβερή νεροποντή- δεν απασχολεί για πολύ τους χωρικούς. Πιο μεγάλη περιέργεια δείχνει η Μαίρη: Μαθημένη χρόνια ν’ ακολουθεί τον άντρα της στις ανασκαφές του και να τις καταγράφει στα ντοκιμαντέρ της, δεν εκπλήρωσε ακόμη το όνειρό της για μια ταινία μυθοπλασίας. Και το εύρημα, θα αποτελέσει για εκείνη το υλικό για την ταινία που ονειρεύεται – τουλάχιστον έτσι δικαιολογεί την περιέργειά της. Κατά βάθος, ωστόσο, είναι η επιθυμία της να μάθει περισσότερα για πρόσωπα και πράγματα της οικογένειας που τη δένουν με τον τόπο.

 3. Ο σκελετός γίνεται αφορμή για να αρχίσουν να αποκαλύπτονται μυστικά, καλά κρυμμένα μέσα στη κλειστή κοινωνία. Ποιά τα αίτια που κρατούν θαμμένα κάποια μυστικά που στην ουσία είναι γνωστά σε όλους;

 Η τυχαία ανεύρεση του σκελετού γίνεται αφορμή για ν’ αρχίσουν να ξεθάβονται μυστικά, γνωστά σε αρκετούς στο χωριό, αλλά καλά κρυμμένα για χρόνια. Σε πολλά μικρά κλειστά μέρη, αυτό μπορεί να συμβαίνει  για διάφορους λόγους (θέμα ταμπού, φόβου, ηθικής) Στην συγκεκριμένη περίπτωση του μύθου μας (που αφορά ένα θέμα συνδεδεμένο ευρύτερα με την σεξουαλική ταυτότητα του ατόμου), δείχνω ότι το κάνουν ουσιαστικά από ανθρωπιά και διακριτικότητα. Μπορεί να είναι άνθρωποι απλοί, αδαείς, ντροπαλοί, αμόρφωτοι, αλλά ταυτόχρονα διαθέτουν και μια έμφυτη ευγένεια και ανεκτικότητα (Η Ανατολική Μακεδονία ήταν πάντα σταυροδρόμι πολλών πολιτισμών, συνυπήρχαν εκεί άνθρωποι με διαφορετικά ήθη, θρησκείες. Μπορεί να ήταν πάντα μακριά από το κέντρο της χώρας, αλλά ήταν ανοιχτοί προς την κεντρική και δυτική Ευρώπη. Στα κομμάτια ημερολογίου της μικρής από τον Μεσοπόλεμο δίνω μια γεύση αυτού).

 4. Ουσιαστικά γίνεται η σκιαγράφηση της ελληνικής υπαίθρου, αρκετά κλειστής. Ήταν κάτι που το είχες σκοπό όταν ξεκίνησες να γράφεις το βιβλίο;

 Όταν ξεκίνησα να γράφω το βιβλίο (δηλαδή, όταν αποφάσισα πια να κάνω τα σενάριά μου μυθιστορήματα – από απόγνωση μπροστά στο τηλεοπτικό πεδίο που έβλεπα…) ήξερα μόνο ότι θα ήταν ιστορία αστυνομικού μυστηρίου. Πρώτο, γιατί με τραβούσαν πάντα αυτές οι ιστορίες και δεύτερο γιατί τα κατάφερνα στα αστυνομικά σενάρια. Η σεναριακή μου προίκα ήταν πολύτιμη, κι αφού αποφάσιζα να μπω σε καινούργια για μένα χωράφια, μπορούσα να την αξιοποιήσω. Έχοντας διδαχτεί κάθε είδους σενάριο, ήξερα πώς να κτίσω μια ιστορία που να κρατάει καθηλωμένο τον θεατή. Τώρα έπρεπε να κτίσω ένα μυστήριο που να καθηλώνει τον αναγνώστη. Διάλεξα ένα μικρό απόμερο χωριό ως τόπο του δράματος γιατί με ενδιέφερε να ασχοληθώ με τα πρόσωπα της ιστορίας (το θύμα, τους υπόπτους…) και όχι να κάνω ένα σύγχρονο αστυνομικό, κοινωνικού σχολιασμού. Αυτό άλλωστε το έχουν κάνει και το κάνουν καλά παλαιότεροι και σπουδαιότεροι συγγραφείς. Ένα χωριό είναι για μένα ένας τέλειος, σεναριακά, μικρόκοσμος. Εξάλλου, μαγεμένη από τα σύγχρονα ιατροδικαστικά θρίλερ (τύπου CSI ή της Πατρίσια Κόρνγουελ) ήθελα αρχικά να έχω τους ντόπιους με την εμπειρική γνώση της φύσης –αντί για ειδικούς π.χ. δικαστικούς εντομολόγους- να λύνουν τα μυστήρια. Αυτό αποδείχτηκε πολύ δύσκολο γιατί θα έπρεπε να ζήσω καιρό σε ένα χωριό για να δω τι και πόσα μπορεί να ξέρουν εμπειρικά οι άνθρωποι εκεί. Το μόνο χωριό όπου έχω περάσει περισσότερες από δυο μέρες είναι ο Γρανίτης – το χωριό όπου παραθέριζε ο παππούς μου με την οικογένειά του προπολεμικά. Η φύση είναι απίστευτης ομορφιάς και προσφέρεται για σκηνικό ιστοριών μυστηρίου. Πριν αρχίσω το γράψιμο, άρχισα την έρευνα – όπως ήμουν μαθημένη από τη συγγραφή σεναρίων. Πήγα στον Γρανίτη, στο αστυνομικό Τμήμα Νευροκοπίου, γνώρισα τον διοικητή, έμαθα διάφορα για τον τόπο και τις υποθέσεις που τους απασχολούν  κ.λ.π. Και μετά άρχισα την έρευνα στο διαδίκτυο γύρω από τα ιατροδικαστικά θέματα. Μέχρι νεκροτομή on line έκανα!

