Τζόναθαν Φράνζεν: η ανατομία ενός συγγραφέα σταρ


Από τον Γιάννη Τριανταφύλλου, Ελευθεροτυπία, 8/10/11

Η εκδοτική σεζόν που αφήσαμε πίσω μας ξεκίνησε και τελείωσε με φρ(ανζ)ενίτιδα. Σύσσωμη η υφήλιος ασχολήθηκε με την Ελευθερία του Τζόναθαν Φράνζεν (κυκλοφόρησε στην Ελλάδα από την Ωκεανίδα), ενώ το «φαινόμενο Φράνζεν» εξακολουθεί να διχάζει το λογοτεχνικό κοινό Ευρώπης και Αμερικής, σχεδόν έναν χρόνο μετά την έκδοση του πολυσυζητημένου έργου του.

Είναι ο νέος Τολστόι και ο νέος Ντίκενς μαζί, όπως ισχυρίζεται στο εξώφυλλό του το ΤΙΜΕ (τιμή που -διαχρονικά- έχει αποδοθεί σε άλλους 9 ομοτέχνους του, τον Τζόις, τον Σάλιντζερ, τον Οργουελ, τον Ναμπόκοφ, τον Γκρας, τον Γουλφ, τη Μόρισον, τον Κινγκ και τον Απντάικ), ή μήπως είναι απλώς ο υπερβολικά προβεβλημένος Τζόναθαν Φράνζεν ένα αστραφτερό δημιούργημα του μάρκετινγκ σε μια εποχή έλλειψης πραγματικά μεγάλων λογοτεχνών; Εάν υπάρχει μια ικανότητα που κανείς δεν μπορεί ν’ αρνηθεί στον 51χρονο Φράνζεν είναι ότι παρά το κομψό λογοτεχνικό ύφος του δεν διστάζει να μιλά για τις πιο βαθιές πληγές της χώρας του: ανατέμνει τον θεσμό της οικογένειας με ανυπόφορο για τους Αμερικανούς τρόπο, μιλά για την πολιτική, εκφράζοντας την άποψη ότι οι Συντηρητικοί έχουν κερδίσει τη μάχη στην κοινωνία, επιβάλλοντας τους όρους τους, για την οπλοκατοχή, το τσιγάρο, τα ναρκωτικά, την καταστροφή του περιβάλλοντος και μια πληθώρα άλλων θεμάτων που στους περισσότερους κάνουν τζιζ… Οι ήρωές του, παρ’ ότι όπως έχει δηλώσει ο ίδιος αποφεύγει το «ρεπορτάζ», δηλαδή την επιτόπια έρευνα για ένα συγκεκριμένο θέμα, είναι ζωντανοί και γήινοι. Και, ως εκ τούτου, θελκτικοί, για τα εκατομμύρια των αναγνωστών του.

