Άυν Ραντ: Ο Άτλας επαναστάτησε. 075


Εκείνος γέλασε – και τότε η Ντάγκνι ένιωσε να σαστίζει με τα ίδια της τα λόγια. «Νά τι μου αρέσει σ’ εσένα», αποκρίθηκε ο Φρανσίσκο δείχνοντας τις γυαλιστερές ράγες του σιδηροδρόμου της Τάγκαρτ που χάνονταν στο βάθος.

«Δεν είναι δικές μου», είπε αποκαρδιωμένη.

«Αυτό που μ’ αρέσει είναι ότι θα γίνουν δικές σου».

Εκείνη χαμογέλασε, σαν ν’ αναγνώριζε γι’ άλλη μια φορά τη νίκη του. Παρ’ όλ’ αυτά δεν καταλάβαινε γιατί την είχε κοιτάξει τόσο παράξενα· το μόνο που ένιωθε ήταν πως ο Φρανσίσκο είχε διακρίνει κάποια σχέση, μια σχέση που εκείνη δεν μπορούσε να συλλάβει, ανάμεσα στο σώμα της και σε κάτι μέσα της που θα της έδινε τη δύναμη ν’ αναλάβει μια μέρα τη διαχείριση αυτών των σιδηροτροχιών.

«Γιά να δούμε αν φαίνεται η Νέα Υόρκη», είπε απότομα ο Φρανσίσκο και την άρπαξε απ’ το μπράτσο τραβώντας τη μέχρι την άκρη του γκρεμού. Η Ντάγκνι σάστισε με τη βιαιότητα της κίνησής του: της είχε στρίψει το μπράτσο μ’ έναν πολύ παράξενο τρόπο, κρατώντας το τεντωμένο πλάι στο σώμα του, έτσι που όλο της το κορμί ακουμπούσε στο δικό του κι ένιωθε τη ζεστασιά του ήλιου στο δέρμα των ποδιών του. Κοιτούσαν πέρα μακριά, αλλά το μόνο που έβλεπαν ήταν μια φωτεινή αχλή.

Όταν ο Φρανσίσκο έφυγε εκείνο το καλοκαίρι, η Ντάγκνι κατάλαβε πως η αναχώρησή του ήταν το τέρμα ενός ορίου που σηματοδοτούσε τη λήξη της παιδικής του ηλικίας: το φθινόπωρο θα ξεκινούσε τη φοίτησή του στο κολέγιο. Σε λίγο θα ερχόταν κι η δική της σειρά. Ένιωσε μια έντονη αδημονία που τη χρωμάτιζε η έξαψη του φόβου, λες κι ο Φρανσίσκο ετοιμαζόταν να βουτήξει μέσα σ’ έναν άγνωστο, σκοτεινό κίνδυνο. Ήταν σαν και τότε, χρόνια πριν, που τον είχε δει να βουτάει πρώτος από ένα βράχο στον ποταμό Χάντσον, που τον είχε δει να χάνεται κάτω απ’ τα βαθυπράσινα νερά και περίμενε, ξέροντας πως από στιγμή σε στιγμή θα εμφανιστεί, και πως τότε θα ήταν η δική της σειρά να βουτήξει.

Αυτό το φόβο τελικά τον απόδιωξε. Ήξερε ότι για τον Φρανσίσκο ο κάθε κίνδυνος ήταν απλώς μια ευκαιρία για ένα ακόμα μεγαλειώδες κατόρθωμα· δεν υπήρχαν μάχες που να μην μπορεί να κερδίσει, ούτε εχθροί ικανοί να τον νικήσουν. Όμως κάποια στιγμή θυμήθηκε ένα σχόλιο που είχε ακούσει μερικά χρόνια νωρίτερα. Ήταν ένα παράξενο σχόλιο – και της έκανε εντύπωση που τα λόγια είχαν αποτυπωθεί στο μυαλό της, αφού τότε που τ’ άκουσε της φάνηκαν εντελώς ανούσια. Ο άνθρωπος που τα διατύπωσε ήταν ένας ηλικιωμένος καθηγητής μαθηματικών, φίλος του πατέρα της, ο οποίος τους επισκέφτηκε στο εξοχικό τους σπίτι μία και μοναδική φορά. Της άρεσε πολύ το πρόσωπό του και θυμόταν ακόμα τη θλίψη να ζωγραφίζεται στα μάτια του όταν είπε στον πατέρα της ένα απόγευμα, ενώ κάθονταν στη βεράντα την ώρα που σουρούπωνε, δείχνοντας τον Φρανσίσκο που έτρεχε στον κήπο, «Αυτό το παιδί είναι πολύ ευάλωτο. Έχει μια τρομερή ικανότητα να παράγει χαρά. Τι θα κάνει μεθαύριο σ’ έναν κόσμο που προσφέρει ελάχιστες ευκαιρίες για μια τέτοια χαρά;»

Ο Φρανσίσκο πήγε σ’ ένα φημισμένο αμερικανικό πανεπιστήμιο που είχε επιλέξει ο πατέρας του πολύ καιρό πριν. Ήταν το πιο διακεκριμένο πανεπιστημιακό ίδρυμα στον κόσμο, το Πανεπιστήμιο Πάτρικ Χένρι του Κλίβελαντ. Δεν ήρθε να την επισκεφτεί στη Νέα Υόρκη εκείνο το χειμώνα, παρ’ όλο που η απόσταση ήταν μόνο μιας νύχτας ταξίδι. Δεν έγραψαν ο ένας στον άλλο, ποτέ δεν αλληλογραφούσαν. Όμως εκείνη ήξερε ότι θα ’ρχόταν στην εξοχή για ένα μήνα το καλοκαίρι.

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s