Άυν Ραντ: Ο Άτλας επαναστάτησε. 071


Όταν ο Τζιμ πήρε δώρο για τα γενέθλιά του μια μηχανοκίνητη βάρκα, κάθισαν όλοι στην αποβάθρα του ποταμού για να παρακολουθήσουν το μάθημα που του παρέδωσε ο εκπαιδευτής. Κανείς τους δεν είχε οδηγήσει ξανά μηχανοκίνητη βάρκα. Το αστραφτερό λευκό σκάφος, που έμοιαζε με σφαίρα, τρίκλιζε άγαρμπα πάνω στο νερό, με τ’ απόνερα ν’ αφήνουν πίσω του μια τρεμουλιαστή ουρά, ενώ η μηχανή τρανταζόταν σαν να την είχε πιάσει λόξυγκας κι ο εκπαιδευτής άρπαζε συνέχεια το πηδάλιο από τα χέρια του Τζιμ. Εντελώς ξαφνικά, ο Τζιμ σήκωσε το κεφάλι του και φώναξε στον Φρανσίσκο, «Νομίζεις ότι μπορείς να τα καταφέρεις καλύτερα;» «Μπορώ». «Γιά δοκίμασε!»

Όταν το σκάφος γύρισε στην αποβάθρα και ο Τζιμ με τον εκπαιδευτή πήδηξαν έξω, ο Φρανσίσκο χώθηκε πίσω από το πηδάλιο. «Μισό λεπτό», είπε στον εκπαιδευτή που στεκόταν στην αποβάθρα, «θέλω να δω κάτι». Πριν ο εκπαιδευτής προλάβει ν’ αντιδράσει, το σκάφος τινάχτηκε μπροστά σαν να εκτοξεύτηκε από κάννη όπλου. Έσκιζε τα νερά του ποταμού αφήνοντας άναυδους τους θεατές του. Καθώς ξεμάκραινε στο βάθος κάτω απ’ το φως του ήλιου, η εικόνα που έβλεπε η Ντάγκνι ήταν τρεις ευθείες γραμμές: τ’ απόνερα του σκάφους, ο βόμβος της μηχανής του κι ο στόχος του οδηγού του.

Η Ντάγκνι παρατήρησε την παράξενη έκφραση που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του πατέρα της ενώ κοίταζε το πλεούμενο να χάνεται στο βάθος: δεν είπε τίποτα, απλώς κοίταζε. Θυμήθηκε ότι τον είχε ξαναδεί μια φορά να κοιτάζει έτσι: περιεργαζόταν ένα περίπλοκο σύστημα τροχαλίας που είχε επινοήσει ο Φρανσίσκο, ο οποίος ήταν τότε δώδεκα χρονών, για να κατασκευάσει έναν ανυψωτήρα που να οδηγεί στην κορυφή ενός βράχου· στο μεταξύ ο Φρανσίσκο έδειχνε στην Ντάγκνι και στον Έντι πώς να βουτούν από το βράχο στον ποταμό Χάντσον. Τα χαρτιά με τους μαθηματικούς υπολογισμούς βρίσκονταν ακόμα σκόρπια στο έδαφος· ο πατέρας της τα μάζεψε, τα κοίταξε και ρώτησε, «Φρανσίσκο, πόσα χρόνια κάνεις άλγεβρα;» «Δύο». «Ποιος σου έμαθε να το φτιάχνεις αυτό;» «Κανείς. Μόνος μου το σκέφτηκα». Η Ντάγκνι δεν ήξερε ότι τα τσαλακωμένα χαρτιά που κρατούσε ο πατέρας της στα χέρια του περιείχαν την ακατέργαστη εκδοχή μιας διαφορικής εξίσωσης.

Οι κληρονόμοι του Σεμπαστιάν ντ’ Ανκόνια σχημάτιζαν μια αδιάσπαστη αλυσίδα από πρωτότοκους γιους, οι οποίοι έφεραν επάξια τ’ όνομά του. Η παράδοση της οικογένειας έλεγε ότι αν κάποιος κληρονόμος δεν κατάφερνε μέχρι να πεθάνει να παραδώσει την περιουσία των ντ’ Ανκόνια μεγαλύτερη απ’ όσο την παρέλαβε, θα ήταν το όνειδος της οικογένειας. Οι γενιές περνούσαν και όνειδος δεν υπήρξε. Ένας αργεντίνικος θρύλος έλεγε πως τα χέρια των ντ’ Ανκόνια έκρυβαν τη θαυματουργή δύναμη των αγίων – όχι τη δύναμη να θεραπεύουν, αλλά τη δύναμη να παράγουν.

Οι κληρονόμοι του ντ’ Ανκόνια ήταν όλοι άνθρωποι με σπάνιες ικανότητες, αλλά κανείς τους δεν μπορούσε να συγκριθεί με τον πολλά υποσχόμενο Φρανσίσκο. Θα ’λεγε κανείς πως οι αιώνες είχαν ψιλοκοσκινίσει τις ικανότητες της οικογένειας, είχαν απομακρύνει καθετί αταίριαστο, ανούσιο κι αδύναμο, αφήνοντας να περάσει μόνο το ανόθευτο χάρισμα – λες και η τύχη κατάφερε μια φορά να φτιάξει μια ολοκληρωμένη οντότητα, απαλλαγμένη από κάθε ελάττωμα.

Ό,τι κι αν επιχειρούσε ο Φρανσίσκο, το έκανε καλύτερα από κάθε άλλον, και το έκανε χωρίς προσπάθεια. Δεν υπήρχε κομπασμός ούτε στη συμπεριφορά του ούτε στον τρόπο σκέψης του. Η αντίδρασή του δεν ήταν «Μπορώ να το κάνω καλύτερα από σένα», αλλά πολύ απλά «Μπορώ να το κάνω». Κι αυτό που εννοούσε ήταν ότι μπορούσε να το κάνει αριστουργηματικά.

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s