Ορχάν Παμούκ: Ο Τζεβντέντ μπέη και γιοι του. 03


Η άμαξα κατέβηκε την κατηφόρα του Μπαμπαλί, έστριψε στα στενά. Η ομίχλη διαλυόταν και τη θέση της παράξενης μουντάδας έπαιρνε, όπως πάντα, το λαμπερό φως. Ο Τζεβντέτ μπέη ένιωσε να ζεσταίνεται πολύ μες την άμαξα, που από τώρα την έψηνε ο καλοκαιρινός ήλιος. ‘Θα κάνει πολύ ζέστη! Τι έχω να κάνω σήμερα; Πρέπει να τελειώσω γρήγορα τις δουλειές μου στο μαγαζί! Ίσως πάω να δω τον αδελφό μου!’ Η σκέψη του άρρωστου αδελφού του σε μια πανσιόν στο Μπέγιογλου, τον στενοχώρησε. ‘Έχουμε προγραμματίσει να φάμε μαζί με τον Φουάτ μπέη… Μόλις ήρθε από τη Θεσσαλονίκη… Το απόγευμα θα πάω στο Νισάντας, στο κονάκι του Σουκρού πασά!’ Ταράχτηκε με την ελπίδα ότι θα έβλεπε για τρίτη φορά την αρραβωνιαστικιά του. ‘Έπειτα θα πάω να δω το σπίτι που μου βρήκε ο μεσίτης’. Είχε αποφασίσει ν’  αγοράσει σπίτι στο Νισάντας ή στο Σισλί όπου είχε σκοπό να μείνει μετά το γάμο του. ‘Μετά θα γυρίσω στο μαγαζί. Δυστυχώς, σήμερα δεν θα είμαι εκεί για πολλή ώρα… Τι μέρα είναι σήμερα; Δευτέρα!’ Μέτρησε με τα δάχτυλά του. Τρεις μέρες πριν, στην προσευχή της Παρασκευής, είχαν ρίξει βόμβα στο ανδρωνίτη του τζαμιού. Είχε αρραβωνιαστεί δυο Παρασκευές πριν το περιστατικό, ‘Άρα αρραβωνιάστηκα δεκαεπτά μέρες πριν!’ Η άμαξα σταμάτησε μπροστά στο μαγαζί.

Οι λογαριασμοί, που στο αγουροξύπνημα του κι όση ώρα κουνιόταν η άμαξα σιγόκαιγαν σαν φλογίτσες στο μυαλό του, μόλις είδε το μαγαζί του έγιναν φωτιά, φούντωσαν: ‘Δεν γράψαμε ακόμη την επιστολή με τις παραγγελίες για τα χρώματα. Σε ποιον μπορώ να πουλήσω τις λάμπες που μου βγήκαν χαλασμένες; Αν ο Εσκινάζι δεν μου πληρώσει και σήμερα το χρέος του, θα του πω…’ Τη στιγμή που περνούσε το σκαλοπάτι του μαγαζιού του προσευχήθηκε: Μπίσμιλαχιραχμανιραχιμ – Στο όνομα του οικτίρμονος και ελεήμονος Θεού! Θα ζητήσω διακόσιες λίρες παραπάνω από τον Εσκινάζι, αν δεχτεί να μου τις δώσει, θα του δώσω παράταση ένα μήνα…’ Χαιρέτησε ψυχρά, με μια κίνηση του κεφαλιού του, ένα τσιράκι του. Χαμογέλασε στο άλλο, που το αγαπούσε επειδή ήταν εργατικό και  δεν ήταν άπληστο. Έπειτα στράφηκε στον χασομέρη που είχε χαιρετήσει ψυχρά και του είπε. «Πήγαινε, παιδί μου, να τους πεις να μου φέρουν τον καφέ μου και πάρε μου και μια τυρόπιτα».

