Ορχάν Παμούκ: Ο Τζεβντέντ μπέη και γιοι του. 02


Κατέβηκε με θόρυβο, όπως πάντα, τις σκάλες. Η κυρία Ζελιχά όταν άκουσε το θόρυβο, βγήκε, όπως πάντα, στο κατώφλι και τον καλημέρισε χαμογελαστή, του είπε ότι το πρωινό του ήταν έτοιμο.

Ο Τζεβντέτ μπέη έκανε μια γκριμάτσα, «Βιάζομαι, Ζελιχά χανούμ, πρέπει να φύγω αμέσως!» της είπε.

«Δεν είναι σωστό να φύγετε έτσι, χωρίς να φάτε τίποτα», απάντησε η ηλικιωμένη κυρία, και βλέποντας ότι ο Τζεβντέτ μπέη ήταν αποφασισμένος να φύγει, έτρεξε στην κουζίνα.

Ο Τζεβντέτ μπέη την κοίταξε με δυσαρέσκεια να φεύγει, αλλά δεν βγήκε. Αναρωτήθηκε πώς θα κατάφερνε να γλιτώσει από την κυρία Ζελιχά μετά το γάμο του. Τη γυναίκα αυτή, που ήταν μακρινή συγγενής του, την είχε σαν μάνα. Όταν εννιά χρόνια πριν αγόρασε το σπίτι του, αποφάσισε να την πάρει κοντά του, αν και στο Χασεκί, όπου ζούσε μέχρι τότε, είχε πιο στενούς από αυτήν συγγενείς, επειδή σκέφτηκε ότι η κυρία Ζελιχά θα ανακατευόταν πολύ λιγότερο από τους άλλους στη ζωή του. Η φτωχή κι έρημη γυναίκα φρόντιζε, τακτοποιούσε το σπίτι, μαγείρευε, κι ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες της, έμενε στον πρώτο όροφο του μικρού, ξύλινου σπιτιού με τα τέσσερα δωμάτια. Ο Τζεβντέτ μπέη, από εκεί που στεκόταν, κοίταξε τον όροφο στον οποίο είχε εγκατασταθεί με  άνεση η γυναίκα κι αναρωτήθηκε, ‘Πώς θα την πείσω να με αφήσει;’ Μετά το γάμο του δεν θα μπορούσε να την πάρει μαζί του, επειδή στην έγγαμη ζωή του, έτσι όπως τη φανταζόταν ότι θα είναι, μια γυναίκα σαν την κυρία Ζελιχά δεν είχε θέση. Οι σχέσεις του με τους ανθρώπους που θα φρόντιζαν το σπίτι του, καταλάβαινε ότι έπρεπε να είναι σχέσεις υπηρέτη-αφεντικού, κι αισθανόταν ότι η σχέση μάνας γιου που είχε μαζί της δεν θα άρμοζε καθόλου σε αυτή τη ζωή. Φαίνεται πως η κυρία Ζελιχά είχε καταλάβει ποια ήταν τα σχέδια του, επειδή τον τελευταίο καιρό, έχοντας μάθει ότι ο Τζεβντέτ μπέη θα παντρευόταν και θα μετακόμιζε στην απέναντι ακτή του Κεράτιου, κι ότι το σπίτι θα πουλιόταν, είχε γίνει ακόμη πιο σχολαστική στη δουλειά της, ακόμη πιο πρόθυμη. Η γυναίκα βγήκε τρέχοντας από την κουζίνα,  μ’  ένα πιάτο στο χέρι.

«Να σου φτιάξω έναν καφέ, αγόρι μου. Τώρα, αμέσως…»

«Δεν έχω καιρό, δεν έχω καθόλου καιρό!», είπε ο Τζεβντέτ μπέη. Από το πιάτο πήρε χαμογελώντας, χαρούμενος όσο κι η μέρα που μόλις άρχιζε, το ψωμί με βύσσινο γλυκό. Ευχαρίστησε τη γυναίκα, της χαμογέλασε άλλη μια φορά. Βγαίνοντας από την πόρτα κατάλαβε ότι δεν της είχε χαμογελάσει με αγάπη αλλά με συμπόνια, επειδή θα αναγκαζόταν να τη διώξει, κι ενοχλήθηκε. Γύρισε και για να πει κάτι της είπε, «Το βράδυ ίσως αργήσω», δεν ξαλάφρωσε όμως τη συνείδησή του από τις τύψεις.

