Άυν Ραντ: Ο Άτλας επαναστάτησε. 084


Έφτασαν σ’ ένα ξέφωτο. Ήταν ένα μικρό κοίλωμα, χωμένο στην κορυφή ενός κώνου που σχηματιζόταν ανάμεσα στ’ απόκρημνα βράχια. Ένα ρυάκι διέσχιζε το γρασίδι, ενώ τα κλαδιά των δέντρων κρέμονταν χαμηλά στο έδαφος σαν χυτές πράσινες κουρτίνες. Ο ήχος του νερού τόνιζε τη σιωπή. Το μακρινό φόντο του ανοιχτού ουρανού έκανε το μέρος να μοιάζει ακόμα πιο απόκρυφο. Πέρα μακριά, στην κορφή ενός λόφου, ένα δέντρο παγίδευε τις πρώτες ηλιαχτίδες.

Σταμάτησαν και κοίταξαν ο ένας τον άλλο. Και μόνο όταν το σώμα του Φρανσίσκο κινήθηκε απότομα, μόνο τότε η Ντάγκνι κατάλαβε πως ήξερε τι θα συμβεί. Ένιωσε να την αρπάζει στα χέρια του, ένιωσε τα χείλη του στο στόμα της, ένιωσε τα χέρια της να γραπώνουν το κορμί του σαν βίαιη ανταπάντηση, και κατάλαβε, για πρώτη φορά, πόσο πολύ ποθούσε αυτή τη στιγμή.

Ένα αδιόρατο ψήγμα φόβου τρύπωσε μέσα της. Ο Φρανσίσκο την έσφιγγε πάνω του με αγωνιώδη, συνειδητή επιμονή, ενώ το χέρι του ψηλάφιζε τα στήθη της σαν να εξερευνούσε το άδυτο του κορμιού της χωρίς να χρειάζεται ούτε άδεια ούτε συγκατάθεση. Επιχείρησε να τραβηχτεί, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να γείρει λίγο πίσω μέσα στην αγκαλιά του, τόσο ώστε να δει το πρόσωπο και το χαμόγελό του, ένα χαμόγελο που δήλωνε πως η άδεια είχε δοθεί καιρό πριν. Σκέφτηκε ότι έπρεπε να δραπετεύσει· όμως αντί γι’ αυτό έχωσε το χέρι της στα μαλλιά του κι έσπρωξε το κεφάλι του προς τα κάτω, πρώτη εκείνη αυτή τη φορά, για να ξαναβρεί τα χείλη του.

Ήξερε ότι δεν είχε νόημα να φοβάται, ότι ο Φρανσίσκο θα έκανε αυτό που ήθελε, ότι η απόφαση ήταν δική του, ότι δεν της άφηνε άλλη επιλογή πέρ’ απ’ αυτό που εκείνη επιθυμούσε περισσότερο μέσα της – να παραδοθεί. Της ήταν αδύνατο να συνειδητοποιήσει ξεκάθαρα την κατάληξη –οι συγκεχυμένες γνώσεις της για την ερωτική πράξη είχαν θολώσει μέσα της–, δεν είχε τη δύναμη να δει καθαρά αυτό που γινόταν, να πιστέψει πως συνέβαινε στην ίδια, το μόνο που καταλάβαινε ήταν ότι φοβόταν – κι όμως ένιωθε σαν να του φώναζε: Μη με ρωτήσεις, μη με ρωτήσεις, μόνο συνέχισε!

Για μια στιγμή στύλωσε τα πόδια της προσπαθώντας ν’ αντισταθεί, όμως το στόμα του παρέμεινε κολλημένο στο δικό της μέχρι που έγειραν μαζί στο έδαφος χωρίς τα χείλη τους να χωρίσουν ούτε στιγμή. Εκείνη έμεινε ασάλευτη – σαν το ασάλευτο κι ύστερα δονούμενο αντικείμενο μιας πράξης την οποία εκείνος εκτέλεσε απλά, χωρίς δισταγμό, σχεδόν δικαιωματικά, με το δικαίωμα της αβάσταχτης ικανοποίησης που τους χάριζε.

Τα πρώτα λόγια που της είπε αμέσως μετά έκλειναν μέσα τους όλο το νόημα αυτής της πράξης. «Έπρεπε να το ανακαλύψουμε μαζί», είπε. Εκείνη κοίταξε το ψηλόλιγνο σώμα με το μαύρο παντελόνι και το άσπρο πουκάμισο, που ήταν ξαπλωμένο δίπλα της στο γρασίδι· τα μάτια της στάθηκαν στη σφιχτοδεμένη ζώνη που χάραζε τη λεπτή γραμμή της μέσης, κι ένιωσε ένα πρωτόγνωρο σκίρτημα, σαν να φούσκωνε μέσα της ένα αίσθημα περηφάνιας, η περηφάνια πως το σώμα του της ανήκε. Ξάπλωσε πίσω κοιτάζοντας τον ουρανό χωρίς να θέλει να κινηθεί, να σκεφτεί ή να πιστέψει ότι υπήρχε χρόνος πριν απ’ αυτή τη στιγμή.

Όταν γύρισε σπίτι, όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι, γυμνή, επειδή το κορμί της είχε αποκτήσει μια καινούργια διάσταση, υπερβολικά πολύτιμη για να παραδοθεί στο άγγιγμα του νυχτικού, επειδή της προξενούσε έντονη ικανοποίηση να νιώθει το σώμα της γυμνό και να φαντάζεται το σώμα του Φρανσίσκο ν’ αγγίζει τα λευκά σεντόνια του κρεβατιού της, όταν ένιωσε ότι δεν ήθελε να κοιμηθεί για να μη χάσει την πιο υπέροχη εξάντληση που είχε γνωρίσει ποτέ της, το τελευταίο πράγμα που σκέφτηκε πριν την πάρει ο ύπνος ήταν όλες αυτές οι στιγμές που ένιωθε την ανάγκη να εκφράσει, χωρίς να ξέρει πώς, τη στιγμιαία επίγνωση ενός συναισθήματος δυνατότερου κι απ’ την ευτυχία, ενός συναισθήματος που σε κάνει να νιώθεις ότι μπορείς να ευλογήσεις ολόκληρη τη γη, ότι μπορείς να γιορτάσεις το γεγονός πως υπάρχεις σ’ αυτό τον κόσμο· σκέφτηκε ότι η πράξη στην οποία είχε μυηθεί ήταν ένας τρόπος για να εκφράσει κανείς αυτό το συναίσθημα. Όμως δεν ήξερε πόσο βαριά σημασία μπορούσε να έχει αυτή η σκέψη· τίποτα δεν μπορούσε να είναι βαρύ σ’ ένα σύμπαν που απέκλειε την έννοια του πόνου· δεν ήταν εκεί για να ζυγίσει το συμπέρασμά της· είχε αποκοιμηθεί, μ’ ένα αμυδρό χαμόγελο στο πρόσωπό της, μέσα σ’ ένα σιωπηλό, κατάφωτο δωμάτιο λουσμένο στο πρωινό φως.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s