Όπως κάθε πρωί, πήγε και κάθισε στο γραφείο, στο βάθος του μαγαζιού με βήμα γρήγορο κι αποφασιστικό. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά, σαν να ήθελε να βρει κάτι να ξεσπάσει πάνω του. Έπειτα, είδε ότι η εφημερίδα Moniteur D’ Orient ήταν όπως κάθε πρωί πάνω στο γραφείο του κι ησύχασε. Από συνήθεια, όπως κάθε πρωί, η ματιά του πρώτα έπεσε στην ημερομηνία: 24 Ιουλίου 1905 – 11 Ιουλίου 1321, Δευτέρα. Διάβασε όλα τα άρθρα για τον Ρώσο-Ιαπωνικό πόλεμο, αλλά τον άφησαν ολότελα αδιάφορο. Αμέσως γύρισε σελίδα και άρχισε να διαβάζει τις σελίδες για το χρηματιστήριο. Βρήκε μια δυο αγγελίες που τράβηξαν αμέσως το ενδιαφέρον του: Χμ! Ο έμπορος σιδηρικών Δημήτρης πουλούσε την αποθήκη του΄ πρέπει να ήταν σε δύσκολη θέση. Ο Παναγιώτης, που πουλούσε κι αυτός ηλεκτρολογικό υλικό και είδη κιγκαλερίας, όπως ο ίδιος, ενημέρωνε τους πελάτες του για τα καινούργια προϊόντα του. Ο Τζεβντέτ μπέη αποφάσισε να βάλει κι αυτός μια αγγελία, αλλά άλλαξε γνώμη. Όταν διάβασε για μια θεατρική ομάδα που ανέβαζε μια καινούργια παράσταση στο Οντεόν, θυμήθηκε τον αδελφό του. Ανατρίχιασε. Ο αδελφός του, που ήταν  βαριά άρρωστος,  είχε μια ερωμένη, Αρμένισσα, ηθοποιό θεάτρου. Ο Τζεβντέτ μπέη για να ξεχάσει τον αδελφό του, έφαγε την τυρόπιτα, που στο μεταξύ  του είχαν φέρει, ήπιε τον καφέ του κι άρχισε να διαβάζει πολύ αργά ένα άρθρο.  Όπως κάθε φορά όταν διάβαζε αυτή την εφημερίδα, στενοχωρήθηκε που τόσο πολλές γαλλικές λέξεις του ήταν άγνωστες. Έπειτα, όπως κάθε φορά που διάβαζε γαλλικά, θυμήθηκε πόσο πολύ προσπάθησε να μάθει αυτή τη γλώσσα, τα λεφτά που ξόδεψε για τα ιδιαίτερα μαθήματα, την οικογένεια για την οποία διάβαζε, την επιθυμία του για ένα σπίτι και μια ωραία οικογένεια σαν αυτή του βιβλίου, που η καθημερινότητά της  περιγραφότανε με τόσο απλά λόγια. Του άρεσε πολύ να τα θυμάται όλα αυτά με το θολωμένο από το πρώτο τσιγάρο της ημέρας μυαλό του, να φαντάζεται ότι θα έστηνε μια ζωή που η καθημερινότητά της θα έμοιαζε ιδιαίτερα με αυτήν της γαλλικής οικογένειας. Στη μέση του άρθρου αποφάσισε ότι έχανε το χρόνο του κι άφησε σε μια άκρια την Moniteur D’ Orient. Την αγόραζε επειδή την αγόραζαν όλοι οι έμποροι, επειδή καθρέφτιζε την εμπορική ζωή του τόπου, επειδή τον βοηθούσε να βελτιώσει τα γαλλικά του. Είχε τελειώσει την τυρόπιτά του, είχε καπνίσει το τσιγάρο κι είχε πιει τον καφέ του, είχε αφιερώσει λίγο χρόνο στην εφημερίδα του. Τώρα ήταν έτοιμος, ένιωθε ότι είχε την ένταση που του ήταν απαραίτητη για τη δουλειά του, ότι ήταν αρκετά δυνατός ώστε να αφοσιωθεί στις δουλειές του. Οι λογαριασμοί στο μυαλό του δεν ήταν ούτε οι αδύναμες φλογίτσες που σιγόκαιγαν τις πρώτες στιγμές του πρωινού, ούτε η φωτιά που είχε φουντώσει πριν λίγο. Ήταν όπως πρέπει να είναι στο μυαλό του εμπόρου οι λογαριασμοί κι τα προβλήματα΄  σαν φωτιά που καίει ήρεμη, αλλά δυνατή κι ελεγχόμενη. ‘Μάλιστα, και τώρα πρώτη μας δουλειά τώρα είναι να κοιτάξουμε άλλη μια φορά με τον Σαντίκ τους λογαριασμούς!’

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s