Άυν Ραντ: Ο Άτλας επαναστάτησε. 067


Γύρισε και τον κοίταξε ακριβώς τη στιγμή που την κοίταξε κι αυτός. Στέκονταν πολύ κοντά ο ένας στον άλλο. Η Ντάγκνι κατάλαβε απ’ το βλέμμα του πως ο Ρίρντεν ένιωθε ακριβώς όπως κι εκείνη. Αν η χαρά είναι ο σκοπός κι ο πυρήνας της ύπαρξης, σκέφτηκε, κι αν αυτό που έχει τη δύναμη να δίνει χαρά φυλάσσεται σαν επτασφράγιστο μυστικό βαθιά μες στον άνθρωπο, τότε εκείνη τη στιγμή στέκονταν γυμνοί ο ένας απέναντι στον άλλο.

Ο Ρίρντεν έκαν’ ένα βήμα πίσω κι είπε μ’ έναν παράξενα νηφάλιο τόνο, «Είμαστε δυο άξεστοι υλιστές, έτσι δεν είναι;»

«Γιατί;»

«Δεν έχουμε πνευματικούς στόχους κι αρετές. Το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι η ύλη. Τίποτ’ άλλο».

Εκείνη τον κοίταξε απορημένη. Όμως το βλέμμα του την προσπερνούσε, ήταν καρφωμένο ευθεία μπροστά, στο γερανό που διαγραφόταν στο βάθος. Ένιωσε ν’ αναστατώνεται. Δεν ήταν η μομφή αυτό που την πείραξε, δεν έβλεπε τον εαυτό της έτσι και δεν ένιωθε ποτέ ενοχές για τις επιλογές της. Αυτό που την τάραξε ήταν ένας απροσδιόριστος φόβος, η υποψία πως κάτι πολύ απειλητικό κρυβόταν πίσω από τούτες τις λέξεις, κάτι πολύ επικίνδυνο για τον ίδιο. Ήταν σίγουρη ότι δεν το είπε τυχαία. Όμως η φωνή του δεν πρόδιδε ούτε αμφιβολία ούτε ενοχή. Το είπε αδιάφορα, σαν ξερή διαπίστωση.

Αλλ’ αμέσως μετά, κοιτάζοντας το πρόσωπό του που ήταν στραμμένο στο παράθυρο, ο φόβος της διαλύθηκε. Τον είδε που κοίταζε το εργοστάσιό του· η έκφρασή του δεν αποτύπωνε σημάδια ενοχής ή προβληματισμού, μόνο την ηρεμία μιας άτρωτης αυτοπεποίθησης.

«Ντάγκνι», της είπε, «ό,τι κι αν είμαστε, εμείς τελικά κινούμε τον κόσμο, εμείς θα τον σώσουμε απ’ την κατάρρευση».

 

5

 Το απόγειο των ντ’ Ανκόνια

Το πρώτο πράγμα που πρόσεξε ήταν η εφημερίδα. Μια εφημερίδα που την κρατούσε σφιχτά ο Έντι όταν μπήκε στο γραφείο της. Σήκωσε το βλέμμα και τον κοίταξε: το πρόσωπό του ήταν ανήσυχο και σαστισμένο.

«Ντάγκνι, έχεις πολλή δουλειά;»

«Γιατί;»

«Ξέρω ότι δεν σου αρέσει να μιλάς γι’ αυτόν. Όμως νομίζω ότι εδώ υπάρχει κάτι που πρέπει να δεις».

Άπλωσε το χέρι της σιωπηλά και πήρε την εφημερίδα.

Το θέμα στο πρωτοσέλιδο ανακοίνωνε πως μετά την εθνικοποίηση των Ορυχείων Σαν Σεμπαστιάν, η κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας του Μεξικού ανακάλυψε πως τα ορυχεία ήταν εντελώς άχρηστα – σκανδαλωδώς, απελπιστικά, τραγικά άχρηστα. Δεν υπήρχε τίποτα που να δικαιολογεί τις πενταετείς εργασίες και τα εκατομμύρια που ξοδεύτηκαν γι’ αυτό το έργο· τίποτα, παρά μόνο κάτι άδειοι λάκκοι που είχαν ανοιχτεί με πολύ κόπο και προσπάθεια. Τα λιγοστά ίχνη χαλκού δεν άξιζαν καν τον κόπο να εξορυχτούν. Τα τεράστια αποθέματα μετάλλου για τα οποία γινόταν τόσος λόγος, ήταν ανύπαρκτα και δεν υπήρχαν καν ενδείξεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο αντίθετο συμπέρασμα. Έκρυθμο κλίμα διαμαρτυρίας επικράτησε στην έκτακτη συνεδρίαση των μελών της κυβέρνησης της Λαϊκής Δημοκρατίας του Μεξικού· πίστευαν πως είχαν εξαπατηθεί.

Ο Έντι είδε την Ντάγκνι να ’χει μείνει και να κοιτάζει την εφημερίδα αρκετή ώρα αφότου τέλειωσε την ανάγνωση του άρθρου. Τότε κατάλαβε πως ο αδιόρατος φόβος που ένιωθε να τον κυριεύει ήταν δικαιολογημένος, όσο κι αν δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι ακριβώς τον τρόμαζε σ’ αυτή την ιστορία.

Περίμενε σιωπηλός. Εκείνη σήκωσε το κεφάλι της. Δεν τον κοίταξε. Το βλέμμα της έμεινε ακίνητο, προσηλωμένο σ’ ένα σημείο, σαν να προσπαθούσε να συγκεντρωθεί, να διακρίνει κάτι σε μεγάλη απόσταση.

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s