Άυν Ραντ: Ο Άτλας επαναστάτησε. 086


Της έδειξε μια φωτογραφία του χυτηρίου. Ήταν μια μικρή, καπνισμένη έκταση που την είχαν ρημάξει τα χρόνια μιας ατελέσφορης προσπάθειας· πάνω από την πύλη του, σαν καινούργια σημαία σε κατάρτι εγκαταλειμμένου πλοίου, δέσποζε η επιγραφή: Ντ’ Ανκόνια Κόπερ.

Ο υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων στο γραφείο του πατέρα του στη Νέα Υόρκη του είπε έξαλλος, μόλις το έμαθε, «Μα είναι ανεπίτρεπτο, δον Φρανσίσκο! Τι θα πει ο κόσμος; Ένα τέτοιο όνομα σ’ ένα βρομότοπο σαν αυτόν;» «Μόνο εγώ αποφασίζω πού θα βάλω τ’ όνομά μου», απάντησε ο Φρανσίσκο.

Όταν μπήκε στο γραφείο του πατέρα του στο Μπουένος Άιρες –ένα ευρύχωρο δωμάτιο, λιτό και σύγχρονο σαν εργαστήριο, με μόνη διακόσμηση στους τοίχους τις φωτογραφίες από τα εργοστάσια της ντ’ Ανκόνια Κόπερ, ή από τα μεγαλύτερα ορυχεία, λιμάνια και χυτήρια στον κόσμο–, είδε σε περίοπτη θέση, απέναντι από το γραφείο του πατέρα του, μια φωτογραφία του χυτηρίου του Κλίβελαντ με την επιγραφή της ντ’ Ανκόνια Κόπερ πάνω από την πύλη του.

Τα μάτια του πατέρα του κινήθηκαν από τη φωτογραφία στο πρόσωπο του Φρανσίσκο.

«Δεν είναι λίγο νωρίς ακόμα;» τον ρώτησε.

«Δεν μπορούσα να κάθομαι τέσσερα χρόνια παρακολουθώντας μαθήματα στο πανεπιστήμιο».

«Πού βρήκες τα χρήματα ν’ αγοράσεις το εργοστάσιο;»

«Έπαιξα στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης».

«Τι; Και ποιος σου έμαθε να παίζεις;»

«Δεν είναι δύσκολο να καταλάβεις ποιες εταιρείες έχουν μέλλον».

«Και πού βρήκες τα χρήματα για να παίξεις;»

«Από τα επιδόματα που μου στέλνατε, κύριε, κι από τις αποδοχές μου».

«Και πού βρήκες το χρόνο να παρακολουθήσεις το χρηματιστήριο;»

«Όταν έγραφα μια διατριβή για την επίδραση της θεωρίας τού Αριστοτέλη περί του Ακινήτου Κινούντος σε μεταγενέστερα μεταφυσικά συστήματα».

Η παραμονή του Φρανσίσκο στη Νέα Υόρκη ήταν πολύ σύντομη εκείνο το φθινόπωρο. Ο πατέρας του τον έστειλε στη Μοντάνα ως υποδιευθυντή ενός ορυχείου των ντ’ Ανκόνια. «Έτσι είναι», είπε στην Ντάγκνι, «ο πατέρας μου πιστεύει ότι δεν είναι σωστό να προχωρήσω πάρα πολύ γρήγορα. Θέλει χειροπιαστές αποδείξεις για να μ’ εμπιστευτεί». Την άνοιξη ο Φρανσίσκο επέστρεψε ως επικεφαλής του γραφείου της ντ’ Ανκόνια Κόπερ στη Νέα Υόρκη.

Δεν τον έβλεπε συχνά τα επόμενα δύο χρόνια. Δεν ήξερε ποτέ σε ποια πόλη ή σε ποια ήπειρο βρισκόταν μετά από κάθε τους συνάντηση. Ερχόταν πάντα αναπάντεχα – κι αυτό της άρεσε, γιατί τον έκανε μια συνεχή παρουσία στη ζωή της, μια κρυμμένη ηλιαχτίδα που μπορούσε να προβάλει ανά πάσα στιγμή.

Κάθε φορά που τον έβλεπε στο γραφείο του, θυμόταν τα χέρια του όπως τα είχε δει στο πηδάλιο του σκάφους: διεύθυνε τις επιχειρήσεις του με την ίδια ομαλή, ριψοκίνδυνη κι αυστηρά ελεγχόμενη ταχύτητα. Όμως μια μέρα, ένα παράξενο γεγονός, μια αναπάντεχη αντίδραση του Φρανσίσκο την έκανε να σαστίσει τόσο πολύ, που η στιγμή χαράχτηκε ανεξίτηλα στο νου της. Τον είδε να στέκεται στο παράθυρο του γραφείου του και να κοιτάζει το χειμωνιάτικο λυκόφως που άπλωνε τα καφετιά του χρώματα πάνω απ’ την πόλη. Έμεινε ασάλευτος πολλή ώρα. Μια σκληρή κι άκαμπτη έκφραση ζωγραφιζόταν στο πρόσωπό του, ενώ το βλέμμα του πρόδιδε ένα συναίσθημα που της φαινόταν αδιανόητο για τον Φρανσίσκο: ένα συναίσθημα πίκρας κι οργής. Τότε τον άκουσε να της λέει, «Κάτι παράξενο συμβαίνει στον κόσμο. Κάτι που κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει. Κάτι που κανείς δεν έχει εξηγήσει ποτέ». Κάτι που τελικά δεν θα της αποκάλυπτε.

Ίχνος αγωνίας δεν υπήρχε στο πρόσωπό του την επόμενη φορά που τον είδε. Ήταν άνοιξη και στέκονταν όρθιοι στη βεράντα ενός εστιατορίου. Το ανάλαφρο μεταξωτό της φόρεμα κυμάτιζε στο φύσημα του αέρα, χαϊδεύοντας με τις πτυχές του την ψηλή φιγούρα με το επίσημο μαύρο ένδυμα. Κοιτούσαν την πόλη. Οι ήχοι μιας μεγαλόπρεπης μουσικής έφταναν στ’ αυτιά τους από την αίθουσα του εστιατορίου πίσω τους, μια σπουδή για κονσέρτο του Ρίτσαρντ Χάλεϊ· το όνομα του Χάλεϊ δεν ήταν γνωστό σε πολύ κόσμο, όμως εκείνοι τον ήξεραν και λάτρευαν τη μουσική του. Τότε ο Φρανσίσκο είπε, «Δεν χρειάζεται να κοιτάμε πια τους ουρανοξύστες. Τους έχουμε φτάσει». Εκείνη απάντησε χαμογελώντας, «Μάλλον τους έχουμε ξεπεράσει… Νομίζω ότι… φοβάμαι… είναι σαν… σαν να βρισκόμαστε μέσα σ’ ένα ασανσέρ που αναπτύσσει διαρκώς ταχύτητα». «Σίγουρα. Αλλά τι φοβάσαι; Μπορούμε ν’ ανέβουμε όσο ψηλά θέλουμε. Γιατί θα πρέπει να υπάρχει κάποιο όριο;»

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s