Ορχάν Παμούκ: Ο Τζεβντέντ μπέη και γιοι του. 10


«Δεν ήταν δική μου, τη νοίκιασα!»

«Θες να πεις ότι τώρα πια τις άμαξες τις σταματάμε στους δρόμους και τις νοικιάζουμε;»

«Όχι, τη νοίκιασα για τρεις μήνες!», απάντησε ντροπιασμένος ο Τζεβντέτ μπέη.

«Χμ, μιλάμε για τις φιγουράτες τις άμαξες, έτσι;» είπε ο Νουσρέτ. «Ώστε, νοίκιασες άμαξα όπως θα νοίκιαζες ρεντιγκότα και γραβάτα;» Κοίταξε την Μαρί και χαμογέλασε.

Ο Τζεβντέτ μπέη σκέφτηκε ότι ήταν ανάξιος και χυδαίος.

Ο Νουσρέτ με το ίδιο περιφρονητικό χαμόγελο: «Είσαι και πολύ κομψός σήμερα!», είπε. Χωρίς να περιμένει την απάντηση του αδελφού του, στράφηκε στην Μαρί: «Σου είπα ότι τούτος αρραβωνιάστηκε με κόρη πασά;» Μετά ρώτησε τον Τζεβντέτ: «Είναι καλός άνθρωπος;»

«Είναι καλός άνθρωπος!»

«Και πώς το ξέρεις; Πόσες φορές την είδες;»

Ο Τζεβντέτ μπέη ένιωσε τον ιδρώτα να τρέχει από τον αυχένα του, από το μέτωπό του και σηκώθηκε. Έψαξε τις τσέπες του. Θυμήθηκε ότι είχε ξεχάσει να πάρει το μαντήλι του. Κάθισε. «Δυο φορές», ψέλλισε.

«Ώστε την είδες δυο φορές και κατάλαβες ότι είναι καλός άνθρωπος! Είπατε, τουλάχιστον, καμιά κουβέντα;»

Ο Τζεβντέτ μπέη κουνιόταν στην καρέκλα του.

«Σε ρωτάω, είπατε καμιά κουβέντα; Πώς κατάλαβες ότι είναι καλός άνθρωπος; Τι είπατε;»

«Διάφορα!»

«Έλα, μην ντρέπεσαι!» είπε απότομα ο Νουσρέτ. «Δεν φταις εσύ που δεν μιλήσατε! Φταίνε οι κακές παραδόσεις μας, η βρόμικη, άθλια, κακή ζωή μας. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω; Καταλαβαίνεις πώς είναι ο κόσμος στον τόπο μας; Δεν καταλαβαίνεις, δεν καταλαβαίνεις τίποτα, αλλά κουνάς το κεφάλι σου! Μπορείς να  συμβεί και σένα! Όμως όχι… Εσύ είσαι άλλος άνθρωπος! Εσύ θα έχεις οικογένεια… Δεν θα σε αγαπήσει όμως ποτέ μια τέτοια γυναίκα!»

Γύρισαν κι οι δυο τους και κοίταξαν την Μαρί. Ο Τζεβντέτ μπέη κατάλαβε πως όσο καθόταν απέναντι από τον αδελφό του, δεν υπήρχε περίπτωση να σταματήσει να ντρέπεται και να ιδρώνει.

«Σταμάτα να κοκκινίζεις», είπε ο Νουσρέτ. Έδειξε πάλι την Μαρί: «Σου αρέσει. Τη θαυμάζεις, έτσι δεν είναι;» πρόσθεσε.

«Νουσρέτ, σε παρακαλώ!» είπε η Μαρί, καθόλου ενοχλημένη.  Έδειχνε ήρεμη και περήφανη.

«Του αρέσεις. Σε θαυμάζει!» είπε ο Νουσρέτ και χαμογέλασε στην Μαρί. «Γιατί  θεωρεί ότι έχεις νοοτροπία δυτική. Ο αδελφός μου θαυμάζει οτιδήποτε προέρχεται από την Ευρώπη. Εκτός από ένα πράγμα…» Σκέφτηκε λίγο, έπειτα βρήκε τη λέξη που έψαχνε. «Ρεβολουσιόν!» είπε. Στράφηκε στον αδελφό του: «Την Επανάσταση! Ξέρεις τι θα πει επανάσταση; Ξέρεις τι θα πει επανάσταση με γκιλοτίνες και το αίμα να τρέχει ποτάμι; Αλλά πού να ξέρεις εσύ από τέτοια πράγματα! Εσύ ένα ξέρεις, ένα μόνο πράγμα αγαπάς…» Ή δεν μπόρεσε να αποτελειώσει την κουβέντα του, ή δεν ήθελε να πει καθαρά τι σκεφτόταν. Έτριψε μόνο τα δάχτυλά του, ‘λεφτά’ ήθελε να πει.

Ο Τζεβντέτ μπέη δεν άντεξε. Ήταν χειρότερο κι από το όνειρο. Σηκώθηκε από την καρέκλα του. Πλησίασε, σαν ζαλισμένος, δυο βήματα τον αδελφό του.

«Σε αγαπώ, αδελφέ μου. Γιατί είμαστε έτσι εμείς οι δυο;» του είπε πονεμένα. Πρώτη φορά, ύστερα από πολλά χρόνια, γινόταν αυτό. Ντράπηκε. Γύρισε στη Μαρί, της χαμογέλασε. ‘Γιατί το έκανα αυτό;’ αναρωτήθηκε. ‘Θεέ μου, πόσο ιδρώνω!’ Ναι, ήταν χειρότερο κι από το όνειρο.

Ξαφνικά το κορμί του Νουσρέτ διπλώθηκε στα δύο. Μετά τανύστηκε προς τα πίσω, το κεφάλι του ακούμπησε στο μαξιλάρι. Διπλώθηκε πάλι κι άρχισε να βήχει δυνατά. Ο ήχος  που έβγαινε από το λαιμό και τους πνεύμονές του ήταν τρομακτικός. Ο Τζεβντέτ μπέη ένιωθε ντροπή και φόβο καθώς κοίταζε τον αδελφό του να σφαδάζει κι αυτός να μην μπορεί να του προσφέρει τίποτα. Έπειτα σκέφτηκε ορισμένα πράγματα που θα μπορούσε να κάνει. Η Μαρί είχε τρέξει και καθόταν δίπλα τον Νουσρέτ, τον κρατούσε από τους ώμους. Ο Τζεβντέτ μπέη αποφάσισε ν’  ανοίξει το παράθυρο. Στο μεταξύ ο αδελφός του είχε ηρεμήσει. Ο Τζεβντέτ μπέη προσπαθούσε ν’ ανοίξει το παράθυρο όταν ο Νουσρέτ του φώναξε:

«Όχι, μην ανοίγεις! Δεν θέλω να μπει η βρομιά απ’ έξω. Η βρομιά,  αθλιότητα, η χυδαιότητα, το τυραννικό σκοτάδι που υπάρχει εκεί έξω δεν θέλω να μπει μέσα. Έτσι όπως είμαστε καλά είμαστε…» Μιλούσε σαν εκστασιασμένος. «Να μην ανοίξει κανείς το παράθυρο! Αυτό το μέρος είναι η πατρίδα μου, και δεν θ’  ανοίξει κανείς το παράθυρο ώσπου να γλιτώσουμε από το σκοτάδι, όπως εκεί, στη Γαλλία. Μέχρι να πέσει ο Αμπντουλχαμίτ, μέχρι να γίνουν όλα φωτεινά, καθαρά, έντιμα…» Τον έπιασε πάλι κρίση βήχα, άρχισε να τρέμει.

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s