Ορχάν Παμούκ: Ο Τζεβντέντ μπέη και γιοι του. 04


Ο Σαντίκ ήταν ο νεαρός λογιστής της επιχείρησης. Ήταν νέος, δέκα χρόνια νεώτερος από τον Τζεβντέτ μπέη, αλλά έδειχνε από τώρα όσο κι εκείνος. Ανέβηκαν στο δώμα του μαγαζιού, συζήτησαν. Έμαθε για τη μικρή διαφορά ανάμεσα στα λεφτά που θα εισπράττανε μέχρι την Πέμπτη και τα έξοδά τους, κι αποφάσισε να πάει στον Εσκινάζι και να ζητήσει το λεφτά που του είχε δανείσει.

Έπειτα κατέβηκε κάτω, στους πωλητές του. Μίλησε για λίγη ώρα με τον μεσήλικα Αρβανίτη που θεωρούσε αρχιπωλητή του. Του έδειξε τον μπάγκο με κουτιά με χρώματα, με λάμπες, με διαφορά ψιλοπράγματα, του είπε ότι οι πελάτες θα θέλανε να βλέπουνε έναν μπάγκο άδειο, τακτοποιημένο. Όμως ο Αρβανίτης δεν καταλάβαινε, προσπαθούσε ν’  αποδείξει στον Τζεβντέτ μπέη ότι έτσι όπως ήταν στρωμένος ο μπάγκος, ήταν πιο εντυπωσιακός. Τότε εκείνος πήγε πίσω από τον μπάγκο, τους κοίταξε όλους με βλέμμα επικριτικό κι άρχισε να συμμαζεύει΄ για παραδειγματισμό εξυπηρέτησε κι έναν πελάτη. Όταν είδε ότι η αυτή η ένδειξη της μετριοφροσύνης του έκανε τους εργαζόμενους στο μαγαζί του να τον ντρέπονται και να τον σέβονται, γύρισε πίσω στο γραφείο του.

Κάθισε στην καρέκλα του, απ’ όπου έβλεπε ολόκληρο το γραφείο κι άρχισε να γράφει την επιστολή με τις παραγγελίες για τα χρώματα. Έγραφε γρήγορα από συνήθεια κι όταν  έφτασε στη μέση της επιστολής του σκέφτηκε ότι το σωστό για αυτές τις δουλειές θα ήταν να προσλάβει ένα γραφιά. Βέβαια, ο γραφιάς, θα σήμαινε και καινούργια έξοδα. ‘Όταν μάλιστα έχω τόσα έξοδα για το γάμο μου!’ σκέφτηκε. Εκείνη τη στιγμή, εμφανίστηκε ο αποθηκάριος του, που δούλευε στην αποθήκη του διακόσια βήματα παρακάτω, και του είπε ότι οι χαμάληδες δεν μπορούσαν να βάλουν μέσα τα μεγάλα κασόνια με τις λάμπες, ότι φοβόντουσαν μη κάνουν  καμιά ζημιά. Ο Τζεβντέτ μπέη σηκώθηκε ενοχλημένος. Περπάτησε πέρα δώθε, ώσπου υπέδειξε στον αποθηκάριο του ν’  ανοιχτούν ένα-ένα τα κασόνια και να αδειάσουν. Τόσο ανόητο, αφού τις λάμπες θα τις φόρτωναν στο τρένο και θα τις έστελναν στην Ανατολία΄ δεν υπήρχε όμως άλλος τρόπος!  Ο Τζεβντέτ μπέη είπε στον αποθηκάριο του να φύγει, έπειτα τελείωσε την επιστολή του, δυσανασχέτησε με τη σκέψη ότι δεν είχε ούτε αρκετό χρόνο, ούτε χρήματα. Αναρωτήθηκε σε ποιον θα μπορούσε να πουλήσει τις λάμπες που θα βγαίνανε χαλασμένες. Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να ρωτήσει το φίλο του έμπορο Φουάτ΄ εκτιμούσε πολύ το μυαλό και μπορούσε να βασίζεται στη φιλία του. Έπειτα κοίταξε ανήσυχος το ρολόι του, είδε ότι πλησίαζε  δύο και μισή. Βγήκε από το μαγαζί για να πάει στον Εσκινάζι.

 

2

Μουσουλμάνος κι έμπορος

 

Μόλις βγήκε από το μαγαζί, συνειδητοποίησε ότι είχε ξεπεράσει τα πρώτα προβλήματα της μέρες χωρίς να χρειαστεί να κοπιάσει ιδιαίτερα, ότι όλα του πήγαιναν όπως πάντα καλά και χάρηκε. Ο αμαξάς του κουβέντιαζε κάτω από ένα δέντρο λίγο παρακάτω μ’  έναν άλλο αμαξά. Φροντίζοντας να μην τον δει, περπάτησε προς το Σουλτανχαμάμ. Το μαγαζί του Εσκενάζι ήταν εξακόσια βήματα παραπέρα. Άρχισε να σκέφτεται τι θα του έλεγε, το κάτι  παραπάνω που θα του ζητούσε στην περίπτωση που αυτός ανέβαλε να πληρώσει το χρέος του, πώς θα του το ζητούσε. Από τη μια σχεδίαζε όλα αυτά κι από την άλλη χαιρετούσε τους άλλους εμπόρους της περιοχής Σίρκετζι, τα γνώριμα πρόσωπα. Οι άλλοι έμποροι όταν τον έβλεπαν του χαμογελούσαν και του έριχναν ματιές που φανέρωναν το ενδιαφέρον και την έκπληξη τους για τον Μουσουλμάνο που είχε μπει ανάμεσά τους. ‘Για να δούμε’, λέγανε οι ματιές τους, ‘Θα καταφέρει ο έμπορος με το φέσι να μείνει ανάμεσά μας; Μας αρέσει το θάρρος σου κι αποφασιστικότητά σου, Τζεβντέτ μπέη!’ ‘Ξέρω πολύ καλά τι σκέφτεστε για μένα, ότι ξέρετε τι άνθρωπος είμαι!’ λέγανε οι ματιές του Τζεβντέτ μπέη καθώς τους χαιρετούσε. Μερικά βήματα πριν το μαγαζί του Εσκινάζι, ένας από τους εμπόρους, που στην πλειοψηφία τους ήταν Εβραίοι και Ρωμιοί, του φώναξε μέσα από το μαγαζί του:

«Πω, πω, Ισικτσί Τζεβντέτ μπέη, πολύ κομψός είστε σήμερα!»

Κι ο Τζεβντέτ μπέη για να τους αποδείξει ότι καταλάβαινε από αστεία κι ότι του άρεσαν τα χωρατά, απάντησε, «Έτσι είμαι εγώ, πάντοτε κομψός!». Αμέσως μετά θυμήθηκε ότι εκείνη τη μέρα είχε έναν ιδιαίτερο λόγο να είναι κομψός και κοκκίνισε.

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s