Άυν Ραντ: Ο Άτλας επαναστάτησε. 058


Στο ισόγειο του κτηρίου ο Τζέιμς Τάγκαρτ είδε μια παχουλή φυσιογνωμία να διαγράφεται σ’ ένα μαρμάρινο τοίχο και κατάλαβε πως ήταν ο Όρεν Μπόιλ πριν ακόμα δει το πρόσωπό του. Δεν περίμενε να τον συναντήσει εκεί. Πλησίασαν ο ένας τον άλλο και ο Μπόιλ είπε μ’ ένα χαμόγελο λιγότερο καθησυχαστικό απ’ ό,τι συνήθως, «Κράτησα την υπόσχεσή μου, Τζίμι. Σειρά σου τώρα». «Δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ. Γιατί ήρθες;» είπε κακόκεφα ο Τάγκαρτ. «Για να το διασκεδάσω», απάντησε ο Μπόιλ.

Ο Νταν Κόνγουεϊ καθόταν μόνος του στα αδειανά καθίσματα της αίθουσας συνεδριάσεων. Μόλις είδε την καθαρίστρια, σηκώθηκε μηχανικά σέρνοντας τα βήματά του προς την πόρτα. Περνώντας από δίπλα της στο διάδρομο, έβαλε το χέρι στην τσέπη και της έδωσε ένα χαρτονόμισμα των πέντε δολαρίων, σιωπηλά, ευγενικά, χωρίς να την κοιτάξει στο πρόσωπο. Έδειχνε σαν χαμένος, σαν να βρισκόταν σε κάποιο μέρος όπου οι καλοί τρόποι επιβάλλουν ν’ αφήνει κανείς φιλοδώρημα προτού αποχωρήσει.

Η Ντάγκνι ήταν ακόμα στη δουλειά όταν η πόρτα του γραφείου της άνοιξε διάπλατα κι όρμησε μέσα ο Τζέιμς Τάγκαρτ. Πρώτη φορά έμπαινε στο γραφείο της με τέτοιον τρόπο. Το πρόσωπό του έδειχνε αλαφιασμένο.

Δεν τον είχε δει από τη μέρα που εθνικοποιήθηκε η Γραμμή Σαν Σεμπαστιάν. Ο Τζιμ δεν επιδίωξε να το συζητήσει μαζί της και η Ντάγκνι δεν έκανε την παραμικρή νύξη για το θέμα. Αποδείχτηκε τόσο ξεκάθαρα πως εκείνη είχε δίκιο, σκεφτόταν, που οποιοδήποτε σχόλιο ήταν περιττό. Ένα παράξενο συναίσθημα, κάτι ανάμεσα σε ευγένεια και οίκτο, την εμπόδιζε να του επισημάνει το συμπέρασμα που προέκυπτε απ’ τα γεγονότα. Όπως κι αν το ’βλεπε κανείς, το συμπέρασμα ήταν ένα και μοναδικό. Όταν άκουσε για την ομιλία του στο Διοικητικό Συμβούλιο, σήκωσε τους ώμους της με περιφρονητική αδιαφορία. Αν ο Τζιμ ήθελε να οικειοποιείται τις επιτυχίες της για να εξυπηρετεί τους στόχους του, είπε μέσα της, τότε, όποιοι κι αν ήταν αυτοί οι στόχοι, τον συνέφερε να την αφήνει να σημειώνει επιτυχίες.

«Λοιπόν, νομίζεις πως είσαι η μόνη που κάνει τα πάντα γι’ αυτό το σιδηρόδρομο;»

Τον κοίταξε σαστισμένη. Η φωνή του ήταν διαπεραστική· στεκόταν μπροστά στο γραφείο της σε έξαλλη κατάσταση.

«Πιστεύεις ότι κατέστρεψα την εταιρεία, έτσι δεν είναι;» είπε ουρλιάζοντας. «Και πως είσαι η μόνη που μπορεί να μας σώσει; Νομίζεις ότι δεν μπορώ να επανορθώσω τη ζημιά στο Μεξικό;»

Εκείνη τον ρώτησε αργά, «Τι θέλεις;»

«Έχω να σου ανακοινώσω μερικά νέα. Θυμάσαι την πρόταση της Ένωσης Σιδηροδρόμων για τον Αντιαπάνθρωπο Ανταγωνισμό; Νομίζω πως δεν σου άρεσε καθόλου η ιδέα».

«Θυμάμαι. Τι έγινε;»

«Εγκρίθηκε».

«Τι εγκρίθηκε;»

«Ο Κανονισμός περί Αντιαπάνθρωπου Ανταγωνισμού. Πριν από λίγα λεπτά. Στη συνεδρίαση. Σε εννέα μήνες από τώρα δεν θα υπάρχει Φοίνιξ Ντουράνγκο στο Κολοράντο!»

Ένα γυάλινο τασάκι γλίστρησε απ’ το γραφείο και βρόντηξε στο πάτωμα καθώς η Ντάγκνι πετάχτηκε απάνω.

«Παλιοκαθάρματα!»

Ο Τάγκαρτ στεκόταν ακίνητος. Χαμογελούσε.

Η Ντάγκνι ένιωσε να τρέμει απ’ την ταραχή, να χάνει τον έλεγχο των αντιδράσεών της. Κατάλαβε ότι ο Τζιμ απολάμβανε το θέαμα, μα δεν την ένοιαζε. Όταν όμως είδε το χαμόγελό του, η ανεξέλεγκτη οργή της καταλάγιασε. Περιεργάστηκε το πρόσωπό του με ψυχρή αδιαφορία.

Στέκονταν αντικριστά κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο. Εκείνος έδειχνε για πρώτη φορά να μην τη φοβάται. Το βλέμμα του φανέρωνε θριαμβευτική ικανοποίηση. Τα γεγονότα σήμαιναν γι’ αυτόν κάτι πολύ περισσότερο απ’ την καταστροφή ενός ανταγωνιστή. Ήταν μια νίκη όχι ενάντια στον Νταν Κόνγουεϊ αλλά ενάντια σ’ εκείνη. Κι εκείνη δεν ήξερε ούτε το λόγο ούτε την αιτία που τον έκαναν να νιώθει έτσι, όμως ήταν σίγουρη ότι ο ίδιος ήξερε.

Μια αστραπιαία σκέψη πέρασε απ’ το μυαλό της, η σκέψη ότι εκεί, απέναντί της, στο πρόσωπο του Τζέιμς Τάγκαρτ και στο λόγο που τον έκανε να χαμογελάει, κρυβόταν ένα μυστικό που δεν είχε υποπτευθεί ποτέ της, ένα μυστικό που έπρεπε οπωσδήποτε ν’ αποκρυπτογραφήσει. Όμως η σκέψη έλαμψε για μια στιγμή και χάθηκε ακαριαία.

Έτρεξε σαν σίφουνας στην πόρτα της ντουλάπας κι άρπαξε το παλτό της.

«Πού πας;» Η φωνή του Τάγκαρτ ακούστηκε αποδυναμωμένη. Έκρυβε απογοήτευση και μια αμυδρή ανησυχία.

Εκείνη δεν απάντησε. Όρμησε έξω απ’ το γραφείο.

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s