Ορχάν Παμούκ: Ο Τζεβντέντ μπέη και γιοι του. 06


[Συγνώμη για την αργοπορία, μας πλάκωσε το Δευτεριάτικο στρώμα]

 

Δεν είχε αρχίσει ακόμη τις εξαγωγές, κι ούτε είχε ακόμη αποκτήσει γιους, αλλά είχε σκοπό να κάνει και τα δύο. Καθώς έμπαινε στο μαγαζί του σκέφτηκε, ‘Δεν καταφέραμε να πάρουμε λεφτά από τον Εσκινάζι! Να ξαναδούμε τους λογαριασμούς με τον Σαντίκ. Μετά πρέπει να σκεφτώ τι θα κάνω τις χαλασμένες λάμπες… Τι ώρα είναι; Πω, πω, δεν έχω καθόλου καιρό!… Έχω να πάω και μέχρι την αποθήκη να δω τι γίνεται. Θα τα ρημάξουνε όλα… Ποιο είναι αυτό το παιδί, τι θέλει;»

Ένα μικρό αγόρι άπλωσε το χέρι και του έδωσε ένα φάκελο: «Το στέλνει η ματμαζέλ Τσουχατζιγιάν!» είπε.

«Η ματμαζέλ Τσουχατζιγιάν;» Στην αρχή δεν μπόρεσε να θυμηθεί ποια είναι. Κοκκίνισε όμως από ντροπή για κάποιο παράξενο κι απροσδιόριστο λόγο.  Έδωσε ένα φιλοδώρημα στον μικρό. Έπειτα θυμήθηκε ότι η γυναίκα ήταν η Αρμένισσα ερωμένη του αδελφού του κι ανησύχησε. Άνοιξε το φάκελο, διάβασε:

«Τζεβντέτ μπέη, ο αδελφός σας Νουσρέτ είναι πολύ άρρωστος. Χθες βράδυ έχασε τις αισθήσεις του. Σήμερα το πρωί ήταν λίγο καλύτερα, αλλά εξακολουθεί να είναι πολύ εξαντλημένος. Ελάτε να τον δείτε όσο γίνεται πιο γρήγορα, θα χαρεί πολύ. Σας παρακαλώ, μην του πείτε ότι σας έγραψα…»

«Είναι πολύ άρρωστος, πάρα πολύ άρρωστος…» μουρμούρισε ο Τζεβντέτ μπέη. «Τα ίδια πάθαινε κι η μητέρα μου, αλλά δεν πέθαινε». Έβαλε το φάκελο στην τσέπη του. «Πάλι λεφτά θα θέλουνε… Όμως δεν μου περισσεύει χρόνος για τίποτα!» Ντράπηκε όταν είδε ότι το παιδί που περίμενε απάντηση τον κοίταζε: «Ίσως πραγματικά είναι πολύ άσχημα, Μα τι είναι αυτά που σκέφτομαι! Τι σόι άνθρωπος είμαι;» Περπάτησε εκνευρισμένος πέρα δώθε στο μαγαζί. «Ο αδελφός μου πεθαίνει».

Έδωσε άλλο ένα φιλοδώρημα στο παιδί. Άρχισε να μιλάει ταραγμένος με τον Αρβανίτη πωλητή του και τον λογιστή του τον Σαντίκ. Κατάλαβε ότι τα λόγια του δεν είχαν περιεχόμενο, ότι μπέρδευε αυτούς που τον άκουγαν. ‘«Ο αδελφός μου πεθαίνει!’  Συνειδητοποίησε ότι ήταν πολύ ταραγμένος΄ δεν το περίμενε. ‘Πρέπει να διατηρώ την ηρεμία μου’. Ανέβηκε στην άμαξα. Είπε στον αμαξά να τον πάει στο Μπέγιογλου.

Ο Τζεβντέτ μπέη κατάφερε να ελέγξει την ταραχή του, μόνο όταν ξεκίνησε η άμαξα. ‘Ίσως να μην πεθαίνει. Ίσως να είναι μια απλή κρίση… Τα ίδια δεν πάθαινε και η μακαρίτισσα η μάνα μου; Ανησύχησα, γιατί δεν έχω άλλον από τον αδελφό μου! Δεν έχω κανέναν άλλο!’ Επειδή δεν ήθελε να νιώσει όπως όταν έφυγε από το μαγαζί του Εσκινάζι, αποφάσισε να σκεφτεί άλλα πράγματα και κοίταξε έξω από το παράθυρο.

Η άμαξα είχε σταματήσει στην αρχή της γέφυρας του Γαλατά, ο αμαξάς πλήρωνε τα κόμιστρα τους. Στην άκρια της γέφυρας, στην πλευρά του Κεράτιου, στην ίδια πάντα θέση, ήταν ο πλανόδιος που πουλούσε λεμονάδες. Πάνω στα ροδάκινα του μανάβη, ακριβώς δίπλα του, κάθονταν μύγες. Μακριά, μπροστά στους ταρσανάδες του Κασίμπασα, ήταν κουφάρια καραβιών, εγκαταλειμμένες, η μια πάνω στην άλλη,  βάρκες, σκουριασμένες σημαδούρες. Η άμαξα ξεκίνησε πάλι. Η πρωινή ομίχλη είχε διαλυθεί. Πάνω από τη γέφυρα είχαν πάρει θέση ένας λαμπερός ουρανός και μερικά αναποφάσιστα σύννεφα. Ένα καράβι,  που αναγνώρισε ο Τζεβντέτ μπέη, το ‘Σουχουλέτ’, με τον τεράστιο τροχό στο πλάι, ξανοιγόταν από τον Κεράτιο στη θάλασσα του Μαρμαρά. Στη μέση της γέφυρας ένας γεροδεμένος άντρας μ’  ένα μεγάλο καπέλο και μια γυναίκα με ακάλυπτο πρόσωπο κοίταζαν τη θάλασσα, κρατούσαν από τα χέρια τα παιδιά τους ντυμένα με ναυτικές φορεσιές. ‘Μια οικογένεια σαν αυτήν!’ σκέφτηκε ο Τζεβντέτ μπέη. Δυο άντρες με φέσια κοντά σε μια κολόνα λίγο παρακάτω, κοίταζαν κι αυτοί την οικογένεια. ‘Μια οικογένεια σαν αυτήν!’ Οι χαμάληδες περνούσαν τρέχοντας δίπλα από τους άντρες με τα φέσια και τις γραβάτες. Το ‘Σαχιλμπέντ’, άλλο ένα καράβι που αναγνώρισε ο Τζεβντέτ  μπέη, πλησίαζε τη γέφυρα. Παιδιά, γερμένα στα σιδερένια κιγκλιδώματα της γέφυρας, κοίταζαν το καράβι. Το ίδιο είχε κάνει κι ο Τζεβντέτ  μπέη όταν πρωτοήρθε στην Ιστανμπούλ. Είχε έρθει σε αυτό το ίδιο μέρος να δει τη θάλασσα και τις γέφυρες, τον κόσμο με τα παράξενα ρούχα, τις εντυπωσιακές άμαξες που πηγαινοέρχονταν. Τότε δεν είχε ακόμη χτιστεί η αποβάθρα του Σιρκετζί. ‘Τότε… Είκοσι χρόνια πριν!’. Θυμήθηκε ότι εδώ, για πρώτη φορά, είχε έρθει με τον αδελφό του΄  τρόμαξε.

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s