Ορχάν Παμούκ: Ο Τζεβντέντ μπέη και γιοι του. 14


5

Η παλιά  γειτονιά

Ο Τζεβντέτ μπέη κατέβηκε τις σκάλες μ’  ένα αίσθημα ενοχής. Άναψε ιδρωμένος άλλο ένα τσιγάρο. Είπε στον αμαξά του να τον πάει στο Χασεκί και μπήκε στην άμαξα. Ένιωσε καλύτερα όταν η άμαξα ξεκίνησε κι άρχισε να κουνιέται γλυκά-γλυκά πάνω στις ευλύγιστες σούστες της, ενώ οι παραστάσεις κυλούσαν μπροστά από το παράθυρο της. «Γιατί είναι όλα έτσι, γιατί είμαι εγώ έτσι;» είπε σιγανά. Ξανάδε ζωντανά μπροστά στα μάτια του, ένα ένα, όσα έζησε από το πρωί. Αναρωτήθηκε αν θα πέθαινε ή όχι ο αδελφός του. Κι η μητέρα του επαναλάμβανε όσο καιρό ήταν άρρωστη ότι θα πέθαινε, την τελευταία μόνο εβδομάδα άρχισε ξαφνικά να λέει ότι ένιωθε πολύ καλύτερα, και  πέθανε όταν κανείς πια δεν περίμενε ότι θα πεθάνει. Ο αδελφός του εξακολουθούσε να είναι δύστροπος όπως πριν. Θυμήθηκε τη ντροπιαστική συζήτηση με τον αδελφό του και κοκκίνισε. Όταν ο αδελφός του τον ρώτησε πόσες φορές είδε την αρραβωνιαστικιά του, κοίταξε την Μαρί και χαμογέλασε. Το ίδιο έκανε κι όταν του είπε για την νοικιασμένη άμαξα. Ίσως να γελούσε και τώρα από πίσω του. Μαζί με τον αδελφό του γελούσε άραγε και η Αρμένισσα; «Ναι, ίσως είναι όμορφη κι ενδιαφέρουσα γυναίκα, όμως σίγουρα δεν τη θαυμάζω!» μουρμούρισε. ‘Μα πώς το ‘πε αυτό; Αυτό είναι θράσος. Εγώ δεν γίνεται να θαυμάζω μια τέτοια γυναίκα. Τέλος-τέλος, αυτή η γυναίκα δεν είναι για οικογένεια, μια θεατρίνα είναι… Κάθε βράδυ την κοιτάζουν χιλιάδες μάτια. Πώς της φίλησε το χέρι ο γιατρός; Πώς το κάνουν αυτό; Σκύβουν, γέρνουν προς το μέρος της, της φιλάνε το χέρι, έπειτα, χαρούμενοι και ήρεμοι όπως πάντα, στέκονται πάλι όρθιοι. Επειδή αυτοί δεν είναι σαν εμάς. Είναι Χριστιανοί!’ Αναρωτήθηκε γιατί αν και καταλάβαινε όλες τις σκέψεις του αδελφού του, αν και τον αγαπούσε τόσο, δεν είχε καταφέρει ποτέ να του το δείξει. ‘Επειδή δεν έχω καιρό! Γιατί σε τίποτα άλλο εκτός από το εμπόριο, δεν μπορώ να αφιερώσω το χρόνο που πρέπει’. Θυμήθηκε τι του είχε πει ο αδελφός του. ‘Από τότε που πήγε στο Παρίσι, τίποτα πια εδώ δεν του αρέσει’. Το ξύλινο δάπεδο της γέφυρας έτριζε κάτω από τους τροχούς της άμαξας που περνούσε από πάνω της. Ο Τζεβντέτ μπέη κοίταξε την παλιά Ιστανμπούλ, τους τρούλους, τον ήρεμο και νεκρό Κεράτιο. ‘Δεν του αρέσει εδώ! Όλα εδώ τα βρίσκει άσχημα, τα περιφρονεί! Κι εμένα με περιφρονεί, όμως εγώ τον καταλαβαίνω!’  Διάβασε μια πινακίδα στην άλλη άκρια της γέφυρας: «Τα καλύτερα πούρα και τσιγάρα, Προϊόντα του Μονοπωλίου του Καπνού: Καπνοπωλείο Αγγελίδης». Άναψε άλλο ένα τσιγάρο και χάθηκε στα σύννεφα των ίδιων σκέψεων.