Εκτός της συγγραφικής του δεινότητας, ο Φράνζεν χρωστά την ευρύτερη δημοφιλία του στη σχέση του με τη φοβερή και τρομερή Οπρα Γουίνφρι. Οταν η τηλεοπτική σταρ -και πνευματική ποιμήν των νοικοκυρών από το Οχάιο μέχρι την Ντακότα- του ζήτησε να συμπεριλάβει τις Διορθώσεις (το προηγούμενο, τιμημένο με National Book Award, έργο του, εκδ. Ωκεανίδα) σε ένα κλαμπ βιβλίων που η ίδια προωθεί και, ως αντάλλαγμα, να μπει το λογότυπο του κλαμπ της στο εξώφυλλο των Διορθώσεων, ο Φράνζεν αρνήθηκε. Ξαφνικά, αυτό έγινε το εθνικό ζήτημα της Αμερικής. Μιλώντας μαζί του εκείνη την εποχή, αντιμετώπισε την αναφορά μου στο ακανθώδες θέμα με εμφανώς χιουμοριστική διάθεση: «Λοιπόν… Εχεις μία ώρα στη διάθεσή σου να σου εξηγήσω; (γέλια). Πρώτα απ’ όλα, επρόκειτο για ένα πολύ άσχημο λογότυπο! Δεύτερον, ξόδεψα 7-8 χρόνια της ζωής μου για να γράψω αυτό το βιβλίο. Ηταν, επομένως, πολύ φυσικό, κατά την ταπεινή μου άποψη, να υπάρχει στο εξώφυλλο μόνο το δικό μου όνομα και κανενός άλλου». Οπότε της είπα: «Οπρα, με τιμά η εμπιστοσύνη σου, το να είμαι μέλος του μπουκ κλαμπ σου, αλλά από την άλλη δεν θέλω να έχω το λογότυπό σου στο εξώφυλλο του «δικού μου» βιβλίου». Και θύμωσε η Οπρα με αυτό; «Αν θύμωσε; Ω, νομίζω πάρα πολύ! Βέβαια το χειρίστηκε με πολύ διπλωματικό τρόπο, ώστε να φαίνεται ότι ήταν εκείνη που απέρριψε εμένα και όχι το αντίστροφο». Στο δε ερώτημά μου για το αν η δύναμη της Οπρα Γουίνφρι είναι τόσο μεγάλη ώστε, εάν θελήσει, να εξαφανίσει ένα βιβλίο ή να το κάνει μπεστ σέλερ, ο Φράνζεν ομολόγησε: «Αυτό είναι όντως ένα ενδιαφέρον ερώτημα. Οτι μπορεί να κάνει ένα βιβλίο μπεστ σέλερ, αυτό το πιστεύω. Αλλά, από την άλλη, δεν έχει τόσο μεγάλη δύναμη ώστε να μπορεί να «σκοτώσει» ένα πραγματικά πολύ καλό βιβλίο».

Πάντως, το «παιχνίδι» τού -επιπρόσθετα φωτογενούς- συγγραφέα με την τηλεοπτική σταρ συνετέλεσε αναμφίβολα στην τεράστια άνοδο της δημοτικότητάς του. Αντιστεκόμενος στη δύναμη της τηλεόρασης, ο Φράνζεν τελικά έγινε διάσημος μέσω αυτής. Κι έτσι, όταν η διαφημιζόμενη και από τον πρόεδρο Ομπάμα Ελευθερία κατέκλυσε τα ράφια των βιβλιοπωλείων, ο Φράνζεν δεν θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Επισκέφτηκε το στούντιο της Οπρα, κουβέντιασε και αστειεύτηκε μαζί της, ενώ στο τέλος απάντησε και σε ερωτήσεις τηλεθεατών, μελών της Αγίας Αμερικανικής Οικογένειας. Η υψηλή κουλτούρα πρώτα σνόμπαρε τη μαζική, για να ενωθεί στη συνέχεια μαζί της, σε έναν αναπάντεχα σφιχτό εναγκαλισμό…

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ

Μέχρι να φτάσει όμως στο βασίλειο της Οπρα η πορεία του πέρασε από πολλές συμπληγάδες. Στην ίδια συνέντευξη, ο Φράνζεν μού εξηγούσε: «Οταν ένας συγγραφέας γράφει καλά για τις εμπειρίες και τη ζωή καθημερινών ανθρώπων, αυτό συνήθως συμβαίνει επειδή είναι και αυτός ένας καθημερινός άνθρωπος. Το πρόβλημα, λοιπόν, με την επιτυχία που έρχεται, είναι ότι τελικά σε απομακρύνει από αυτό που σε έκανε επιτυχημένο αρχικά, δηλαδή τη σκληρή πραγματικότητα την οποία περιέγραφες. Οταν έγραφα τις Διορθώσεις είχα πολλά κίνητρα: ήμουν φτωχός, χρειαζόμουν να τα πάω καλά με το βιβλίο, να δείξω την αξία μου, να αναγνωριστεί η προσπάθειά μου και να βγάλω και κάποια λεφτά. Ετσι, επί χρόνια σηκωνόμουν στις 8 η ώρα το πρωί και έγραφα. Αυτού του είδους την αυτοπειθαρχία είναι λίγο δύσκολο να τη διατηρήσεις μετά. Αρχίζουν οι προσκλήσεις για τα πάρτι, είσαι και με έναν τρόπο υποχρεωμένος να παραστείς σε κάποιες εκδηλώσεις, στο πλαίσιο της προώθησης του βιβλίου σου, να υπογράψεις κάποια αυτόγραφα…».