Καθώς πήγαινε προς την άμαξα θυμήθηκε το όνειρό του: ‘Είμαι διαφορετικός, ναι  είμαι, αλλά κανείς δεν με τιμωρεί!’ Ηρέμησε λίγο. Είδε όμως τον αμαξά κι έχασε για μια στιγμή το κέφι του. Επειδή ο αμαξάς, όπως όλοι οι αμαξάδες, που ξέρανε καλά την ιδιωτική ζωή των πελατών τους, τον κοίταζε και με το βλέμμα του τού έλεγε, «Αχ, εσύ, εσύ! Ξέρω πολύ καλά πού πηγαίνεις όλη μέρα, τι κάνεις, τι σκέφτεσαι!» Ο Τζεβντέτ μπέη χαμογέλασε και σε αυτόν χαρούμενα, τον ρώτησε αν ήταν καλά, του είπε ότι θα πήγαινε στο μαγαζί στο Σίρκετζι, ανέβηκε στην άμαξα, κάθισε και δάγκωσε τη φέτα το ψωμί με το βύσσινο.

Η άμαξα, που σε αυτή τη γειτονιά φάνταζε ακόμη πιο εντυπωσιακή απ’  ό,τι ήταν, ξεκίνησε. Περνούσε ανάμεσα από τα ξύλινα σπίτια του Βεφά, κουνιόταν μια απ’ τη μια και μια απ’ την άλλη. Ο Τζεβντέτ μπέη την είχε νοικιάσει για τρεις μήνες, επειδή ήταν σίγουρος ότι αυτό τον καιρό, με τις τελετές των αρραβώνων και του γάμου, θα του ήταν χρήσιμη. Δυο μήνες πριν, αμέσως μόλις έμαθε ότι ο Σουκρού πασά δέχτηκε να του δώσει την κόρη του, είχε πάει στους στάβλους στο Φερίκιοϊ, όπου νοικιάζανε φιγουράτες άμαξες σαν αυτήν, και μετά από γερό παζάρεμα με τον αμαξά είχε συμφωνήσει να την νοικιάσει για τρεις μήνες. Δεν ήθελε να πάει στο σπίτι της κόρης του πασά, που θα γινόταν γυναίκα του, με μια κοινή, νοικιασμένη με την ώρα άμαξα, κι ούτε τον συνέφερε ν’ αγοράσει μια, η οποία μαζί με τα έξοδα του αμαξά και του στάβλου, θα του στοίχιζε πανάκριβα. Καθώς δάγκωνε το ψωμί του, που πολύ του άρεσε, σκέφτηκε, ‘Θα είναι ανοησία να κρατήσω την άμαξα περισσότερο από τρεις μήνες! Στοιχίζει πολλά η ενοικίαση! Αντί να πληρώνω τόσο πολλά, καλύτερα να αγοράσω μία …Για να την αγοράσω όμως πρέπει να διαθέσω μερικά από τα λεφτά που μου χρειάζονται στο μαγαζί. Τι να κάνω; Μου στοιχίζει πολλά αυτός ο γάμος, αλλά μου είναι απαραίτητος…’ Ο νους του πήγε στο γάμο του, στην καινούργια του ζωή, για την οποία έκανε τόσα όνειρα, στο σπίτι που θα αγόραζε, στην αρραβωνιαστικιά του που είχε δει δυο μόνο φορές, και χάρηκε. Σκέφτηκε αυτούς που περιφρονούσαν όσους αγόραζαν τέτοιες φιγουράτες, πλούσιες άμαξες, αλλά ήταν τόσο χαρούμενος που δεν έδωσε σημασία. Έφαγε άλλη μια μπουκιά ψωμί με βύσσινο. ‘Αν ήταν να δίνω σημασία σε αυτά τα πράγματα δεν θα γινόμουν έμπορος! Επειδή τα φοβούνται αυτά κι επειδή δεν είναι εξοικειωμένοι με το εμπόριο, γι’ αυτό δεν τολμά κανείς Μουσουλμάνος να γίνει έμπορος… Εγώ δεν τους δίνω σημασία! Όμως, τι θα κάνω, αν η Νιγκιάν χανούμ θέλει να έχει δική της άμαξα;’ Στη σκέψη της αρραβωνιαστικιάς του και της μελλοντικής του ζωής, ένιωσε πάλι  ευδιάθετος. Του άρεσε να μιλάει για την κοπέλα, που είχε δει δυο φορές, ως Νιγκιάν χανούμ. Η άμαξα κατέβαινε αργά την κατηφόρα, κουνιόταν μια δεξιά και μια αριστερά, και μαζί της κουνιόταν κι αυτός. «Ωχ, μωρέ, αν το επιτρέψουν τα οικονομικά του μαγαζιού και της εταιρίας, ίσως αγοράσω και μια άμαξα!» μουρμούρισε, κι έβαλε στο στόμα του και την τελευταία μπουκιά του ψωμιού. Έπειτα κοίταξε τα δάχτυλά του λυπημένα, όπως κοιτάζει ένα παιδί τα άδεια χέρια του όταν τελειώνει το φαγητό του: ‘Μου φαίνεται πως γι’  αυτό το γάμο θα ξοδέψω ό, τι έχω και δεν έχω’, σκέφτηκε και μελαγχόλησε.

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s