Άυν Ραντ: Ο Άτλας επαναστάτησε. 046


Η Ντάγκνι σκεφτόταν καμιά φορά ότι θα προτιμούσε να μην ήταν πρόγονός της ο συγκεκριμένος άντρας. Δεν αισθανόταν για τον Νατ Τάγκαρτ ό,τι αισθάνεται κανείς για μια οικογένεια που δεν έχει επιλέξει. Δεν ήθελε να νιώθει γι’ αυτόν ό,τι νιώθει συνήθως κανείς για ένα θείο ή έναν παππού. Ήταν ανίκανη ν’ αγαπήσει κάτι που δεν είχε επιλέξει η ίδια κι απεχθανόταν οποιαδήποτε απαίτηση γι’ αγάπη. Όμως, αν μπορούσε να διαλέξει έναν πρόγονο, θα επέλεγε τον Νατ Τάγκαρτ, με συνειδητό σεβασμό και μ’ όλη της την ευγνωμοσύνη.

Το άγαλμα του Νατ Τάγκαρτ ήταν αντίγραφο ενός σκίτσου που είχε φιλοτεχνήσει κάποτε ένας ζωγράφος κι αποτελούσε τη μοναδική μαρτυρία για την εξωτερική εμφάνιση του ιδρυτή τού σιδηροδρόμου. Αν και ο Νατ Τάγκαρτ έζησε μέχρι προχωρημένη ηλικία, ο κόσμος είχε πάντα στο μυαλό του την εικόνα ενός νεαρού άντρα – του άντρα που απεικονιζόταν στο σκίτσο. Η πρώτη επαφή της Ντάγκνι με την έννοια του θείου έγινε μέσ’ απ’ αυτό το άγαλμα. Όταν βρισκόταν στην εκκλησία ή στο σχολείο κι άκουγε τους ανθρώπους να χρησιμοποιούν αυτή τη λέξη, πίστευε πως ήξερε τι εννοούν: σκεφτόταν το άγαλμα.

Το άγαλμα παρίστανε έναν νεαρό άντρα με ψηλό, λιπόσαρκο σώμα και πρόσωπο με έντονες γωνίες. Κρατούσε το κεφάλι του στητό, σαν να ατένιζε μια πρόκληση με τη σιγουριά ότι μπορεί να την αντιμετωπίσει. Οι προσδοκίες της Ντάγκνι για τη ζωή συνοψίζονταν στην επιθυμία της να καταφέρει να κρατήσει μια μέρα το κεφάλι της στητό όπως εκείνος.

Σήμερα, διασχίζοντας το σταθμό, κοίταξε γι’ άλλη μια φορά το άγαλμα. Ήταν γι’ αυτήν μια στιγμή ανάπαυλας, σαν κάποιο απροσδιόριστο βάρος να γλιστρούσε από πάνω της κι ένα απαλό αεράκι να της χάιδευε το μέτωπο.

Σε μια από τις γωνίες του σταθμού, δίπλα στην κύρια είσοδο, υπήρχε ένα περίπτερο. Ο ιδιοκτήτης του, ένας ευγενικός ηλικιωμένος άντρας με αρχοντική φυσιογνωμία, στεκόταν πίσω από τον πάγκο τα τελευταία είκοσι χρόνια. Κάποτε είχε ένα εργοστάσιο τσιγάρων, αλλά χρεοκόπησε, κι από τότε αποσύρθηκε σ’ αυτή τη μοναχική, ασήμαντη γωνιά, καταμεσής μιας ασταμάτητης δίνης άγνωστων περαστικών. Δεν είχε οικογένεια ή φίλους που να ’χουν απομείνει στη ζωή. Είχε όμως μια αγαπημένη ασχολία, που ήταν κι η μοναδική του απόλαυση: συγκέντρωνε τσιγάρα απ’ όλο τον κόσμο για τη συλλογή του· γνώριζε κάθε μάρκα τσιγάρων που κυκλοφορούσε ή είχε κυκλοφορήσει ποτέ.

Στην Ντάγκνι άρεσε να σταματάει στο περίπτερο κάθε φορά που έβγαινε απ’ το σταθμό. Αυτός ο άνθρωπος ήταν ένα κομμάτι της Τάγκαρτ Τρανσκοντινένταλ, ένα γέρικο μαντρόσκυλο, πολύ αδύναμο για να προσφέρει προστασία, μα ικανό να δημιουργεί ένα αίσθημα ασφάλειας με την αφοσιωμένη παρουσία του. Αλλά και σ’ εκείνον άρεσε να τη βλέπει. Τον ικανοποιούσε η ιδέα πως ήταν ο μόνος εκεί μέσα που ήξερε πόσο σημαντική ήταν αυτή η νεαρή γυναίκα με το σπορ παλτό και το γειρτό καπέλο που έτρεχε βιαστικά μες στο πλήθος.

Η Ντάγκνι σταμάτησε, όπως συνήθως, για ν’ αγοράσει ένα πακέτο τσιγάρα. «Πώς πάει η συλλογή;» τον ρώτησε. «Τίποτα καινούργιο;»

Εκείνος χαμογέλασε θλιμμένα κουνώντας το κεφάλι του. «Όχι, κυρία Τάγκαρτ. Δεν υπάρχουν πια καινούργιες μάρκες. Ακόμα κι οι παλιές εξαφανίζονται η μια μετά την άλλη. Πέντ’-έξι είδη έχουν απομείνει μόνο. Παλιότερα ήταν δεκάδες. Οι άνθρωποι δεν φτιάχνουν πια τίποτα καινούργιο».

«Θα φτιάξουν. Δεν θα κρατήσει πολύ αυτή η κατάσταση».

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s