Άυν Ραντ: Ο Άτλας επαναστάτησε. 062


Το επόμενο πρωί τηλεφώνησε στη Ρίρντεν Στιλ κι έκλεισε ραντεβού με τον Χανκ Ρίρντεν για το ίδιο απόγευμα. Μόλις κατέβασε το ακουστικό κι έσκυψε πάνω από τους χάρτες της Γραμμής Ρίο Νόρτε που ήταν απλωμένοι στο γραφείο της, άκουσε την πόρτα ν’ ανοίγει. Σήκωσε το βλέμμα της σαστισμένη· δεν είχε συνηθίσει να μπαίνει κόσμος στο γραφείο της χωρίς να της έχουν αναγγείλει τον επισκέπτη.

Ο άντρας που μπήκε μέσα ήταν άγνωστος. Ήταν νέος, ψηλός, και κάτι πάνω του –κάτι που η Ντάγκνι δεν μπορούσε να προσδιορίσει– απέπνεε βιαιότητα, αφού το πρώτο πράγμα που διέκρινε κανείς κοιτάζοντάς τον ήταν ένα αίσθημα αυτοελέγχου που άγγιζε τα όρια της υπεροψίας. Είχε σκούρα μάτια, ανάκατα μαλλιά και φορούσε ακριβά ρούχα, αλλά χωρίς καμιά διάθεση επίδειξης, σαν να μην είχε καν συναίσθηση πως ήταν πανάκριβα.

«Έλις Γιατ», της συστήθηκε.

Η Ντάγκνι πετάχτηκε όρθια με μια αυτόματη κίνηση. Κατάλαβε γιατί κανείς δεν τον σταμάτησε, ή δεν κατάφερε να τον σταματήσει, πριν μπει στο γραφείο της.

«Καθίστε, κύριε Γιατ», είπε χαμογελώντας.

«Δεν χρειάζεται. Δεν συνηθίζω να συζητώ με τις ώρες».

Η Ντάγκνι κάθισε στην καρέκλα της με αργές κινήσεις, σαν να ’θελε να τραβήξει λίγο το χρόνο, κι έγειρε πίσω κοιτάζοντάς τον.

«Λοιπόν;» τον ρώτησε.

«Ο λόγος που σας επισκέπτομαι είναι γιατί πιστεύω πως είστε η μόνη που έχετε λίγο μυαλό μέσα σ’ αυτή την αναθεματισμένη εταιρεία».

«Τι μπορώ να κάνω για σας;»

«Ν’ ακούσετε αυτό που έχω να σας πω. Και πάρτε το σαν προειδοποίηση». Μιλούσε καθαρά, προφέροντας αργά και σταθερά κάθε του συλλαβή. «Σε εννέα μήνες από τώρα, η Τάγκαρτ Τρανσκοντινένταλ θα πρέπει να παρέχει σιδηροδρομικές υπηρεσίες που να καλύπτουν πλήρως τις απαιτήσεις των επιχειρήσεών μου στο Κολοράντο. Αν νομίζετε πως θα τη βγάλετε καθαρή μ’ αυτό το βρόμικο κόλπο που σκαρώσατε στη Φοίνιξ Ντουράνγκο, είστε γελασμένοι. Δεν είχα καμία απαίτηση από σας τότε που δεν μπορούσατε να μου προσφέρετε τις υπηρεσίες που χρειαζόμουν. Φρόντισα και βρήκα κάποιον που μπορούσε. Τώρα προσπαθείτε να μ’ εξαναγκάσετε να διαπραγματευτώ μαζί σας, να προσαρμόσω τις επιχειρήσεις μου στη δική σας ανικανότητα. Σας πληροφορώ λοιπόν ότι αυτό δεν πρόκειται να γίνει».

