Ορχάν Παμούκ: Ο Τζεβντέντ μπέη και γιοι του. 13


Έπειτα από λίγο μπήκαν στην πανσιόν. Ο γιατρός διαμαρτυρόταν για τη ζέστη, όταν η Μαρί άνοιξε την πόρτα.

«Δεν θέλω γιατρό, κλείστε την πόρτα… Δεν θέλω να μπει μέσα το σκοτάδι!» είπε ο Νουσρέτ.

Ο γιατρός ακολούθησε την Μαρί στο δωμάτιο. Έριξε μια γρήγορη ματιά στον άρρωστο που γκρίνιαζε. Καθώς άφηνε την τσάντα του στο πάτωμα, στράφηκε στην Μαρί, την κοίταξε με προσοχή και  της είπε φανερά συγκινημένος: “Je vous reconnais Mademoiselle Cuhaciyan! Σας ξέρω δεσποινίς Τσουχατζιάν!” Με μια εντελώς αναπάντεχη κίνηση φίλησε το χέρι της γυναίκας, και καθώς σήκωνε το κεφάλι του, είπε, ποιος ξέρει για πιο λόγο, στα Τουρκικά αυτή τη φορά, «Σας θαύμασα στο ρόλο σας στην Ευτυχισμένη Οικογένεια!»

«Ποιος είναι αυτός; Τι συμβαίνει;» μουρμούρισε ο Νουσρέτ. Έπειτα βλέποντας το γιατρό που τον πλησίαζε χαμογελαστός, «Δεν μου έφερες γιατρό, καραγκιόζη μου έφερες!» είπε.

Ο γιατρός χαμογελούσε σαν να μην τον άκουσε. «Πώς αισθάνεστε, κύριε;»

«Πεθαίνω, έχω φυματίωση!»

«Πώς είστε τόσο βέβαιος;» ρώτησε ο γιατρός και κάθισε δίπλα στον Νουσρέτ.

«Είμαι σίγουρος, επειδή είμαι κι εγώ γιατρός!» είπε ο Νουσρέτ. «Δεν χρειάζεται να με εξετάσετε. Όταν η ασθένεια έχει φτάσει σε αυτό το στάδιο, μια ματιά να ρίξει  ο γιατρός στον ασθενή, οποιοσδήποτε γιατρός, κι έχει κάνει κιόλας διάγνωση. Δεν βλέπεις τα μούτρα μου; Δεν μου έμεινε μάγουλο πια. Εσύ τι τελείωσες, τη στρατιωτική ιατρική σχολή ή την κρατική;»

Ο γιατρός χαμογέλασε με επιείκεια. «Είμαστε συνάδελφοι, λοιπόν!» είπε.

«Οι έξυπνοι, είτε την κρατική είτε την στρατιωτική ιατρική τελειώσουν, γίνονται επαναστάτες, οι κουτοί γιατροί!» είπε δυνατά ο Νουσρέτ.

Ο γιατρός, με την ίδια πάντοτε επιείκεια, «Δεν ισχυρίστηκα ποτέ ότι είμαι έξυπνος!» Έπειτα χαμογέλασε στη Μαρί που φανταζόταν ότι θα ήταν η μόνη που μπορούσε να εκτιμήσει την ανεκτικότητά του.

«Εσύ τι είσαι, Εβραίος;» ρώτησε τον γιατρό ο Νουσρέτ;

«Ιταλός», είπε ο γιατρός. Έπειτα πλησίασε το κεφάλι του στο στήθος του Νουσρέτ, έπιασε τα κουμπιά του πουκάμισου του: «Μου επιτρέπετε;»

«Σταμάτα, σταμάτα! Μη με αγγίζεις!» είπε μέσα από τα δόντια του ο Νουσρέτ. Μετά είδε ότι η Μαρί είχε θυμώσει: «Εντάξει, μην εκνευρίζεσαι, μην εκνευρίζεσαι», είπε. «Ξέρω, απλώς, ότι δεν θα ωφελήσει σε τίποτα!» Γύρισε απότομα στον Τζεβντέτ μπέη, «Θέλω να σου ζητήσω κάτι», είπε. «Πλησίασε… Θα μου δώσεις το λόγο σου; Θέλω να δω το γιο μου. Φέρε μου τον!»

«Από το Χασεκί;» ρώτησε ο Τζεβντέτ μπέη.

«Ναι, από το Χασεκί. Πήγαινε στο Χασεκί και φέρε μου τον Ζιγιά. Μένει εκεί, με τη θεία μας…  Ό, τι μας είναι τέλος πάντων. Βρες, λοιπόν, αυτή την κυρία Ζεϊνέπ και πάρε το παιδί!»

«Τώρα;» ψέλλισε ο Τζεβντέτ μπέη.

«Ναι, τώρα. Αμέσως! Ξέρω, δεν θέλεις να πας εκεί, ντρέπεσαι. Όμως πήγαινε. Σου το ζητάω. Αφού έφερες το γιατρό, κάνε μου κι αυτή τη χάρη… Το γιο μου, για τελευταία φορά…»

Τότε ο γιατρός, που εκείνη τη στιγμή έβγαζε το στηθοσκόπιο από την τσάντα του, είπε: «Πάντως, δεν μου φαίνεστε για άρρωστος του θανατά! Έχετε πολύ δυνατούς πνεύμονες».

«Έλα, έλα, άσε αυτά τα γιατρουδίστικα. Κάνε τη δουλίτσα σου, πάρε το παραδάκι σου!» είπε ο Νουσρέτ. «Τζεβντέτ, δώσ’ του τα λεφτά του. Και δεν θα σου ζητήσω τίποτα άλλο!»

Ο Τζεβντέτ σταμάτησε καθώς προχωρούσε προς την πόρτα, και σ’  ένα παλιό τραπεζάκι, κάτω από ένα σπασμένο σταχτοδοχείο, άφησε δυο χρυσές λίρες΄  χάρηκε όταν κατάλαβε ότι τον είχε δει η Μαρί.

«Γρήγορα, βιάσου. Τουλάχιστον να πιάσει τόπο η φιγουράτη άμαξα σου…» φώναξε ο Νουσρέτ.

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s