 5. Στο βιβλίο αναφέρεσαι σε μια ειδική κατηγορία ανθρώπων. Θα ήθελες να μας μιλήσεις λίγο για αυτό και πως προέκυψε;

 Τους τρεις μήνες που κράτησε η πρώτη φάσης έρευνάς μου στο ίντερνετ, έπεφτα πάνω σε διάφορα site, σχετικά ή λιγότερο σχετικά με αυτά που έψαχνα. Από φιλομάθεια (ή ψυχαναγκασμό…) ένιωθα σχεδόν υποχρεωμένη να τα διαβάζω όλα. ‘Ετσι, έπεσα πάνω και στο ημερολόγιο ενός ατόμου με πρόβλημα παρόμοιο με της ηρωϊδας μου. Το έψαξα περισσότερο ( και η ταινία “Boys don’t cry” που ασχολείται με αυτό είναι από τις αγαπημένες μου!) και κατέληξα στο ότι ήταν ωραίο υλικό για ιατροδικαστικό θρίλερ.

 6. Κατά πόσον η ιστορία αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα;

 ‘Όλα τα γεγονότα της κεντρικής ιστορίας είναι επινοημένα καθώς και οι περισσότεροι από τους ήρωες. Υπάρχουν βέβαια πολλοί εμπνευσμένοι από υπαρκτά πρόσωπα. Για παράδειγμα, υπήρξε πράγματι Αυστριακός αρχιτέκτονας που έφτιαξε υπέροχες επαύλεις στη Δράμα του Μεσοπολέμου, αλλά δεν ήταν ο φον Σλόσερ της ιστορίας μου. Το ότι ο Γρανίτης υπήρξε κέντρο παραθερισμού τον Μεσοπόλεμο με σανατόριο, καζίνο κ.λ.π. είναι επίσης αλήθεια. Είναι μάλιστα ένα κομμάτι ιστορίας ελάχιστα γνωστό στη νότια Ελλάδα. Όταν είχα γυρίσει από την Αμερική μετά τις σπουδές μου είχα προλάβει εν ζωή πολλούς ηλικιωμένους κατοίκους του χωριού (παλιούς πρόσφυγες) κι είχα μαζέψει πολύ υλικό από ‘πρώτο χέρι’. Για παράδειγμα, ζούσε ακόμη ο παλιός πρόεδρος του χωριού (αιωνόβιος ήδη την δεκαετία του ’80) και μου είχε διηγηθεί με κάθε λεπτομέρεια την επίσκεψη του διαδόχου Γεωργίου το 1915 για κυνήγι στον Γρανίτη – χωριό που αγαπούσε γιατί η φύση του τού θύμιζε Δανία…- και το τραπέζωμα που είχε κάνει σ’ εκείνον και τους αυλικούς του… Κομμάτια ντόπιας ιστορίας…

Advertisements
This entry was posted in Συνέντευξη and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s