Άυν Ραντ: Ο Άτλας επαναστάτησε. 051


Πέρασε μπροστά από έναν κινηματογράφο. Οι εκτυφλωτικοί προβολείς του εξαφάνιζαν το μισό οικοδομικό τετράγωνο, σχηματίζοντας ένα κατάφωτο ταμπλό πάνω απ’ την είσοδο, με μια τεράστια φωτογραφία στο κέντρο και κάτι γράμματα που έμοιαζαν να αιωρούνται στο κενό. Η φωτογραφία απεικόνιζε μια νεαρή γυναίκα που χαμογελούσε· ήταν μια πληκτική, θλιβερή εικόνα, νόμιζε κανείς πως είχε δει αμέτρητες φορές αυτό το πρόσωπο, έστω κι αν το ’βλεπε για πρώτη φορά. Τα γράμματα έλεγαν: «… σ’ ένα κορυφαίο δράμα που απαντά στον αιώνιο γρίφο: Τι κρύβει μέσα της μια γυναίκα;»

Πέρασε έξω απ’ την πόρτα ενός νυχτερινού κλαμπ. Ένα ζευγάρι έβγαινε παραπατώντας απ’ το μεθύσι κι ετοιμαζόταν να μπει σ’ ένα ταξί. Τα μάτια της κοπέλας ήταν θολά, το πρόσωπό της ιδρωμένο, φορούσε μια γούνινη ετόλ κι ένα όμορφο βραδινό φόρεμα που είχε γλιστρήσει απ’ τον ένα της ώμο, αποκαλύπτοντας σχεδόν ολόκληρο το στήθος, όχι με προκλητική διάθεση αλλά με την αδιαφορία του βαρετού καθήκοντος, σαν τη ρόμπα που ρίχνει πρόχειρα πάνω της μια νοικοκυρά. Ο συνοδός της την είχε γραπώσει απ’ το γυμνό της μπράτσο και την έσερνε δίπλα του· το πρόσωπό του δεν είχε την έκφραση ανθρώπου που λαχτα­ράει να ζήσει μια ρομαντική περιπέτεια, αλλά το πονηρό βλέμμα αγοριού που ετοιμάζεται να γράψει χυδαία συνθήματα στον τοίχο.

Τι προσδοκούσε άραγε απ’ τη ζωή αυτό το κορίτσι; αναρωτήθηκε η Ντάγκνι συνεχίζοντας να περπατάει. Κι όμως, αυτά ήταν τα πράγματα που γέμιζαν τις ζωές των ανθρώπων, τα πράγματα που καθρέφτιζαν το πνεύμα τους, τη στάση τους απέναντι στον κόσμο, την ευτυχία τους. Είχε πολύ καιρό, χρόνια ολόκληρα, να δει κάτι διαφορετικό.

Αγόρασε μια εφημερίδα απ’ το περίπτερο της γωνίας κι ανέβηκε στο σπίτι.

Το διαμέρισμά της ήταν ένα δυάρι στο τελευταίο πάτωμα ενός ουρανοξύστη. Το μεγάλο γωνιακό παράθυρο του σαλονιού θύμιζε πλώρη πλοίου που αρμένιζε πάνω σε κύματα φτιαγμένα από πέτρα κι ατσάλι, ενώ τα φώτα της πόλης λαμπύριζαν σαν φωσφορίζοντες σπινθήρες στην επιφάνεια των αφρών. Μόλις άναψε το φως, μακριές τριγωνικές σκιές διαγράφηκαν στους γυμνούς τοίχους, σχηματίζοντας ένα γεωμετρικό μοτίβο που το διέκοπταν οι αιχμηρές γωνίες των λιγοστών επίπλων.

Στάθηκε στη μέση του δωματίου, ολομόναχη ανάμεσα στον ουρανό και την πόλη. Μόνο ένα πράγμα μπορούσε να της προσφέρει το συναίσθημα που ήθελε να νιώσει απόψε· ήταν η μοναδική μορφή απόλαυσης που γέμιζε τη ζωή της. Πλησίασε στο φωνόγραφο κι έβαλε ένα δίσκο του Ρίτσαρντ Χάλεϊ.

Ήταν το Τέταρτο Κονσέρτο, το τελευταίο έργο που είχε γράψει ο συνθέτης. Ο βρόντος των εναρκτήριων συγχορδιών έσβησε απ’ το μυαλό της τις εικόνες του δρόμου. Το κονσέρτο ήταν η μεγαλόπνοη κραυγή της εξέγερσης. Ήταν ένα «Όχι» που εκστομίζεται ενάντια στο αργό μαρτύριο της οδύνης, ήταν η άρνηση απέναντι στο μαρτύριο, μια άρνηση που έκρυβε την αγωνία της πάλης γι’ απελευθέρωση. Οι ήχοι έμοιαζαν με φωνές που έλεγαν: ο πόνος δεν πρέπει να υπάρχει, δεν είναι αναγκαίος – τότε γιατί ο χειρότερος πόνος χτυπάει αυτούς που δεν αποδέχονται την αναγκαιότητά του; Ποια τιμωρία, κι από ποιον, έχει επιβληθεί σε όλους εμάς που γνωρίζουμε το μυχό της αγάπης και το μυστικό της χαράς;… Οι ήχοι του μαρτυρίου γίνονταν ανυπακοή, η κατάθεση της αγωνίας γινόταν ύμνος, ο ύμνος ενός μακρινού οράματος για χάρη του οποίου αξίζει να υπομείνει κανείς τα πάντα, ακόμα και το ίδιο το μαρτύριο. Ήταν η ωδή της εξέγερσης – η ωδή μιας απεγνωσμένης αναζήτησης.

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s