Άυν Ραντ: Ο Άτλας επαναστάτησε. 050


Κοιτάχτηκαν. Η Ντάγκνι ένιωσε την ανάγκη να φωνάξει, «Αλίμονο, Έντι!». Αλλά τελικά είπε με ατάραχη φωνή, «Μην ανησυχείς. Θα βρούμε άλλον εργολάβο για τη Γραμμή Ρίο Νόρτε».

Ήταν αργά όταν έφυγε από το γραφείο. Κατεβαίνοντας στο πεζοδρόμιο, στάθηκε μπροστά στην πόρτα του κτηρίου και κοίταξε το δρόμο. Ένιωσε ξαφνικά να την κατακλύζει ένα αίσθημα αδράνειας, σαν να είχε χάσει κάθε ενέργεια, σκοπό ή επιθυμία, λες και μια μηχανή είχε σταματήσει να δουλεύει μέσα της.

Μια απαλή λάμψη απλωνόταν στον ουρανό πίσω από τα κτήρια, ήταν η αντανάκλαση από χιλιάδες άγνωστα φώτα, η ηλεκτρική ανάσα της πόλης. Ένιωσε πως ήθελε να ξεκουραστεί. Να ξεκουραστεί, σκέφτηκε, και να διασκεδάσει κάπου.

Η δουλειά ήταν το μόνο πράγμα που είχε, το μόνο πράγμα που ήθελε. Όμως υπήρχαν φορές, όπως απόψε, που ένιωθε αυτό το παράξενο αίσθημα αδράνειας, ένα αίσθημα που δεν ήταν ερήμωση κι απελπισία αλλά σιωπή και ακινησία, λες και τίποτα δεν είχε χαλάσει, απλώς τα πάντα στέκονταν μέσα της ακίνητα. Τότε ένιωθε την επιθυμία ν’ αναζητήσει μια στιγμή απόλαυσης έξω από τη δουλειά, να γίνει κι αυτή παθητικός θεατής μπροστά σ’ ένα λαμπρό έργο. Να γίνει ο αποδέκτης του κι όχι ο δημιουργός του· ν’ ανταποκριθεί κι όχι να ξεκινήσει· να θαυμάσει κι όχι να δημιουργήσει. Αυτό θα μου δώσει τη δύναμη να προχωρήσω, είπε μέσα της, γιατί η χαρά είναι το καύσιμο της ζωής.

Σ’ όλη της τη ζωή –σκέφτηκε κλείνοντας τα μάτια μ’ ένα πικρό χαμόγελο ικανοποίησης– η κινητήρια δύναμη της ευτυχίας της ήταν ο ίδιος ο εαυτός της. Όμως αυτή τη φορά ήθελε ν’ αφεθεί στη δύναμη ενός ξένου κατορθώματος. Σκέφτηκε τους ανθρώπους που κοιτούν γεμάτοι χαρά τα φωτισμένα παράθυρα του τρένου καθώς διασχίζει τους απέραντους σκοτεινούς κάμπους –το δικό της κατόρθωμα–, αυτή την εικόνα δύναμης κι αποφασιστικότητας που τους κάνει να νιώθουν ασφάλεια μες στην απεραντοσύνη του χώρου και της νύχτας. Αυτή ήταν η αίσθηση που ήθελε να νιώσει κι εκείνη, αυτή η φευγαλέα ματιά, αυτός ο σύντομος χαιρετισμός, απλώς να κουνήσει το χέρι της και να πει: Κάποιος κάπου πηγαίνει…

Άρχισε να περπατάει αργά, με τα χέρια χωμένα στις τσέπες του παλτού και το γείσο του γειρτού της καπέλου να σκιάζει το πρόσωπό της. Τα κτήρια γύρω της ορθώνονταν τόσο ψηλά, που το βλέμμα της δεν άγγιζε τον ουρανό. Πόση προσπάθεια χρειάστηκε για να χτιστεί αυτή η πόλη, είπε μέσα της, πόσα πράγματα έχει να δώσει αυτό το μέρος στους ανθρώπους…

Πίσω από την πόρτα ενός καταστήματος, η μαύρη τρύπα ενός ραδιοφωνικού ηχείου πλημμύριζε το δρόμο με κάτι εκκωφαντικούς ήχους· ήταν οι νότες μιας συμφωνίας από κάποια αίθουσα συναυλιών. Έμοιαζαν με μακρόσυρτες στριγκλιές χωρίς μέτρο, χωρίς φόρμα, σαν ξεσκισμένες σάρκες και κουρέλια που χό­ρευαν στο κενό. Ξεπηδούσαν χωρίς μελωδία, χωρίς αρμονία, χωρίς ρυθμό να τις συγκρατεί. Αν η μουσική είναι συναίσθημα, σκέφτηκε, κι αν το συναίσθημα πηγάζει από τη σκέψη, τότε αυτό που άκουγε ήταν η κραυγή του χάους, του παράλογου, της απόγνωσης, της ανθρώπινης παραίτησης.

Συνέχισε να περπατάει. Σταμάτησε στη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου. Είδε μια πυραμίδα από βιβλία με πορφυρό εξώφυλλο που είχαν τον τίτλο: Το μαδημένο όρνιο. «Το μυθιστόρημα του αιώνα», έγραφε μια αφίσα. «Μια διεισδυτική μελέτη για την απληστία ενός επιχειρηματία. Μια τολμηρή αποκάλυψη της εξαχρείωσης του ανθρώπου».

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s