Ορχάν Παμούκ: Ο Τζεβντέντ μπέη και γιοι του. 11


Ο Τζεβντέτ μπέη για να κάνει κάτι, χτύπησε με το χέρι του το μαξιλάρι πίσω από την πλάτη του αδελφού του, το έστρωσε. Σήκωσε την άκρια του σεντονιού του που σερνόταν στο πάτωμα. Εκείνη τη στιγμή είδε το αναστατωμένο πρόσωπο της Μαρί να πλησιάζει το δικό του.

«Ένα γιατρό… Σας παρακαλώ, φέρτε εσείς ένα γιατρό!» είπε η Αρμένισσα. «Εγώ δεν μπορώ. Δεν θέλει!»

«Εντάξει!» ψέλλισε ο Τζεβντέτ μπέη. Κι έφυγε αμέσως βιαστικός, αποφεύγοντας τρομαγμένος να κοιτάξει κατάματα τον αδελφό του που ακόμη έβηχε. Μόλις έκλεισε την πόρτα, άκουσε τον Νουσρέτ να φωνάζει από πίσω του:

«Πού πάει; Να βρει γιατρό; Τι μπορεί να μου κάνει ο γιατρός σε αυτή την κατάσταση; Δεν μου χρειάζεται γιατρός!»

 

 

4

Το φαρμακείο

 

‘Θα πεθάνει!’ σκέφτηκε ο Τζεβντέτ μπέη μόλις βρέθηκε στο δρόμο. ‘Αν όχι σήμερα, τότε αύριο, πάντως οπωσδήποτε μέσα σε μερικές μέρες!’ Οι σκέψεις του τον κατατρόμαξαν, προσπάθησε να ηρεμήσει: ‘Ίσως όμως να μην συμβεί τίποτα. Τα ίδια δεν πάθαινε κι η μητέρα μου;’ Ο αμαξάς τον κοίταζε πάλι καπνίζοντας, πάλι σαν αμαξάς. ‘Όμως ο αδελφός μου ξέρει ότι θα πεθάνει. Κι επειδή ξέρει ότι θα πεθάνει γι’ αυτό λέει όλα αυτά τα απαίσια πράγματα!’ Επειδή δεν ήθελε να θυμηθεί την ντροπιαστική σκηνή στο δωμάτιο, ‘Πρέπει οπωσδήποτε να του βρω γιατρό τώρα!’ σκέφτηκε, Από το στενό βρέθηκε στην κεντρική λεωφόρο, ‘Πού είναι το πιο κοντινό φαρμακείο; Κάπου εδώ είναι του Κλοναρίδη και λίγο παρακάτω είναι το Κανζούκ!’

Στη διάσημη λεωφόρο, που άρχιζε από το Τούνελ και τελείωνε στην πλατεία Τακσίμ, παρ’ όλη τη ζέστη, κυκλοφορούσε πολύς κόσμος. Ο Τζεβντέτ μπέη περπατούσε πολύ γρήγορα, σαν να φοβόταν πως αν καθυστερούσε ο αδελφός του θα πέθαινε και πως υπεύθυνος για το θάνατό του θα ήταν ο ίδιος. Ήθελε να τρέξει, σκεφτόταν ότι ήταν ανόητο από μέρους τους να βιάζεται τόσο, προχωρούσε σκοντάφτοντας πάνω στον κόσμο. Οι άλλοι, αυτοί που εξακολουθούσαν να ζούνε την ήρεμη και οργανωμένη ζωή τους, κοίταζαν με νωχελικό ενδιαφέρον τον Τζεβντέτ  μπέη, πραμέριζαν για να μην τους ακουμπήσει ο αγροίκος που παρόλη τη ζέστη περπατούσε σχεδόν τρέχοντας στο δρόμο, τους έδινε αγκωνιές για να περάσει.

Στο φαρμακείο ήταν ο φαρμακοποιός Μάτκοβιτς κι ένα χοντρό τσιράκι του.

«Είναι εδώ ο γιατρός;» ρώτησε ο Τζεβντέτ μπέη.

Ο φαρμακοποιός του έδειξε το χώρισμα στο πίσω μέρος του μαγαζιού. «Είναι απασχολημένος», είπε.

«Όμως εγώ δεν μπορώ να περιμένω», είπε μέσα από τα δόντια του ο Τζεβντέτ μπέη, και αδιαφορώντας για τους ασθενείς που περίμεναν καθισμένοι σε κάτι καρέκλες σε μια γωνία, άνοιξε με γρήγορες κινήσεις την πόρτα, μπήκε στο ιατρείο.

Μέσα ήταν ο γιατρός με μια γυναίκα κι ένα παιδί. Ο γιατρός είχε βάλει ένα κουτάλι στο στόμα του παιδιού. Όταν είδε την πόρτα ν’  ανοίγει απότομα, κατσούφιασε ενοχλημένος, έβγαλε το κουτάλι από το στόμα του παιδιού.

«Σας παρακαλώ, περιμένετε έξω», είπε.

«Γιατρέ, είναι πολύ σοβαρό», απάντησε ο Τζεβντέτ μπέη.

Ο γιατρός έβαλε πάλι το κουτάλι στο στόμα του παιδιού: «Σας παρακαλώ, σας είπα να περιμένετε έξω». Στράφηκε στη γυναίκα και κάτι της είπε Γαλλικά.

«Γιατρέ, είναι πολύ άσχημα», ψέλλισε ο Τζεβντέτ μπέη, όταν όμως κοίταξε με προσοχή το άρρωστο παιδί και το γιατρό, πίστεψε ότι ο αδελφός του δεν θα πέθαινε. Κι αυτή τη φορά, επειδή δεν ήθελε να περιμένει εδώ, «Πολύ άσχημα», επανέλαβε.

«Εντάξει, έρχομαι», είπε ο γιατρός, «Πρέπει όμως να περιμένετε!»

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s