Άυν Ραντ: Ο Άτλας επαναστάτησε. 049


4

 Το ακίνητο κινούν

Η κινητήρια δύναμη –σκεφτόταν η Ντάγκνι κοιτάζοντας το Κτήριο της Τάγκαρτ Τρανσκοντινένταλ που ορθωνόταν μπροστά της μες στο λυκόφως– είναι η πιο ζωτική ανάγκη του οικοδομήματος. Η κινητήρια δύναμη το κρατάει όρθιο· η κίνηση το κρατάει σταθερό κι αμετακίνητο. Το κτήριο δεν στηρίζεται στα υποστυλώματα που χώνονται στο γρανιτώδες έδαφος· στηρίζεται στις μηχανές που τρέχουν πάνω στις ράγες, οργώνοντας τη χώρα.

Ένιωθε να την κατακλύζει μια αδιόρατη ανησυχία. Μόλις είχε επιστρέψει από το Νιου Τζέρσι, από το εργοστάσιο κατασκευής ντιζελομηχανών της Γιουνάιτεντ Λοκομότιβ Γουόρκς, όπου είχε πάει να μιλήσει από κοντά με τον πρόεδρο της εταιρείας. Δεν έβγαλε κανένα συμπέρασμα απ’ τη συζήτησή τους: δεν έμαθε ούτε για ποιο λόγο καθυστερούσε η παράδοση των ντιζελομηχανών ούτε κάποια σαφή πληροφορία για το πότε θα κατασκευάζονταν. Ο πρόεδρος μιλούσε δυο ολόκληρες ώρες. Όμως οι απαντήσεις του έμοιαζαν να αγνοούν τις ερωτήσεις που του απηύθυνε η Ντάγκνι. Αντιδρούσε μ’ έναν παράξενα επικριτικό τόνο κάθε φορά που εκείνη επιχειρούσε να κάνει τη συζήτηση πιο συγκεκριμένη, σαν να της υπενθύμιζε ότι παραβίαζε με την απρέπειά της κάποιον καθολικά αποδεκτό άγραφο κώδικα.

Λίγο νωρίτερα, την ώρα που πλησίαζε στις εγκαταστάσεις τού εργοστασίου, είχε δει ένα τεράστιο μηχάνημα παρατημένο σε μια γωνιά του περίβολου. Ήταν μια μηχανή κοπής εργαλείων, μια μηχανή απ’ αυτές που δεν υπήρχαν πια πουθενά στην αγορά. Η μηχανή δεν ήταν χαλασμένη· είχε σαπίσει από την αχρηστία, ήταν κατάμαυρη από τα λάδια και φαγωμένη απ’ τη σκουριά. Έστρεψε το βλέμμα της αλλού. Κάθε φορά που αντίκριζε τέτοιες εικόνες, ένιωθε να ξεσπάει μέσα της ένας τυφλός θυμός. Δεν καταλάβαινε το λόγο· δεν μπορούσε να εξηγήσει τι ακριβώς αισθανόταν· το μόνο που ήξερε ήταν πως κάπου μέσα σ’ αυτό το θυμό κρυβόταν μια κραυγή διαμαρτυρίας ενάντια στην αδικία, μια κραυγή που εναντιωνόταν σε κάτι πολύ βαθύτερο από τη θέα μιας άχρηστης, παρατημένης μηχανής.

Ήταν πια αργά όταν μπήκε στον προθάλαμο του γραφείου της. Όμως ο Έντι Γουίλερς ήταν ακόμα εκεί και την περίμενε. Απ’ τον τρόπο που την κοίταξε και την ακολούθησε σιωπηλά στο γραφείο της, η Ντάγκνι κατάλαβε αμέσως ότι κάτι είχε συμβεί.

«Τι συμβαίνει, Έντι;»

«Ο ΜακΝαμάρα έφυγε».

Τον κοίταξε σαστισμένη. «Τι εννοείς “έφυγε”;»

«Έφυγε. Αποσύρθηκε. Τα παράτησε».

«Ο ΜακΝαμάρα, ο εργολάβος μας;»

«Ναι».

«Αδύνατον!»

«Κι όμως».

«Γιατί; Τι έγινε;»

«Κανείς δεν ξέρει».

Με αργές κινήσεις, χωρίς βιάση, ξεκούμπωσε το παλτό της, κάθισε στο γραφείο της κι άρχισε να βγάζει τα γάντια της. «Πιάσ’ το απ’ την αρχή, Έντι. Κάθισε», του είπε.

Εκείνος παρέμεινε όρθιος κι είπε με ήρεμη φωνή, «Μίλησα με τον αρχιμηχανικό του. Μας τηλεφώνησε από το Κλίβελαντ για να μας ενημερώσει. Το μόνο που μου είπε ήταν αυτό. Δεν ήξερε τίποτ’ άλλο».

«Τι είπε;»

«Ότι ο ΜακΝαμάρα έκλεισε την επιχείρησή του κι έφυγε».

«Για πού;»

«Δεν ήξερε. Κανείς δεν ξέρει».

Η Ντάγκνι συνειδητοποίησε ότι τα δάχτυλα του χεριού της είχαν μείνει κοκαλωμένα πάνω στο μισοβγαλμένο γάντι. Τράβηξε το γάντι και το πέταξε πάνω στο γραφείο.

«Παράτησε ένα σωρό συμβόλαια που αξίζουν μια περιουσία», είπε ο Έντι. «Είχε λίστα αναμονής πελατών για τα επόμενα τρία χρόνια…» Εκείνη δεν είπε τίποτα. Ο Έντι πρόσθεσε, χαμηλόφωνα, «Δεν καταλαβαίνω, κι αυτό είναι που με τρομάζει… Δεν υπάρχει λογική εξήγηση…» Εκείνη παρέμενε σιωπηλή. «Ήταν ο καλύτερος εργολάβος στη χώρα».

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s