Άυν Ραντ: Ο Άτλας επαναστάτησε. 068


Ο Έντι είπε χαμηλόφωνα, «Ο Φρανσίσκο δεν είναι ανόητος. Μπορεί να είναι οτιδήποτε άλλο, μπορεί να ’χει φτάσει στον απόλυτο βαθμό εξαχρείωσης –πράγμα που δεν προσπαθώ πια να εξηγήσω–, αλλά ανόητος δεν είναι. Δεν μπορεί να έπεσε τόσο έξω. Είναι αδύνατον. Δεν μπορώ να καταλάβω».

«Εγώ όμως αρχίζω να καταλαβαίνω».

Ανακάθισε απότομα στην καρέκλα της με μια ξαφνική κίνηση που διέτρεξε το σώμα της σαν ρίγος.

«Πάρε τηλέφωνο στο Γουέιν-Φόκλαντ και πες σ’ αυτό τον αλήτη ότι θέλω να τον δω», είπε στον Έντι.

«Ντάγκνι», αποκρίθηκε ο Έντι μ’ ένα μελαγχολικό και κάπως επικριτικό τόνο στη φωνή, «είναι ο Φρίσκο ντ’ Ανκόνια».

«Ήταν».

 

 

Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν η Ντάγκνι περπατούσε στους δρόμους της πόλης με προορισμό το ξενοδοχείο Γουέιν-Φόκλαντ. «Λέει ότι μπορείτε να συναντηθείτε όποτε θέλεις», της είχε πει ο Έντι. Τα πρώτα φώτα άρχισαν ν’ ανάβουν στα ψηλά παράθυρα κάτω απ’ τα σύννεφα. Οι ουρανοξύστες έμοιαζαν μ’ εγκαταλειμμένους φάρους που έριχναν ένα ασθενικό, άψυχο σήμα σε μια έρημη θάλασσα χωρίς καράβια. Οι αραιές χιονονιφάδες περνούσαν μπροστά από τις σκοτεινές βιτρίνες των άδειων καταστημά­των και διαλύονταν στη λάσπη των πεζοδρομίων. Μια αλυσίδα από κόκκινα φανάρια εκτεινόταν κατά μήκος του δρόμου και χανόταν στο βάθος μέσα στη σκοτεινιά.

Αναρωτήθηκε γιατί ένιωθε τη διάθεση να τρέξει, να τρέξει με λαχτάρα. Όμως όχι σ’ αυτό το δρόμο· να τρέξει στην πράσινη λοφοπλαγιά που κατηφόριζε κάτω απ’ το φλογερό ήλιο μέχρι τις παρυφές του ποταμού Χάντσον, στα όρια του κτήματος των Τάγκαρτ. Έτσι έτρεχε πάντα όταν ο Έντι φώναζε, «Είναι ο Φρίσκο ντ’ Ανκόνια!» και ροβολούσαν οι δυο τους την πλαγιά προς το αυτοκίνητο που πλησίαζε κάτω στο δρόμο.

Ήταν ο μόνος επισκέπτης που ο ερχομός του ισοδυναμούσε με σπουδαίο γεγονός, το πιο σπουδαίο γεγονός της παιδικής τους ηλικίας. Το τρέξιμο στη λοφοπλαγιά ήταν ένας αγώνας δρόμου, μια αναμέτρηση ανάμεσα στα τρία παιδιά. Υπήρχε μια σημύδα πάνω στο λόφο, στο μέσο της απόστασης που χώριζε το δρόμο από το σπίτι· η Ντάγκνι κι ο Έντι προσπαθούσαν να φτάσουν στο δέντρο πριν από τον Φρανσίσκο που ανέβαινε τρέχοντας το λόφο. Όμως όλα τα καλοκαίρια της παιδικής τους ηλικίας, σε κάθε αναμέτρηση, δεν κατάφεραν ποτέ να φτάσουν πρώτοι στη σημύδα· ο Φρανσίσκο προσπερνούσε πάντα πρώτος το δέντρο κι έφτανε κοντά τους. Ο Φρανσίσκο κέρδιζε πάντα, όπως κέρδιζε σε κάθε αναμέτρηση.

Οι γονείς του ήταν παλιοί οικογενειακοί φίλοι των Τάγκαρτ. Ο Φρανσίσκο ήταν το μοναδικό παιδί της οικογένειας και μεγάλωνε ταξιδεύοντας σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Ο πατέρας του ήθελε να τον κάνει να βλέπει τον κόσμο σαν μελλοντικό του κτήμα – έτσι τουλάχιστον ακουγόταν. Η Ντάγκνι κι ο Έντι δεν ήταν ποτέ σίγουροι πού θα περνούσε το χειμώνα του ο Φρανσίσκο· όμως μια φορά το χρόνο, κάθε καλοκαίρι, ένας αυστηρός Νοτιοαμερικάνος δάσκαλος τον έφερνε για ένα μήνα στο κτήμα των Τάγκαρτ.

Ο Φρανσίσκο το ’βρισκε απόλυτα φυσιολογικό να κάνει παρέα με τα παιδιά των Τάγκαρτ: ήταν οι νόμιμοι κληρονόμοι τής Τάγκαρτ Τρανσκοντινένταλ, όπως εκείνος ήταν ο κληρονόμος της ντ’ Ανκόνια Κόπερ. «Είμαστε οι τελευταίοι αριστοκράτες που έχουν απομείνει στον κόσμο», είπε κάποτε στην Ντάγκνι ο δεκατετράχρονος Φρανσίσκο. «Είμαστε η αριστοκρατία του χρήματος· η μόνη πραγματική αριστοκρατία – αν ο κόσμος μπορεί να καταλάβει τη σημαίνει αυτό, που πολύ αμφιβάλλω».

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s