Επομένως, απαιτείται μεγάλη πίστη σε αυτό που κάνεις για να το κατακτήσεις τελικά, χωρίς ταυτόχρονα να ακυρώσεις απόλυτα τον εαυτό σου, ήταν η παρατήρησή μου. Ο Φράνζεν, αφού συμφώνησε, περιέγραψε τον δρόμο που ακολούθησε εκείνος μέχρι την καταξίωση: «Ξεκίνησα διαβάζοντας βιβλία για την προσωπική μου ευχαρίστηση. Αργότερα, βρέθηκα στο κολέγιο, όπου ανέπτυξα το όποιο λογοτεχνικό ταλέντο μου. Το πρώτο μου βιβλίο ήταν το 7th city, με το οποίο νομίζω πως κυρίως ήθελα να δείξω στους γονείς μου ότι μπορώ να επιβιώσω κάνοντας αυτή τη δουλειά, γράφοντας βιβλία, κάτι για το οποίο εκείνοι είχαν αμφιβολίες. Οταν, λοιπόν, το βιβλίο εκδόθηκε, οι «Ν.Υ. Times» έγραψαν ότι ανήκε στο crime-section. Εγώ ονειρευόμουν πάντοτε να δω μια κριτική στους «New York Times», όπου θα αναγνωριζόμουν ως σοβαρός λογοτέχνης. Αλλά όχι, αυτή η στιγμή έρχεται και τελικά με αναφέρουν ως συγγραφέα crime stories! (γέλια). Ο εκδότης μου επέμεινε ότι το να με αναφέρουν ως έναν καλό συγγραφέα crime stories είναι κάτι πολύ καλό. Αλλά εγώ είχα το προσωπικό μου «κόλλημα», ήθελα να αναγνωριστώ ως λογοτέχνης! Ετσι, και μέχρι να βγουν οι Διορθώσεις, είχα την αίσθηση ότι δεν διέθετα τη λογοτεχνική αναγνώριση την οποία επεδίωκα, παρά την όποια εμπορική επιτυχία είχα επιτύχει».

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Απο την Αμερική του Μπους σε εκείνη του Ομπάμα μέσα από ένα μεγάλο αμερικάνικο μυθιστόρημα

Οι Μπέργκλαντ είναι μια τυπική οικογένεια των ΗΠΑ. Ο Γουόλτερ και η Πάτι έχουν παντρευτεί στο κολέγιο, είναι προοδευτικοί, ενδιαφέρονται για τη φύση και τα προβλήματα του πλανήτη, και για τα παιδιά τους, την Τζέσικα και τον Τζόι. Στο σκηνικό υπάρχει και ο καλύτερος φίλος τού Γουόλτερ, ο Ρίτσαρντ, ροκ σταρ.

