Ορχάν Παμούκ: Ο Τζεβντέντ μπέη και γιοι του. 05


Μόλις μπήκε στο μαγαζί του Εσκινάζι με τα οικοδομικά υλικά κι έπιπλα, ήταν τέτοια η ακαταστασία, τόσο χαλαρή η ατμόσφαιρα και τόσο κεφάτα τα τσιράκια, που αμέσως  κατάλαβε ότι το αφεντικό δεν ήταν στο μαγαζί κι εκνευρίστηκε. Ένα από τα τσιράκια του είπε ότι εξαιτίας της ομίχλης, το καράβι από τα Πριγκιπονήσια είχε καθυστέρηση. Ο  μπέη θυμήθηκε ότι ο Εσκινάζι ξεκαλοκαίριαζε στην Πρίγκιπο.  Μελαγχόλησε. Ένιωθε πολύ μόνος ανάμεσα στους Εβραίους, Ρωμιούς κι Αρμένιους έμπορους.

Αποφάσισε να μη γυρίσει στο μαγαζί του από τον ίδιο δρόμο΄ ήταν βέβαιος ότι η πολυκοσμία κι η κίνηση της κεντρικής λεωφόρου θα του άλλαζαν τη διάθεση. ‘Στενοχωρήθηκα επειδή είμαι μοναδικός ανάμεσά τους’, σκεφτόταν καθώς περπατούσε. ‘Πόσοι είναι όπως εγώ, πλούσιοι έμποροι αλλά Μουσουλμάνοι; Σε όλη την περιοχή του Σιρκετζί και στο Μαχμούτπασα υπάρχουν, ένα το εμπορικό των Θεσσαλονικιών, στο στενό, με τα έτοιμα ρούχα, άλλο ένα το καινούργιο μαγαζί του Φουάτ μπέη κι ένα τρίτο το φαρμακείο του Ετχέμ Περτέβ. Από αυτούς ο πιο πλούσιος είμαι εγώ. Κι ο πιο μόνος’. Είχε ιδρώσει από τη ζέστη κι από τα βαριά ρούχα που φορούσε. Θυμήθηκε το όνειρό του: ‘Έτσι ήμουν και στο όνειρό μου. Όλοι οι άλλοι μαζί κι εγώ μόνος’. Από το μέτωπό του έτρεχε ιδρώτας. Έψαξε τις τσέπες του, κατάλαβε ότι το πρωί είχε ξεχάσει να πάρει το μαντίλι του. ‘Όλα αυτά θα τα φροντίζει η κυρά μετά το γάμο!’ σκέφτηκε, αλλά για μια στιγμή δεν τον παρηγόρησαν ούτε η σκέψη του γάμου του ούτε κι η προοπτική της ζωής που σχεδίαζε. ‘Δούλεψα πολύ σκληρά. Δούλεψα πολύ σκληρά με μοναδικό στόχο το μαγαζί μου και την ανάπτυξη της επιχείρησης μου΄ δεν σκεφτόμουν τίποτα άλλο!’ Χάρηκε, μόλις είδε το μαγαζί που πουλούσε σιρόπια  στη γωνία. ‘Αλλά στο τέλος κέρδισα…’ Ζήτησε κι ήπιε ένα ποτήρι βυσσινάδα. Ένιωσε λίγο καλύτερα κι αποφάσισε ότι αιτία της στενοχώριας του ήταν η φοβερή καλοκαιρινή ζέστη. Έπειτα άκουσε κάποιον να τον φωνάζει.

«Έι, Τζεβντέτ, πώς είσαι;»

Ήταν ο γιατρός Ταρίκ, ο φίλος του αδελφού του από τη Στρατιωτική Ιατρική Σχολή. Όπως όλοι οι φίλοι του αδελφού του, στην αρχή, όταν τον είδε χάρηκε, επειδή έμοιαζε πολύ τον Νουσρέτ, μετά όταν κατάλαβε ότι δεν ήταν αυτός που νόμιζε, έσμιξε τα φρύδια του. Ρώτησε τον Τζεβντέτ πώς ήταν ο αδελφός του, αν ήταν ακόμη άρρωστος. Ρώτησε κι ορισμένα άλλα πράγματα για τον αδελφό του, κι αφού έμαθε όσα τον ενδιέφεραν να μάθει, χωρίς να προσπαθεί να κρύψει το απαξιωτικό χαμόγελο του, του είπε, «Κι εσύ τι κάνεις; Εμπόριο και πάλι εμπόριο, εε…» Τον χαιρέτησε άκεφα και χάθηκε στην πολυκοσμία του Σιρκετζί.

