Ορχάν Παμούκ: Ο Τζεβντέντ μπέη και γιοι του. 07


Έβγαλε από την τσέπη του το γράμμα της Αρμένισσας και το διάβασε άλλη μια φορά, με πολύ προσοχή. Του ζητούσε να μην πει στον Νουσρέτ ότι του είχε γράψει. Αν η γυναίκα αυτή, που αγαπούσε τόσο πολύ τον αδελφό του, μπορούσε ακόμη να σκέφτεται αυτά τα μικροπράγματα, ίσως η κατάσταση να μην ήταν τόσο άσχημη. Ντράπηκε που πριν λίγο σκέφτηκε ότι το γράμμα ήταν ένας τρόπος να του αποσπάσουν λεφτά. ‘Και γιατί μου ζητάει να μην του το πω; Μάλλον επειδή της το απαγόρευσε ο αδελφός μου!’ Ο αδελφός  του τον περιφρονούσε για τις απόψεις του, για τον τρόπο ζωής του, δεν συμφωνούσε μαζί του. Ωστόσο, δεχόταν τα λεφτά του΄  γι’  αυτό δεν ήθελε να τον δει, γι’  αυτό κάθε φορά που τον έβλεπε ήθελε ν’  ανοίξει η γη να τον καταπιεί, γι’ αυτό, κάθε φορά, με τις βαριές και προσβλητικές κουβέντες του έκανε και τον Τζεβντέτ μπέη να θέλει ν’  ανοίξει η γη να τον καταπιεί. Με αποτέλεσμα κι αυτός να πηγαίνει σπάνια στον αδελφό του, αφού καταλάβαινε κι ήξερε πολύ καλά ότι ήταν βαρύ και για τους δυο τους να κάθονται ο ένας απέναντι στον άλλον. Αλλά κι όταν πήγαινε, μιλούσανε πολύ λίγο΄ ο Τζεβντέτ μπέη του έλεγε ότι είναι απαραίτητο να μπει σ’ ένα νοσοκομείο για να φύγει από πάνω του η αναθεματισμένη αρρώστια, ο αδελφός του τού απαντούσε ότι τα νοσοκομεία υπάρχουν μόνο για να στέλνουν τον  κόσμο στα νεκροταφεία, επαναλάμβανε πως ήταν  σίγουρος γι’ αυτό επειδή ήταν γιατρός, μετά σώπαιναν κι οι δυο τους, ώσπου ο Τζεβντέτ μπέη έβαζε σε μια γωνιά το φάκελο με τα λεφτά κι έφευγε. Διάβασε άλλη μια φορά το γράμμα της Αρμένισσας κι άρχισε να συγκρίνει την αρρώστια του αδελφού του με της μητέρες του.

Όπως η μακαρίτισσα μητέρα του έτσι κι ο Νουσρέτ είχε φυματίωση. Η μητέρα του μια ήταν, μια δεν ήταν καλά, η κατάσταση αυτή κράτησε  χρόνια. Τα συμπτώματα της αρρώστιας του αδελφού του, είχαν εμφανιστεί τρία χρόνια πριν, στο Παρίσι. Η μητέρα του όσο καιρό ήταν άρρωστη γκρίνιαζε, παραπονιόταν για όλα, έκανε δυστυχισμένους όλους στο περιβάλλον της. Το ίδιο κι ο αδελφός του. Η μητέρα του ήταν λεπτοκαμωμένη κι αδύνατη. Ήταν κι ο αδελφός του πολύ αδύνατος΄ ο Τζεβντέτ μπέη τρόμαξε μόλις τον είδε όταν γύρισε από το Παρίσι. Η μητέρα του έκανε ό,τι της έλεγαν γιατροί, ακολουθούσε πιστά τις οδηγίες τους. Ο αδελφός του κορόιδευε τους γιατρούς. Επειδή ήταν κι ο ίδιος γιατρός. Επιπλέον ήταν αλκοολικός κι είχε το κακό ελάττωμα να λέει όχι σε όλα. «Ναι, δεν πρόσεξε όσο έπρεπε τον εαυτό του!» μουρμούρισε ο Τζεβντέτ μπέη. Κατάλαβε ότι αγαπούσε τον αδελφό του, ότι δεν θύμωνε μαζί του όσο κι  αν αυτός τον περιφρονούσε, όσο κι αν τον μάλωνε. Θυμήθηκε τα παιδικά του χρόνια: Με τον αδελφό του και τους φίλους του παίζανε κρυφτό, κυνηγητό, κάνανε τσουλήθρες. Στο Χιντρελέζι, στη γιορτή της άνοιξης, πήγαιναν στους αγρούς, έτρωγαν αρνί και χαλβαδόπιτα. Τα κορίτσια χωρίζονταν σε δυο ομάδες και παίζανε ‘απαγωγή της νύφης’, τραγουδούσαν δημοτικά τραγούδια. Στην περιοχή Άκχισαρ είχε κήπους, αμπέλια. «Περασμένα, ξεχασμένα!» μουρμούρισε. Η άμαξα είχε φτάσει στο Τούνελ, κατευθυνόταν προς το Γαλατάσαραϊ. Ξαφνικά, μπροστά στο μαγαζί του οπτικού Βερντού, σταμάτησε απότομα. Ο Τζεβντέτ μπέη έριξε μια ματιά. Λίγο παρακάτω, ένα λαντό είχε ανατραπεί κι είχε κλείσει το δρόμο. Για να περάσει η ώρα, κοίταζε ενοχλημένος τριγύρω, διάβαζε τις ταμπέλες, κοίταζε τους ανθρώπους.

Από το μαγαζί του σπουδαίου κουρέα Πέτρου έβγαινε ένας άντρας  με καπέλο. Δυο χριστιανές κυρίες κοίταζαν τις βιτρίνες μπροστά στο μαγαζί του Μποττέρ, που, όπως λέγανε, έραβε τον διάδοχο Ρεσάτ Εφέντη. Στο μαγαζί του Ντεκουζί άστραφταν τ’ ασημικά και τα κρύσταλλα. Λίγο παρακάτω ήταν το ζαχαροπλαστείο Λεμπόν. Όταν ο Τζεβντέτ μπέη είδε την ταμπέλα του μπακάλη Δημητρακόπουλου, όπως το πρωί, ένιωσε πάλι μοναξιά. Για να παρηγορηθεί θέλησε πάλι να θυμηθεί τα παιδικά του χρόνια, τους μπαχτσέδες στο Άκχισαρ. ‘Ούτε με αυτούς είμαι, ούτε με τους άλλους!’ σκέφτηκε. Η άμαξα είχε ξεκινήσει. ‘Να ήταν τουλάχιστον καλά ο αδελφός μου. Να μη με περιφρονούσε έτσι… Μα τι μου συμβαίνει σήμερα;’ Αυτή τη φορά το όνειρο του τού φάνηκε κακό, σημάδι για μια άσχημη μέρα. Στον ύπνο του ανάμεσα στους συμμαθητές του αυτός που περισσότερο απ’ όλους έδειχνε να τον περιφρονεί, να τον κοιτάζει με μισό μάτι ήταν ο αδελφός του. ‘Μα γιατί;’ αναρωτήθηκε. ‘Επειδή, ισχυρίζεται, ότι είναι Νεότουρκος!’

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s