Στην πορεία τής φοίτησής του στο κολέγιο ο Τζόι «από κοινωνική άποψη πλησίασε συγκατοίκους στον κοιτώνα του από πλούσιες οικογένειες, που πίστευαν πως οι ΗΠΑ έπρεπε να ισοπεδώσουν τον ισλαμικό κόσμο για να μάθει να φέρεται». Οταν κάποια στιγμή ο Τζόι φιλοξενείται στο σπίτι τού συγκατοίκου του Τζόναθαν, για λίγες ημέρες, ο πατέρας τού Τζόναθαν μιλά «για τη νέα φοβερή συκοφαντία που κυκλοφορούσε στον αραβικό κόσμο, το ψέμα ότι δεν υπήρχαν καθόλου Εβραίοι στους Δίδυμους Πύργους στις 11 Σεπτεμβρίου και ισχυριζόταν ότι σε στιγμές εθνικού κινδύνου έπρεπε να αντικρούσουν τα μοχθηρά ψέματα με καλοπροαίρετες μισοαλήθειες. Αναφερόταν σε μέλη του υπουργικού συμβουλίου με τα μικρά τους ονόματα, εξηγώντας πως «εμείς στηριζόμασταν» στον πρόεδρο για να εκμεταλλευτεί αυτή τη μοναδική ιστορική στιγμή, ώστε να δώσει τέλος σε ένα δύσκολο γεωπολιτικό αδιέξοδο και να επεκτείνει ριζικά τη σφαίρα της ελευθερίας». «Σε φυσιολογικές εποχές», είπε, «η μεγάλη μάζα της αμερικανικής κοινής γνώμης ήταν υπέρ του απομονωτισμού και της άγνοιας, αλλά οι τρομοκρατικές επιθέσεις «μάς» είχαν δώσει μια χρυσή ευκαιρία, την πρώτη μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ώστε να επέμβει «ο φιλόσοφος» και να ενώσει τη χώρα πίσω από μια αποστολή που η φιλοσοφία του είχε αποδείξει πως ήταν σωστή και απαραίτητη. Πρέπει να μάθουμε να νιώθουμε άνετα με το να μεγαλοποιούμε ορισμένα γεγονότα», πρόσθεσε, χαμογελώντας, σε έναν θείο που τον είχε προκαλέσει ήπια σχετικά με τις πυρηνικές δυνατότητες του Ιράκ. «Τα σύγχρονα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης είναι πολύ θολές σκιές στον τοίχο και ο φιλόσοφος πρέπει να είναι έτοιμος να χειραγωγήσει αυτές τις σκιές στην υπηρεσία μιας μεγαλύτερης αλήθειας».

Και όταν ο Τζόι προκαλεί -με τη σειρά του- τον πατέρα του φίλου του για τις αλήθειες και τα ψέματα σε αυτήν υπόθεση, εκείνος καταλήγει: «Είναι επιτακτικό να αρπάξουμε την ευκαιρία που μας δόθηκε φέτος το φθινόπωρο. Να κάνουμε ένα έθνος ελεύθερων ανθρώπων ν’ αφήσει τη λανθασμένη λογική του και να δεχτεί μια καλύτερη λογική, με όποια μέσα χρειαστεί».

Αργότερα ο Τζόι αποφασίζει να δουλέψει για έναν Ρεπουμπλικανό τυχοδιώκτη. Φτάνει μέχρι την Παραγουάη για να βρει κάποια εντελώς διαλυμένα ανταλλακτικά για τα αμερικανικά φορτηγά στο Ιράκ, παρ’ ότι διστάζει: «Καθώς το ταξί περνούσε μέσα από παλαιότερες, αποικιακές γειτονιές της Ασουνσιόν, άρχισε να φοβάται ότι δεν θα μπορούσε να το κάνει. Δεν μπορούσε να στείλει έναν τόσο κραυγαλέα άχρηστο σωρό από παλιοσίδερα σε αμερικανικές δυνάμεις που πρσπαθούσαν να κερδίσουν έναν σκληρό, μη συμβατικό πόλεμο». Τελικά, η δίψα για τα δολάρια υπερισχύει, τα ανταλλακτικά φτάνουν στο Ιράκ, το κέρδος του Τζόι είναι υπέρογκο (κοντά στο ένα εκατομμύριο δολάρια), οι μέρες περνούν, κι έπειτα «ένα βράδυ, στο CNN, ο Τζόι είδε τα νέα για μια ενέδρα έξω από τη Φαλούτζα, στην οποία μερικά αμερικανικά φορτηγά είχαν χαλάσει, αφήνοντας τους οδηγούς τους να σφαγιαστούν από τους εξεγερμένους ντόπιους». Μην αντέχοντας να διαχειρίζεται «ματωμένα χρήματα», ο Τζόι δίνει ένα μικρό ποσό στον πατέρα του, ενώ τα υπόλοιπα τα χορηγεί σε ένα ίδρυμα βετεράνων του πολέμου.

