Ορχάν Παμούκ: Ο Τζεβντέντ μπέη και γιοι του. 12


Ο Τζεβντέτ μπέη βγήκε έξω. Πήγε να καθίσει σε μια από τις καρέκλες μπροστά στην πόρτα, ανάμεσα στους ασθενείς που περίμεναν το γιατρό, άλλαξε γνώμη, άρχισε να περπατάει πέρα δώθε μέσα στο φαρμακείο. Έπειτα, απομακρύνθηκε από τους άλλους κι άρχισε να καπνίζει εκνευρισμένος. Πίσω από τον μπάγκο ο φαρμακοποιός κοίταζε ένα χαρτί που κρατούσε στο χέρι του κι ανακάτευε κάτι σκόνες, ενώ το τσιράκι ζύγιζε σε μια μικρή ζυγαριά κάποια υλικά. Ο φαρμακοποιός έβαλε σ’ ένα μπουκάλι τις σκόνες που ανακάτευε και το έδωσε σ’ έναν κύριο με καπέλο. Τότε μπήκε στο φαρμακείο ένας μεγαλόσωμος, χαρούμενος άντρας με μεγάλη κοιλιά και ζήτησε σαμπάνια. Ο φαρμακοποιός τον αναγνώρισε και του χαμογέλασε, του έδειξε τη γωνιά με τα μπουκάλια. Είχε φτιάξει έναν πύργο με μπουκάλια. Δίπλα σε αυτόν ήταν άλλος ένας πύργος φτιαγμένος με μπουκάλια μεταλλικού νερού. Ο χοντρός διάβαζε τις ετικέτες πάνω στα μπουκάλια με την άνεση του ανθρώπου που έχει χρόνο και λεφτά, διάλεγε κάποια: Evian, Vittel, Vichy, Apollinaris. Ο Τζεβντέτ μπέη θυμήθηκε ξαφνικά ότι τέτοια νερά, ποτά, σοκολάτες Tobler, σαν αυτές πάνω στο τραπέζι, όλα φερμένα από τη Γαλλία, έτρωγε κι έπινε κι ο Εσκινάζι, ο οποίος, εξαιτίας της ομίχλης σήμερα, είχε αργήσει να πάει στο μαγαζί του. ‘Από αυτά τρώνε κι οι πασάδες στα κονάκια! Κι εγώ τι κάνω; Δουλεύω, θα παντρευτώ’. Και συνέχισε να σκέφτεται: ‘Ο αδελφός μου είναι άρρωστος, αλλά δεν πρόκειται να πεθάνει, είναι πολύ γερό κόκαλο. Η Αρμένισσα. Εμένα από το εμπόριο πού να μου περισσέψει χρόνος να αγαπήσω. Τι βαρετό που είναι να περιμένεις! Τι γράφει πάνω στο τζάμι; Μπορώ να το διαβάσω κι από την ανάποδη: Προκατασκευασμένα Φάρμακα Αλλοδαπής… και Φάρμακα Οθωμανικής Ιατρικής Σχολής’. Ο χοντρός, γελαστός άνθρωπος ξεχώρισε μερικά μπουκάλια, τα έβαλε στην άκρια, είπε ότι θα έστελνε τον υπηρέτη του να τα πάρει. ‘Θα πάει σπίτι του, θα πιει. Θα πιούνε όλοι μαζί, θα φάνε, θα γελάσουνε… Κι εγώ όταν παντρευτώ… Δυναμωτικό σιρόπι Ετχέμ-Περτέβ, Κρέμα Περτέβ… Δεν τελείωσε ακόμη ο γιατρός; Μόλις ανοίξει η πόρτα θα μπω αμέσως μέσα… Κολόνιες Άτκινσον… Αντιβηχικό Σιρόπι Κατράν Χακί Εκρέμ. Καθάρσιο Χιουνγιαντί Γιανός… Όταν ήμουν μικρός, μια φορά, είχα διάρροια, νόμιζα πως πεθαίνω. Κανείς όμως δεν σκέφτηκε ότι μπορεί να πεθάνω. Κι αν πέθαινα! Όχι! Να, η πόρτα άνοιξε!’

Ο Τζεβντέτ μπέη παραμερίζοντας τη γυναίκα με το παιδί βρέθηκε μεμιάς μέσα. Αν και δεν πίστευε αυτό που έλεγε, «Ο ασθενής είναι πολύ άσχημα. Σας παρακαλώ, βιαστείτε. Μπορεί να πεθάνει!» είπε.

Ο γιατρός έπλενε τα χέρια του στο λαβομάνο, «Ποιος πεθαίνει; Που;»

«Παρακάτω, πολύ κοντά, σε μια πανσιόν!» είπε ο Τζεβντέτ μπέη. «Πάμε να τον δείτε, τώρα. Λίγο παρακάτω είναι!»

«Δεν μπορεί να έρθει εκείνος;» ρώτησε ο γιατρός. Σκούπιζε πολύ αργά τα χέρια του σε μια πεντακάθαρη, εξαιρετικά άσπρη πετσέτα.

«Δεν μπορεί. Πεθαίνει. Ίσως δεν πεθάνει. Δυο βήματα είναι! Πάμε να φύγουμε αμέσως, ας μην καθυστερούμε κι άλλο…»

«Εντάξει, εντάξει», γκρίνιασε ο γιατρός. «Επιτρέψτε μου, σας παρακαλώ, να πάρω την τσάντα μου!»

Ο γιατρός λέγοντας σε αυτούς που περίμεναν έξω από την πόρτα του ότι θα γύριζε αμέσως, ακολούθησε τον Τζεβντέτ μπέη στη λεωφόρο. Έπειτα ρώτησε τι πρόβλημα είχε ο άρρωστος. Ο Τζεβντέτ μπέη του περιέγραψε την κρίση βήχα του αδελφού του κι επειδή δεν βρήκε τι άλλο να πει, είπε ότι ο Νουσρέτ είχε φυματίωση. Αμέσως ο γιατρός πήρε ύφος ανθρώπου που τον έχουν εξαπατήσει, ο θυμός του όμως του πέρασε γρήγορα: Μάλλον ήταν χαρούμενος επειδή έστω για λίγο είχε βγει από το ιατρείο του, επειδή έκανε κάτι άλλο. Στο δρόμο κοίταζε τις βιτρίνες, τους ανθρώπους. Έπειτα από ένα μαγαζί αγόρασε τσιγάρα, άρχισε να λέει ότι από η φυματίωση δεν σκοτώνει ξαφνικά, ότι ένας ασθενής του παλιά, μια πέθαινε και μια ζωντάνευε. Στο μεταξύ κοίταξε προσεκτικά μια γυναίκα που περνούσε από δίπλα τους, ρώτησε τι δουλειά έκανε ο Τζεβντέτ μπέης, όταν έμαθε ότι ήταν έμπορος δεν έκρυψε την απορία του. Όταν στρίβανε στο στενό, στη γωνία, πέσανε πάνω σ’ ένα φίλο του. Ο γιατρός τον αγκάλιασε κι άρχισε μαζί του να μιλάει πολύ ζωηρά μαζί του, σε μια γλώσσα που ο Τζεβντέτ μπέη υπέθεσε ότι ήταν Ιταλικά. Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν τρεις και τέταρτο.

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s