Άυν Ραντ: Ο Άτλας επαναστάτησε. 047


Την κοίταξε χωρίς ν’ απαντήσει. Ύστερα είπε, «Μου αρέσουν πολύ τα τσιγάρα, κυρία Τάγκαρτ. Μου αρέσει να σκέφτομαι τη φωτιά στα χέρια των ανθρώπων. Τη φωτιά, αυτή την επικίνδυνη δύναμη, να στέκεται υπάκουα στ’ ακροδάχτυλά τους. Καμιά φορά αναλογίζομαι τις ώρες που περνούν οι άνθρωποι μόνοι, κοιτάζοντας τον καπνό του τσιγάρου. Πόσες σκέψεις, πόσα σπουδαία πράγματα δεν έχουν γεννήσει αυτές οι ώρες! Όταν οι άνθρωποι σκέφτονται, μια ζωντανή κηλίδα φωτιάς καίει στο μυαλό τους – και θα τους ταίριαζε πολύ να ’ταν η έκφραση του προσώπου τους μια καύτρα από τσιγάρο».

«Μα σκέφτονται καθόλου;» ρώτησε άθελά της η Ντάγκνι και σώπασε· δεν ήθελε να δείξει πως η απορία αυτή τη βασάνιζε βαθιά μέσα της.

Ο άντρας την κοίταξε σαν να κατάλαβε τη σκέψη της· αλλά προτίμησε να μη δώσει συνέχεια. «Δεν μου αρέσει καθόλου αυτό που συμβαίνει στους ανθρώπους, κυρία Τάγκαρτ», είπε τελικά.

«Τι συμβαίνει;»

«Δεν ξέρω. Είκοσι χρόνια τώρα τους παρατηρώ απ’ αυτό εδώ το μέρος και διαπιστώνω πως έχουν αλλάξει. Παλιότερα τους έβλεπα να περνούν τρεχάτοι, κι ήταν υπέροχο να τους παρακολουθώ, έβλεπα τη βιασύνη των ανθρώπων που ήξεραν το στόχο και τον προορισμό τους. Σήμερα βιάζονται επειδή φοβούνται. Δεν τους κινεί κάποιος σκοπός, αλλά ο φόβος. Δεν πηγαίνουν κάπου συγκεκριμένα, δραπετεύουν. Νομίζω πως ούτε οι ίδιοι ξέρουν από τι προσπαθούν να δραπετεύσουν. Δεν κοιτούν ο ένας τον άλλο. Τραβιούνται απότομα αν τύχει κι αγγιχτούν στο ­διάβα τους. Χαμογελούν υπερβολικά, μα το χαμόγελό τους έχει κάτι αποκρουστικό· δεν εκφράζει χαρά, αλλά ικεσία. Δεν ξέρω τι συμβαίνει στον κόσμο». Ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν ξέρω. ­Ποιος είναι ο Τζον Γκολτ;»

«Κανείς! Μια ανούσια έκφραση είναι μόνο και τίποτ’ άλλο!»

Ένιωσε να σαστίζει με την ένταση της ίδιας της φωνής της και πρόσθεσε με απολογητικό τόνο, «Τη σιχαίνομαι αυτή την έκφραση. Τι σημαίνει; Από πού ξεφύτρωσε;»

«Κανείς δεν ξέρει», απάντησε εκείνος.

«Τότε γιατί ο κόσμος την επαναλαμβάνει συνέχεια; Κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει τι σημαίνει, κι όμως όλοι τη χρησιμοποιούν σαν να καταλαβαίνουν το νόημά της».

«Και γιατί τη σιχαίνεστε;» τη ρώτησε ο άντρας.

«Δεν μ’ αρέσει αυτό που φαίνεται πως υπονοεί».

«Ούτ’ εμένα, κυρία Τάγκαρτ».

 

 

Ο Έντι Γουίλερς συνήθιζε να τρώει για βράδυ στην καφετέρια των εργατών του Τερματικού Σταθμού της Τάγκαρτ. Το Κτήριο της Τάγκαρτ είχε ένα εστιατόριο όπου σύχναζαν οι διοικητικοί υπάλληλοι της εταιρείας. Όμως εκείνος προτιμούσε την καφετέρια· έμοιαζε να είναι κομμάτι του σιδηροδρόμου, κι αυτό τον έκανε να νιώθει άνετα και οικεία.

Η καφετέρια βρισκόταν στο υπόγειο του κτηρίου. Ήταν μια μεγάλη αίθουσα, που τα λευκά πλακάκια των τοίχων της γυάλιζαν απ’ τις αντανακλάσεις του ηλεκτρικού φωτισμού, δημιουργώντας την εντύπωση χρυσοποίκιλτου υφάσματος. Η ψηλή οροφή και οι επιχρωμιωμένοι γυάλινοι πάγκοι ανάδιναν μια αίσθηση άπλετου χώρου και φωτεινότητας.

Ο Έντι Γουίλερς συναντούσε κάποιες φορές στην καφετέρια έναν εργάτη του σιδηροδρόμου. Του άρεσε πολύ το πρόσωπό του. Είχαν μιλήσει κάνα δυο φορές κι από τότε συνήθιζαν να τρώνε μαζί όποτε τύχαινε να συναντηθούν.

Ο Έντι δεν θυμόταν αν είχε ρωτήσει τον άντρα τ’ όνομά ή το αντικείμενο της δουλειάς του· υπέθετε πως ήταν ένας απλός εργάτης, γιατί τα ρούχα του ήταν πάντα λερωμένα με γράσο. Δεν τον έβλεπε σαν συνομιλητή αλλά σαν μια σιωπηλή παρουσία που έδειχνε υπερβολικά έντονο ενδιαφέρον για το μοναδικό πράγμα που έδινε νόημα στη ζωή του: την Τάγκαρτ Τρανσκοντινένταλ.

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s