Το θέμα της θρησκείας κυριαρχεί στις συζητήσεις των πρωταγωνιστών της Ελευθερίας, αφού η άσκηση πολιτικής (και δη εξωτερικής) συνδέθηκε στα χρόνια του Μπους, σε μεγάλο βαθμό, μαζί της. Ο ροκάς και καλύτερος φίλος τού Γουόλτερ, ο Ρίτσαρντ, αναρωτιέται: «…και αυτό είναι που μου φαίνεται τόσο καινοτόμο στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Αφήνουν το άτομο ν’ αποφασίσει μόνο του τι θα μπορούσε να είναι ένας καλύτερος κόσμος. Είναι το κόμμα της ελευθερίας, σωστά; Γι’ αυτό δεν καταλαβαίνω γιατί αυτοί οι μισαλόδοξοι χριστιανοί ηθικολόγοι επηρεάζουν τόσο πολύ το κόμμα. Αυτοί οι άνθρωποι απεχθάνονται τις επιλογές». Οσο για τη θέση του Γουόλτερ στο θέμα: «Κατά την άποψή του, δεν υπήρχε μεγαλύτερη δύναμη κακού στον κόσμο, κανένας πιο πειστικός λόγος ν’ απελπιστεί κανείς για την ανθρωπότητα και τον εκπληκτικό πλανήτη που της είχε δοθεί, από την Καθολική Εκκλησία, αν και, ομολογουμένως, οι σιαμαίοι δίδυμοι φονταμενταλιστές Μπους και Μπιν Λάντεν κόντευαν να τη φτάσουν αυτή την εποχή».

Προς το τέλος του βιβλίου, και αφού οι ήρωες έχουν περάσει μέσα από πολλά και έχουν επίσης πολλά αναθεωρήσει, ο Γουόλτερ ζει μόνος του στο πατρικό του σπίτι στην αμερικανική επαρχία. Η περιοχή έχει εν τω μεταξύ κατακλυστεί από Ρεπουμπλικανούς γείτονες και μία εξ αυτών, η Λίντια, τον έχει «βάλει στο μάτι». Ο λόγος: «Ο Γουόλτερ δεν ήταν καν γείτονας, δεν ανήκε στον σύλλογο των ιδιοκτητών, και το γεγονός ότι οδηγούσε ένα υβριδικό γιαπωνέζικο αυτοκίνητο, στο οποίο είχε βάλει πρόσφατα ένα αυτοκόλλητο που έγραφε ΟΜΠΑΜΑ, έδειχνε, κατά την άποψή της, πως ήταν άθεος και πως αδιαφορούσε για τα βάσανα των οικογενειών που εργάζονταν σκληρά, όπως η δική της, που πάλευαν να τα φέρουν βόλτα και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους ώστε να είναι καλοί πολίτες, γεμάτοι αγάπη, σ’ έναν επικίνδυνο κόσμο. Ο Γουόλτερ τής φαινόταν από εκείνους τους κυβερνητικούς φιλελεύθερους που ήθελαν να μοιράζουν προφυλακτικά στα σχολεία, να παίρνουν τα όπλα του κόσμου και ν’ αναγκάζουν κάθε πολίτη να κουβαλάει ταυτότητα».