Όταν από το παράθυρο της άμαξας είδε το τζαμί Μπεγιαζίτ, το συγκρότημα κτιρίων του Υπουργείου Άμυνας, θυμήθηκε τα παιδικά του χρόνια και χάρηκε. Παλιά εδώ ερχόταν με τον αδελφό του για περίπατο. Η έκθεση προϊόντων που στηνόταν το Ραμαζάνι, στην εσωτερική αυλή του τζαμιού, είχε πολύ κόσμο, εδώ μπορούσες να συναντήσεις πολύ σπουδαίους ανθρώπους. Ο Τζεβντέτ μπέη εδώ είχε δει για πρώτη φορά στη ζωή του βεζίρη. Νομίζω ήταν ο υπουργός εμπορίου Αχμέτ Φεχμί πασά. Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε; Δεκαοκτώ, δεκαεννιά; Ο Νουσρέτ είχε μπει στην Ιατρική, αλλά ο πατέρας μου δεν είχε ακόμη πεθάνει». Μελαγχόλησε όταν θυμήθηκε εκείνες τις μέρες. Εργαζόταν κοντά στον πατέρα του, έκοβε ξύλα, τα στοίβαζε, κουραζόταν, έπεφτε για ύπνο αμέσως μετά το βραδινό φαγητό. ‘Δεν ήθελα να γίνω ο  χαζός που κάνει χειρωνακτική εργασία, ήθελα να σπουδάσω και να γίνω πλούσιος’. Χάρηκε που δεν νοσταλγούσε εκείνες τις μέρες. ‘Όμως τότε όλοι αγαπούσαν όλους. Αγαπούσαν κι εμένα. Κι εγώ τι έκανα; Απομακρύνθηκα από αυτούς!’ Τώρα φοβόταν επειδή ήταν αναγκασμένος να γυρίσει σε αυτούς από τους οποίους είχε απομακρυνθεί. ‘Ίσως δεν με αναγνωρίσουν. Αν με αναγνωρίσουν, θα φροντίσουν να μου δείξουν την περιφρόνησή τους. Μπα, όχι! Θα εντυπωσιαστούν με τα ρούχα μου, με την άμαξα! Ποιος ξέρει τι βαρετά πράγματα έχουν να γίνουν εκεί που θα πάω…’ Ντράπηκε στη σκέψη αυτών που θα μπορούσαν να γίνουν λίγο αργότερα. Θα πούνε από πίσω μου,  «Ακόμη δεν βγήκε από το αυγό και δεν του αρέσει το τσόφλι του, τον ανεπρόκοπο. Πώς έγινε έτσι; Γιατί όλα αυτά;» Η άμαξα περνούσε μπροστά από το Υπουργείο Οικονομίας. Στο δρόμο απέναντι ήταν μερικά σαράφικα και γραφεία τοκογλύφων. Οι μισθωτοί όταν ήταν σε δύσκολη θέση, έρχονταν σε αυτά τα καταστήματα κι έβααν ενέχυρο για πολύ λίγα λεφτά το μισθό τους. Ο Τζεβντέτ μπέη σκεφτόταν ότι οι σαράφηδες κι οι τοκογλύφοι κέρδιζαν άδικα και χωρίς έλεος για τους άλλους. ‘Για τα λεφτά γίνονται όλα! Για τα λεφτά έμεινα κι  εγώ μόνος! Για τα λεφτά γίνονται όλα! Αυτοί περιφρονούν τον Μουσουλμάνο που ασχολείται με το εμπόριο!’ Φαντάστηκε τις προσβλητικές σκηνές που θα ζούσε έπειτα από λίγο στο Χασεκί κι ένιωσε πάλι να ιδρώνει.

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s