Άυν Ραντ: Ο Άτλας επαναστάτησε. 085


Εκείνο το καλοκαίρι τον συναντούσε στο δάσος, σε απόμερες γωνιές δίπλα στο ποτάμι, σε κάποια εγκαταλειμμένη παράγκα, στο κελάρι του σπιτιού. Ήταν οι μόνες στιγμές που ένιωθε μια έντονη ομορφιά γύρω της – κοιτάζοντας ψηλά τα παλιά ξύλινα δοκάρια της οροφής ή τον ατσάλινο δίσκο κάποιου ανεμιστήρα που στριφογύριζε ρυθμικά πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Φορούσε παντελόνια και λεπτά βαμβακερά φορέματα, αλλά ποτέ δεν ήταν τόσο θηλυκή όσο όταν στεκόταν πλάι του και βούλιαζε στην αγκαλιά του, παραδομένη στην κάθε του επιθυμία, αναγνωρίζοντας ανοιχτά τη δύναμή του να την κάνει να παραλύει με την ικανοποίηση που ήξερε να της προσφέρει. Εκείνος της δίδασκε κάθε μορφή ηδονής που μπορούσε να επινοήσει. «Δεν είναι υπέροχο που τα σώματά μας μπορούν να μας προσφέρουν τόσο μεγάλη ικανοποίηση;» της είπε μια φορά, απλά, χωρίς έμφαση. Ήταν ευτυχισμένοι κι αγνοί όσο ποτέ. Ήταν κι οι δυο ανίκανοι ν’ αποδεχτούν τη σκέψη πως η χαρά είναι αμαρτία.

Κρατούσαν το μυστικό τους καλά φυλαγμένο από τον κόσμο γύρω τους, όχι σαν επαίσχυντη ενοχή, αλλά σαν κάτι άσπιλο, αποκλειστικά δικό τους, που απέκλειε κάθε συζήτηση ή αξιολόγηση. Η Ντάγκνι γνώριζε πάνω κάτω την άποψη του κόσμου για το σεξ, την άποψη ότι το σεξ είναι μια ποταπή αδυναμία, ένα από τα κατώτερα ένστικτα του ανθρώπου, που πρέπει να το αποδέχεται κανείς σαν αναγκαίο κακό. Βίωνε ένα αίσθημα αγνότητας που την έκανε ν’ απορρίπτει όχι τις επιθυμίες του κορμιού της, αλλά την επαφή με όποιον ανθρώπινο νου υποστήριζε αυτή την άποψη.

Εκείνο το χειμώνα ο Φρανσίσκο την επισκεπτόταν στη Νέα Υόρκη απροειδοποίητα και χωρίς σταθερή συχνότητα. Άλλοτε έπαιρνε το αεροπλάνο από το Κλίβελαντ δυο φορές την εβδομάδα κι άλλοτε εξαφανιζόταν για μήνες. Εκείνη καθόταν στο πάτωμα του δωματίου της, ανάμεσα σε σωρούς από σχέδια και διαγράμματα, κι όταν της χτυπούσαν την πόρτα απαντούσε κοφτά, «Έχω δουλειά!», και τότε άκουγε μια ειρωνική φωνή να ρωτάει, «Αλήθεια;», και πεταγόταν αμέσως όρθια κι έτρεχε στην πόρτα και τον έβρισκε να στέκεται στο κατώφλι. Πήγαιναν σ’ ένα διαμέρισμα που είχε νοικιάσει ο Φρανσίσκο στην πόλη, ένα μικρό διαμέρισμα σε μια ήσυχη γειτονιά. «Φρανσίσκο», τον ρώτησε μια φορά εντελώς αναπάντεχα, «είμαι η ερωμένη σου, έτσι;» Εκείνος γέλασε. «Ναι, αυτό είσαι». Κι εκείνη ένιωσε την περηφάνια που αισθάνεται συνήθως μια γυναίκα όταν της απονέμεται ο τίτλος της συζύγου.

Όταν έκανε πολλούς μήνες να τον δει, δεν αναρωτιόταν αν της ήταν πιστός ή όχι· ήξερε πως ήταν. Ήξερε, παρότι πολύ νέα για να γνωρίζει, ότι τα ευκαιριακά πάθη κι οι περιστασιακές ηδονές είναι για όσους θεωρούν το σεξ και τον εαυτό τους ανήθικο.

Δεν ήξερε πολλά πράγματα για τη ζωή του Φρανσίσκο. Ήταν η τελευταία του χρονιά στο πανεπιστήμιο· υπέθετε ότι δούλευε σκληρά, γιατί διέκρινε κάποιες φορές ένα αφύσικα φωτεινό βλέμμα στο πρόσωπό του, αυτό το εκστατικό βλέμμα που αποκτάει κανείς όταν ενεργοποιεί στο έπακρο τις δυνάμεις και τις δυνατότητές του. Μια φορά τού κοκορεύτηκε πως εκείνη εργαζόταν πια κανονικά στην Τάγκαρτ Τρανσκοντινένταλ ενώ αυτός δεν είχε αρχίσει ακόμα να δουλεύει. «Ο πατέρας μου δεν θέλει να εργαστώ για την ντ’ Ανκόνια Κόπερ μέχρι ν’ αποφοιτήσω», της απάντησε. «Κι από πότε έγινες υπάκουος;» «Πρέπει να σεβαστώ τις επιθυμίες του. Είναι ο ιδιοκτήτης της ντ’ Ανκόνια Κόπερ… Βέβαια, δεν είναι ιδιοκτήτης όλων των εταιρειών χαλκού στον κόσμο». Ένα ψήγμα κρυφής ικανοποίησης φανερώθηκε στο χαμόγελό του.

Δεν έμαθε την αλήθεια παρά μόνο το επόμενο καλοκαίρι, όταν ο Φρανσίσκο αποφοίτησε και γύρισε στη Νέα Υόρκη, αφού επισκέφτηκε πρώτα τον πατέρα του στο Μπουένος Άιρες. Τότε της είπε ότι είχε παρακολουθήσει μόνο δύο πανεπιστημιακά μαθήματα αυτά τα τέσσερα χρόνια: το ένα στο Πανεπιστήμιο Πάτρικ Χένρι και το άλλο σ’ ένα χυτήριο χαλκού στα περίχωρα του Κλίβελαντ. «Θέλω να μαθαίνω πρακτικά πράγματα, που να μπορώ να τα χρησιμοποιήσω», της είπε. Είχε ξεκινήσει να εργάζεται στο χυτήριο στα δεκαέξι του, ως βοηθός καμινευτή – και τώρα, στα είκοσι, το χυτήριο ήταν δικό του. Απέκτησε τον πρώτο του τίτλο ιδιοκτησίας, παραποιώντας ελαφρά την ηλικία του, την ίδια μέρα που πήρε και το πτυχίο του – και τα έστειλε και τα δυο στον πατέρα του.

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s