Ετσι, όταν κάποια στιγμή ο Γουόλτερ προσπαθεί να προστατεύσει τα πουλιά του δάσους του από τις γάτες της Λίντια, αναφερόμενος σε έναν νόμο που απαγόρευε να βλάψουν οποιοδήποτε πουλί δεν ανήκε στην κατηγορία του θηράματος και το οποίο περνούσε τα καναδικά ή τα μεξικανικά σύνορα, «αυτό ήταν για τη Λίντια μια δυσάρεστη υπενθύμιση του νέου προέδρου της χώρας, που ήθελε να παραδώσει την εθνική κυριαχία στα Ηνωμένα Εθνη» (…). Η «ευλογημένη», για τη βαθιά Αμερική, εποχή τού Μπους είχε φτάσει στο τέλος της, η νέα εποχή τού Ομπάμα -και του Tea Party- είχε ανατείλει…

ΑΙΜΑ, ΔΑΚΡΥΑ ΚΑΙ ΙΔΡΩΤΑΣ…

ΕΙΠΑΝ ΓΙ’ ΑΥΤΟΝ

ΝΤΑΝΙΕΛ ΚΕΛΜΑΝ: «Αγαπώ τον Μάρκες και τον Βάργκας Γιόσα, αλλά επίσης τον Τζόναθαν Φράνζεν, τον Τζέφρι Ευγενίδη και τον Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας».

ΝΟΡΜΑΝ ΜΕΪΛΕΡ: «Τι έπαρση! Γράφει έξοχα κάθε του πρόταση, όμως το κατόρθωμα δεν σ’ ευχαριστεί. Είναι υπερβολικά φορτωμένο από τη γλώσσα, ακριβώς όπως οι νεόπλουτοι από τα λεφτά τους!»

ΤΖΕΦΡΙ ΕΥΓΕΝΙΔΗΣ: «Είμαι σίγουρος ότι ο Φράνζεν φιλοδοξεί να πάρει τη θέση των μεγάλων του αμερικανικού μυθιστορήματος…».

ΙΑΝ ΜΑΚ ΓΙΟΥΑΝ: «Ο Φίλιπ Ροθ είναι ο μεγαλύτερος εν ζωή αμερικανός συγγραφέας» (…).

ΚΑΙ ΕΙΠΕ ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΟΥΣ

ΤΟΝ ΙΑΝ ΜΑΚ ΓΙΟΥΑΝ: «Του έστειλα ένα αντίτυπο του Freedom. Και μετά, μού έστειλε ένα απίστευτα γλυκό σημείωμα. Συνεπώς είμαι άοπλος απέναντί του. Πρέπει να είναι πολύ καλός τύπος. Είπε κάτι για τους αμερικανούς συγγραφείς; Ομολογώ ότι δεν το θυμάμαι!»

ΤΟΝ ΦΙΛΙΠ ΡΟΘ: «Τελικά κουράστηκα να είμαι θυμωμένος με τον Ροθ, για τις υπερβάσεις επιείκειας προς τον εαυτό του, τους αδύναμους διαλόγους και τους αδύναμους γυναικείους χαρακτήρες του και αποφάσισα να αποδεχτώ την εφευρετικότητά του και την ηρωική έλλειψη ντροπής του».

ΤΟΝ ΣΤΑΝΤΑΛ:«Αντί να κάθεται επί χρόνια στο γραφείο του, τραβώντας τα μαλλιά του, ο Σταντάλ ταξίδεψε με το Γαλλικό Διπλωματικό Σώμα στην αγαπημένη του χώρα, την Ιταλία, και μετά γύρισε σπίτι και υπαγόρευσε το μυθιστόρημά του σε λιγότερο από 8 εβδομάδες: τι υπέροχο μοντέλο για το πώς να είσαι συγγραφέας και ταυτόχρονα να έχει και κάποιου είδους ζωή! Το Μοναστήρι της Πάρμας είναι ταυτόχρονα κυνικό και ανέλπιδα ρομαντικό, όλα για την πολιτική, αλλά ταυτόχρονα και όλα για την αγάπη. Είναι σχεδόν αδύνατον να το αφήσεις από τα χέρια σου».