‘Εμπόριο κάνω, ναι, εμπόριο!’  Περπατούσε προς το κατάστημά του. ‘Δηλαδή, τι να έκανα; Αφού δεν μπορούσα να γίνω στρατιωτικός γιατρός όπως εκείνος…’ Θυμήθηκε τα παιδικά κι εφηβικά του χρόνια. Ο πατέρας του ήταν ένας χαμηλόβαθμος υπάλληλος στην Κούλα. Δημοτικό είχε πάει στην Κούλα, σε αυτό που είδε στον ύπνο του. Έπειτα ο πατέρας του πήρε προαγωγή και μετακόμισαν στο Άκχισαρ, μια πλούσια κωμόπολη, αφού από εκεί περνούσε το τρένο. Εκεί έβγαλε το γυμνάσιο. Τα καλοκαίρια τριγύριζε μόνος του στα αμπέλια όπου καλλιεργούσαν σταφίδα, στους μπαχτσέδες με τις συκιές. Οι δάσκαλοι τους λέγανε ότι κι ο Τζεβντέτ κι ο μεγαλύτερος αδελφός του ο Νουσρέτ ήταν πολύ έξυπνα παιδιά. Ο πατέρας τους έλεγε ότι την εξυπνάδα την είχαν κληρονομήσει από τη μητέρα τους. Αργότερα, η πολύ έξυπνη αυτή μητέρα, την οποία αγαπούσε πολύ ο πατέρας τους, αρρώστησε. Ο πατέρας τους ζήτησε να τον μεταθέσουν στην Ιστανμπούλ για να πάει τη γυναίκα του στο νοσοκομείο, κι όταν δεν του έκαναν τη χάρη παραιτήθηκε, ήρθε στην Ιστανμπούλ, έβαλε τη μάνα στο νοσοκομείο κι άνοιξε στο Χασεκί  ένα ξυλάδικο. Ένα χρόνο μετά ο Νουσρέτ μπήκε στην Στρατιωτική Ιατρική Σχολή, κι έξι μήνες μετά, ο Τζεβντέτ, όταν ξαφνικά δεν πέθανε η μητέρα τους αλλά ο πατέρας τους, ανέλαβε το ξυλάδικο και τη φροντίδα της μάνας τους.   Μέχρι να γίνει είκοσι χρόνων και να μεταφέρει την αποθήκη του στο Άκσαραϊ, πουλούσε ξυλεία στο Χασεκί. Στα είκοσι πέντε του άνοιξε ένα μικρό κατάστημα με είδη κιγκαλερίας στο Άκσαραϊ, και μερικά χρόνια αργότερα μετακόμισε στο μαγαζί του στο Σίρκετζι. Την ίδια χρονιά πέθανε η μητέρα τους κι ο Νουσρέτ έφυγε για το Παρίσι αφήνοντας το μερτικό του στον αδελφό του, και την επόμενη χρονιά ο Τζεβντέτ αγόρασε το σπίτι στο Βεφά, κόβοντας έτσι κάθε σχέση με τους συγγενείς του στο Χασεκί. ‘Φυσικά, δεν μπορούσα να γίνω γιατρός, όπως εκείνος’, σκέφτηκε πάλι. ‘Για μένα ανοιχτός ήταν μόνο ο δρόμος του εμπορίου, κι αυτόν αποφάσισα να περπατήσω. Τόλμησα αυτό που δεν τολμάει κανείς. Λίγο δειλός να ήμουνα, θα πουλούσα ακόμη ξύλα στο μικρό μου μαγαζί στο Χασεκί!’ Στενοχωρήθηκε όταν θυμήθηκε το Χασεκί, τους συγγενείς του εκεί, τους λίγους φίλους του, τη ζωή του στη γειτονιά. ‘Απομακρύνθηκα από όλους. Όμως αν τους είχα δίπλα μου, δεν θα μπορούσα να συνεχίσω το εμπόριο’. Από μακριά είδε το μαγαζί του. Η άμαξα του ήταν κάτω από το δέντρο. ‘Το μαγαζί μου!’ είπε σιγανά. Σκεφτόταν ότι η μεγαλύτερη επιτυχία του δεν ήταν το πέρασμα του από το εμπόριο ξυλείας σε τούτο εδώ το μαγαζί, αλλά το ξάνοιγμα του, πέντε χρόνια πριν, στη δουλειά με τις λάμπες φωτισμού. Από τότε που ανέλαβε αυτός να προμηθεύει λάμπες φωτισμού στο Δήμο και την εταιρία Σιρκέτ–ι Χαγριγιέ, για τους άλλους εμπόρους είχε γίνει ‘ο Ισικτσίς (λαμπάς)  Τζεβντέτ μπέη’. Στην ανάμνηση της επιτυχίας του, χάρηκε. Έπειτα από τη δουλειά με τις λάμπες, το μαγαζί κι η επιχείρηση του είχαν τετραπλασιαστεί. Στο δημαρχείο είχε μοιράσει δεξιά κι αριστερά ρουσφέτια μέχρι να πάρει τη δουλειά. Δεν του άρεσε να το θυμάται, αλλά όχι πως η ανάμνηση αυτή σκίαζε την επιτυχία του. Θυμήθηκε το όνειρο του κι η διάθεσή του άλλαξε: ‘Εε, τι να γίνει! Κανείς δεν με τιμωρεί εμένα…’ Έπειτα θυμήθηκε την κυρία Ζελιχά το πρωί, να στέκεται στο κεφαλόσκαλο και να τον κοιτάζει: «Τι μπορώ να κάνω, τι μπορώ να κάνω, αυτά έχει η ζωή!» μονολόγησε. Ένιωθε άνετος, ανίκητος, σαν να φορούσε μια αόρατη, προστατευτική πανοπλία. Κοίταξε την ταμπέλα του μαγαζιού του:

 

ΤΖΕΒΝΤΕΤ ΜΠΕΗ ΚΑΙ ΥΙΟΙ

ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ-ΕΞΑΓΩΓΕΣ- ΚΙΓΚΑΛΕΡΙΑ

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s