Εκείνη είπε αργά, σχεδόν αβίαστα, «Θέλετε ν’ ακούσετε τι σκοπεύω να κάνω με τις υπηρεσίες μας στο Κολοράντο;»

«Όχι. Δεν μ’ ενδιαφέρουν οι σκοποί και οι προθέσεις. Αυτό που περιμένω από σας είναι τρένα. Τι θα κάνετε για να μου τα παρέχετε, είναι δική σας υπόθεση. Εγώ απλώς σας προειδοποιώ. Όποιος επιθυμεί να συνεργαστεί μαζί μου, θα συνεργαστεί με τους δικούς μου όρους, αλλιώς ας το ξεχάσει. Δεν διαπραγματεύομαι με την ανικανότητα. Αν θέλετε να κερδίσετε χρήματα μεταφέροντας το πετρέλαιο που παράγω, θα πρέπει να γίνετε τόσο καλοί στη δουλειά σας όσο κι εγώ. Ελπίζω να έγινα κατανοητός».

Εκείνη απάντησε ήρεμα, «Απολύτως».

«Ωραία λοιπόν. Δεν σκοπεύω να σπαταλήσω άλλο χρόνο. Από τη στιγμή που είστε ικανή να κρατάτε ζωντανή αυτή τη διεφθαρμένη επιχείρηση, σημαίνει ότι καταλαβαίνετε πολύ καλά τι εννοώ. Αν η Τάγκαρτ Τρανσκοντινένταλ συνεχίσει να λειτουργεί στο Κολοράντο όπως λειτουργούσε πριν από πέντε χρόνια, θα με καταστρέψει. Ξέρω πολύ καλά ότι αυτός είναι ο σκοπός σας. Θέλετε να συνεχίσετε να τρέφεστε από μένα όσο μπορείτε, κι όταν πια θα μ’ έχετε ξεκάνει, να βρείτε κάποιο άλλο κουφάρι να ξεκοκαλίσετε. Αυτή είναι η τακτική που ακολουθεί σήμερα η ανθρωπότητα. Γι’ αυτό ακούστε με καλά: είναι πλέον στο χέρι σας να με διαλύσετε. Και ίσως τελικά καταστραφώ· αν όμως καταστραφώ, να είστε σίγουροι ότι θα σας πάρω όλους μαζί μου».

Η Ντάγκνι άκουγε μουδιασμένη, νιώθοντας μια μακρινή εστία πόνου να καίει μέσα της βασανιστικά. Ήθελε να του πει ότι χρόνια περίμενε έναν άνθρωπο σαν εκείνον για να συνεργαστεί· ήθελε να του πει ότι οι εχθροί του ήταν και δικοί της εχθροί, ότι πολεμούσαν κι οι δυο για τον ίδιο σκοπό· ήθελε να του φωνάξει δυνατά: Δεν ανήκω σ’ αυτούς! Αλλά δεν μπορούσε να το κάνει. Ήταν υπεύθυνη για την Τάγκαρτ Τρανσκοντινένταλ και για οτιδήποτε γινόταν στ’ όνομά της· δεν είχε δικαίωμα να προβάλει τη δική της θέση.

Με το σώμα στητό και το βλέμμα ευθύ και σταθερό σαν το δικό του, απάντησε ατάραχα, «Θα έχετε τα τρένα που χρειάζεστε, κύριε Γιατ».

Ένα αδιόρατο ίχνος έκπληξης διαγράφηκε στο πρόσωπό του· δεν περίμενε τέτοια αντίδραση. Ίσως αυτό που τον ξάφνιασε περισσότερο να μην ήταν η συναίνεσή της, αλλά το γεγονός ότι δεν πρόβαλε καμιά αντίσταση, καμιά δικαιολογία. Έμεινε για λίγο σιωπηλός κοιτάζοντάς τη διερευνητικά. Ύστερα είπε, με λιγότερο απότομο τόνο στη φωνή του:

«Εντάξει. Ευχαριστώ πολύ. Καλή σας μέρα».

Εκείνη χαιρέτησε με μια κίνηση του κεφαλιού. Ο Γιατ υποκλίθηκε και βγήκε απ’ το γραφείο.

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s