ΤΟΝ ΤΖΟΝ ΣΤΑΪΝΜΠΕΚ: «Μια ζωή μέγας πότης, με το σπουδαιότερο βιβλίο του ήδη γραμμένο, ο Στάινμπεκ στο Ανατολικά της Εδέμ γράφει μια μυθική εκδοχή για την αμερικανική εμπειρία της οικογένειάς του – ιστορία της χαμένης αθωότητας της χώρας μας, αλλά και της ενδεχόμενης λύτρωσής της».

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΦΡΑΝΖΕΝ – Η ΦΙΛΙΑ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΑΥΤΟΧΕΙΡΑ ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΦΟΣΤΕΡ ΓΟΥΑΛΑΣ

Ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός στη χώρα μας. Μόνον ένα βιβλίο του έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Τραυλός, το Κορίτσι με παράξενα μαλλιά (ενώ ευτυχώς ο Κέδρος ετοιμάζει να εκδώσει φέτος το Oblivion). Ωστόσο, αυτός ο συγγραφέας, που η αυτοκτονία του στις 12 Σεπτεμβρίου του 2008, μόλις στα 46 του χρόνια, συντάραξε τους αμερικανικούς λογοτεχνικούς κύκλους, θεωρούνταν μία από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές της σύγχρονης αμερικανικής πεζογραφίας, ενώ ήταν και ο καλύτερος φίλος τού Φράνζεν.

Παρ’ ότι μονήρης και εσωστρεφής, ο Φράνζεν είχε κατορθώσει να αναπτύξει με τον Γουάλας μια ιδιότυπη σχέση: αν και ανταγωνιστές στη συγγραφή, ο καθένας τους θαύμαζε και ταυτόχρονα ασκούσε κριτική στη δουλειά τού άλλου, κάπως όπως ο Φιτζέραλντ με τον Χέμινγουεϊ.

Ομως ο Γουάλας υπέφερε από βαριά κατάθλιψη. Τον Ιούνιο του 2008 προχώρησε σε απόπειρα αυτοκτονίας. Ο Φράνζεν βρισκόταν εκείνη την περίοδο στο Βερολίνο, απ’ όπου επέστρεψε εσπευσμένα πίσω στη Νέα Υόρκη. Εμεινε μαζί με τον Γουάλας όλο το καλοκαίρι, και ο φίλος του φάνηκε να αναρρώνει. Ομως όταν μπήκε ο Σεπτέμβριος και ο Φράνζεν ετοιμάστηκε να στρωθεί στη δουλειά, ο Γουάλας αυτοκτόνησε.

Η αυτοκτονία του πιο καλού φίλου του επέδρασε καταλυτικά στον Φράνζεν. Ενώ μέχρι τότε είχε γράψει ελάχιστες σελίδες της Ελευθερίας, ο πόνος και ο θυμός για τον χαμό του φίλου του μετατράπηκαν σε ενέργεια.

Ο Γουάλας μασούσε συχνά ταμπάκο, ο Φράνζεν είχε σταματήσει πριν από μία δεκαετία. Το πρωινό της κηδείας του Γουάλας ο Φράνζεν μπήκε σε ένα καπνοπωλείο και αγόρασε ταμπάκο. Μετά, πήγε στο γραφείο του, έκλεισε την πόρτα του και ξεκίνησε να το μασά. Σχεδόν ξέρασε, παρ’ όλα αυτά συνέχισε το μάσημα.

Και ύστερα άρχισε να γράφει χωρίς σταματημό. Η πρώτη εκδοχή τού Freedom, έναν χρόνο μετά, ήταν σχεδόν έτοιμη…

ΑΤΑΚΕΣ

**«Δεν υπάρχει τίποτε πιο σέξι για μένα από τους αναγνώστες βιβλίων».

**«Το να είσαι μόνος μ’ ένα καλό βιβλίο ισοδυναμεί με το ακριβώς αντίθετο της μοναξιάς».

Advertisements
This entry was posted in Άποψη and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s