Άυν Ραντ: Ο Άτλας επαναστάτησε. 052


Καθόταν ακίνητη, με τα μάτια κλειστά, κι άκουγε τη μουσική.

Κανείς δεν ήξερε τι συνέβη στον Ρίτσαρντ Χάλεϊ. Η ιστορία της ζωής του έμοιαζε με επιτομή αφιερωμένη στην καταδίκη της ανθρώπινης διάνοιας και στο τίμημα που πληρώνει κανείς όταν φέρει το σημάδι της. Ήταν τ’ ατέλειωτα χρόνια που πέρασε σε σοφίτες και υπόγεια, χρόνια μουντά, σαν τους άχρωμους τοίχους της φυλακής ενός συνθέτη που η μουσική του ξεχείλιζε από χρώματα. Ήταν το θλιβερό χρώμα μιας καθημερινής πάλης ενάντια σε σκοτεινές σκάλες φτωχών διαμερισμάτων και σε βρύσες που πάγωναν απ’ το κρύο, ενός αγώνα για την εξασφάλιση του πιο φτηνού φαγητού σ’ ένα βρομερό εστιατόριο, ενός αγώνα ενάντια στα πρόσωπα των ανθρώπων που άκουγαν μουσική με βλέμμα κενό. Ήταν μια πάλη χωρίς εκτόνωση, χωρίς την αναγνώριση που προσφέρει η παρουσία ενός συνειδητού εχθρού, μια πάλη βουβή, με μόνο αντίπαλο έναν αδιαπέραστο τοίχο που πρόβαλλε την πιο αποτελεσματική μορφή ηχομόνωσης: την αδιαφορία, μια αδιαφορία που κατάπινε χτυπήματα, συγχορδίες και ουρλιαχτά – ήταν η σιωπηλή πάλη ενός ανθρώπου που είχε τη δύναμη να δίνει στους ήχους την πιο λαμπρή τους έκφραση, ήταν η σιωπή της ερήμωσης, της μοναξιάς, μιας μοναξιάς η οποία γινόταν ακόμα πιο σκληρή τις σπάνιες φορές που κάποια ορχήστρα έπαιζε ένα έργο του, κι εκείνος κοίταζε το σκοτάδι, νιώθοντας την ψυχή του να ταξιδεύει μαζί με τα ηχητικά κύματα καθώς διαχέονταν στην πόλη από κάποιο ραδιοφωνικό πύργο, χωρίς όμως να υπάρχει ούτε ένας δέκτης συντονισμένος για να τ’ ακούσει.

«Η μουσική του Ρίτσαρντ Χάλεϊ έχει έναν ηρωικό χαρακτήρα, παρωχημένο στην εποχή μας», έλεγε ένας κριτικός. «Η μουσική του Ρίτσαρντ Χάλεϊ ηχεί παράταιρα στη σημερινή εποχή. Έχει κάτι το εκστατικό. Ποιος νοιάζεται σήμερα για την έκσταση;» έλεγε κάποιος άλλος.

Η ζωή του συνόψιζε τις ζωές όλων αυτών των ανθρώπων που επιβραβεύονται για την προσφορά τους με την ανέγερση ενός αγάλματος σε κάποιο δημόσιο πάρκο μετά από χρόνια, τότε που η επιβράβευση δεν έχει πια καμιά σημασία – με τη διαφορά ότι ο Ρίτσαρντ Χάλεϊ δεν πέθανε αρκετά νωρίς. Έζησε για να δει εκείνη τη νύχτα που, σύμφωνα με τους αποδεκτούς νόμους τής ιστορίας, δεν έπρεπε να δει. Ήταν σαράντα τριών χρονών στην πρεμιέρα του Φαέθοντα, μιας όπερας που είχε γράψει σε ηλικία είκοσι τεσσάρων ετών. Είχε παραλλάξει τον αρχαίο ελληνικό μύθο, δίνοντάς του το δικό του νόημα και το δικό του σκοπό: ο Φαέ­θων, ο νεαρός γιος του Ήλιου, που έκλεψε το άρμα του πατέρα του επιχειρώντας με αλαζονική φιλοδοξία να διασχίσει τον ουρανό, δεν έχει τη θλιβερή κατάληξη που του επιφυλάσσει ο μύθος· στην όπερα του Χάλεϊ, ο Φαέθων τα καταφέρνει. Η όπερα είχε παιχτεί και παλιότερα, δεκαεννιά χρόνια πριν, και κατέβηκε μετά την πρώτη παράσταση, όταν εκκωφαντικά γιουχαΐσματα κι αποδοκιμασίες κατέκλυσαν την αίθουσα. Εκείνη τη νύχτα ο Ρίτσαρντ Χάλεϊ περπάτησε στους δρόμους της πόλης μέχρι το ξημέρωμα, προσπαθώντας να επιλύσει ένα βασανιστικό ερώτημα, στο οποίο τελικά δεν απάντησε ποτέ.

Το βράδυ που η όπερα παίχτηκε ξανά, δεκαεννιά χρόνια αργότερα, οι τελευταίες νότες της μουσικής έσβησαν μέσα στον εκκωφαντικό ήχο από θυελλώδεις επευφημίες που όμοιές τους δεν είχε γνωρίσει το θέατρο στο παρελθόν. Οι τοίχοι του παλιού οικοδομήματος δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τις ζητωκραυγές, που ξεχύνονταν στα φουαγιέ, στις σκάλες, στους δρόμους, φτάνοντας ώς το νεαρό άντρα που είχε περπατήσει στους ίδιους δρόμους δεκαεννιά χρόνια πριν.

Παρακολούθησε κι η Ντάγκνι την παράσταση εκείνο το βράδυ. Ήταν απ’ τους λίγους που γνώριζαν από καιρό τη μουσική του· όμως δεν τον είχε δει ποτέ. Είδε να τον σέρνουν με το ζόρι στη σκηνή, είδε τον Ρίτσαρντ Χάλεϊ να στέκεται απέναντι σ’ ένα τεράστιο κύμα από χέρια που ανέμιζαν και κεφάλια που ζητωκραύγαζαν. Στεκόταν ακίνητος, ένας ψηλός, σκελετωμένος άντρας με γκριζωπά μαλλιά. Δεν υποκλίθηκε, δεν χαμογέλασε· απλώς στεκόταν και κοίταζε το πλήθος. Στο πρόσωπό του διαγραφόταν το νηφάλιο, σοβαρό βλέμμα ανθρώπου που προσπαθεί να λύσει ένα αίνιγμα.

«Η μουσική του Ρίτσαρντ Χάλεϊ», έγραφε την επόμενη μέρα ένας κριτικός, «ανήκει στην ανθρωπότητα. Είναι το προϊόν και η έκφραση του ανθρώπινου μεγαλείου». «Η ζωή του Ρίτσαρντ Χάλεϊ», έλεγε ένας υπουργός, «μας δίνει ένα υψηλό μάθημα ανθρωπιάς. Ο αγώνας του ήταν φριχτός όλ’ αυτά τα χρόνια, όμως τελικά με τι ευπρέπεια, με τι ευγένεια ψυχής υπέμενε τον πόνο, την αδικία, την κακομεταχείριση από τους συνανθρώπους του – προκειμένου να εμπλουτίσει τις ζωές τους και να τους μάθει να εκτιμούν την ομορφιά της σπουδαίας μουσικής».

Την επόμενη της πρεμιέρας, ο Ρίτσαρντ Χάλεϊ αποσύρθηκε.

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s