Ορχάν Παμούκ: Ο Τζεβντέντ μπέη και γιοι του. 01


Πάμε πάλι, όπως με την Ράντ. Το πρώτο (1982) μυθιστόρημα του Ορχάν Παμούκ. Θα δημοριεύουμε καθημερινά, στις 7 πμ, συνέχειες, μέχρι την έκδοση του βιβλίου (τον Δεκέμβριο). Καλή ανάγνωση.

Ο ΤΖΕΒΝΤΕΤ ΜΠΕΗ ΚΑΙ ΟΙ ΓΙΟΙ ΤΟΥ

Ορχάν Παμούκ

Μετάφραση: Στέλλα Βρετού

 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1

Πρωί

Και το μανίκι του νυχτικού μου, κι η πλάτη μου… Κι η τάξη όλη… Και τα σεντόνια… Οχ, οχ, οχ και το κρεβάτι μούσκεμα είναι! Ναι, όλα είναι μούσκεμα, κι εγώ είμαι ξύπνιος, ξύπνησα!» μουρμούρισε ο Τζεβντέτ μπέη. Όλα ήταν μούσκεμα όπως στο όνειρο που έβλεπε πριν λίγο. Άλλαξε θέση ενοχλημένος, θυμήθηκε το όνειρο και τρόμαξε. Ονειρεύτηκε ότι καθόταν απέναντι από το δάσκαλό του, στο δημοτικό σχολείο, στην Κούλα. Σήκωσε το κεφάλι του από το υγρό μαξιλάρι, ανασηκώθηκε. ‘Ναι, καθόμασταν απέναντι από το δάσκαλο. Το νερό στο σχολείο είχε φτάσει μέχρι το γόνατο. Και γιατί είχε πλημμυρίσει το σχολείο;’ Επειδή έτρεχε το ταβάνι. Τα νερά έτρεχαν από το ταβάνι έπεφταν στο μέτωπο μου, στο στήθος μου, γέμιζαν την τάξη. Εμένα έδειχνε ο δάσκαλος με τη βέργα του μπροστά σε όλη την τάξη κι έλεγε,  «Για όλα φταίει ο Τζεβντέτ».  Ανατρίχιασε όταν ζωντάνεψε μπροστά στα μάτια του τους συμμαθητές του να τον κοιτάζουν περιφρονητικά, να τον κατηγορούν με το βλέμμα τους, τον μεγαλύτερο κατά δύο χρόνια αδελφό του να τον κοιτάζει πιο περιφρονητικά από όλους, το δάσκαλό του να τον δείχνει με τη βέργα του. Όμως ο δάσκαλος, που δεν δίσταζε να περάσει από τη φάλαγγα όλη την τάξη και που με ένα φούσκο άφηνε λιπόθυμα τα παιδιά, δεν τιμωρούσε τον Τζεβντέτ, αν κι έφταιγε αυτός που τα νερά τρέχανε από το ταβάνι. ‘Ήμουν διαφορετικός από τους άλλους, ήμουν μόνος, με περιφρονούσανε’, σκέφτηκε ο Τζεβντέτ μπέη. ‘Όμως κανείς δεν τολμούσε να με πειράξει, κι ας είχε πλημμυρίσει εξαιτίας μου το σχολείο!’ Το τρομακτικό όνειρο σε μια στιγμή έγινε χαρούμενη κι ευχάριστη ανάμνηση: ‘Ήμουν διαφορετικός, ήμουν μόνος, αλλά δεν μου βάζανε τιμωρίες’. Καθώς σηκωνόταν από το κρεβάτι του, θυμήθηκε ότι μια φορά ανέβηκε στη στέγη του σχολείου κι έσπασε τα κεραμίδια. ‘Έσπασα τα κεραμίδια. Κι ήμουν πόσο; Επτά χρονών. Τώρα είμαι τριάντα επτά, είμαι αρραβωνιασμένος, ετοιμάζομαι να παντρευτώ’. Αναστατώθηκε όταν θυμήθηκε την αρραβωνιαστικιά του. ‘Ναι, ετοιμάζομαι να παντρευτώ, κι έπειτα θα… Χασομερώ όμως! Έχω αργήσει’. Για να καταλάβει τι ώρα είναι έτρεξε στο παράθυρο, παραμέρισε τις κουρτίνες και κοίταξε έξω. Το φως ήταν παράξενο, είχε ομίχλη. Κατάλαβε ότι ο ήλιος είχε ανατείλει. Θύμωσε με τον εαυτό του γι’ αυτή του την κακή συνήθεια και κοίταξε το ρολόι του: Μισή, με την αλατούρκα ώρα. «Πω, πω, θα καθυστερήσω!» είπε κι έτρεξε στον απόπατο.

Όταν πλύθηκε ένιωσε ακόμη πιο χαρούμενος. Την ώρα που ξυριζόταν,  σκέφτηκε το όνειρο του. Έπειτα θυμήθηκε ότι θα πήγαινε στο κονάκι του Σουκρού πασά και φόρεσε παντελόνι και σακάκι –καινούργια και πεντακάθαρα- πουκάμισο κολλαριστό και σκληρό σαν χαρτόνι, και μια γραβάτα, που του φαινόταν πολύ κομψή. Τελευταίο έβαλε το φέσι του, αυτό που είχε φτιάξει στα μέτρα του, πριν από τον αρραβώνα, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη πάνω από το μικρό τραπέζι και παρ’ όλο που αποφάσισε ότι η εμφάνισή του ήταν αυτή που επιθυμούσε, ένιωσε μια μικρή μελαγχολία. Πρέπει να υπήρχε κάτι γελοίο στα κομψά του ρούχα, στην αγωνία του επειδή θα πήγαινε στο κονάκι της αρραβωνιαστικιάς του. Έτσι λίγο, κι ανώδυνα, μελαγχολικός, άνοιξε τις κουρτίνες. Η ομίχλη είχε σκεπάσει  τους μιναρέδες του τζαμιού Σεχζαντέμπασι, αλλά δεν έκρυβε τον θόλο του. Η κρεβατίνα στο διπλανό κήπο ήταν πιο πράσινη από ποτέ. ‘Θα κάνει ζέστη σήμερα’, σκέφτηκε! Μια γάτα κάτω από την κρεβατίνα, έγλειφε αργά-αργά τη γούνα της. Κάτι θυμήθηκε ο Τζεβντέτ μπέη κι έσκυψε από το παράθυρο να δει: Η άμαξα ήταν εκεί, μπροστά στο σπίτι του. Τ’ άλογα κουνούσαν τις ουρές τους, ο αμαξάς στεκόταν μπροστά στην πόρτα και κάπνιζε καθώς τον περίμενε. Ο Τζεβντέτ μπέη έβαλε στις τσέπες του τα τσιγάρα του, τον αναπτήρα του, το πορτοφόλι του, το ρολόι του που του έριξε άλλη μια ματιά και βγήκε από το δωμάτιο.

 

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s