Ορχάν Παμούκ: Ο Τζεβντέντ μπέη και γιοι του. 15


Η άμαξα, μετά το Άκσαραϊ,  έστριψε  αριστερά. Έπειτα μπήκαν στα στενά, είχαν όμως ακόμη πολύ δρόμο για το Χασεκί. «Τα ίδια και τα ίδια, όλα παραμένουν ίδια», είπε μέσα του ο Τζεβντέτ μπέη καθώς κοίταζε έξω τους δρόμους. «Τίποτα δεν αλλάζει. Ο τοίχος αυτός, τα ξεβαμμένα παράθυρα, τα χορταριασμένα κεραμίδια. Τίποτα δεν αλλάζει. Πώς ήταν πριν από διακόσια χρόνια, έτσι είναι και σήμερα… Λεφτά δεν φαίνεται να έχουν βγάλει! Ούτε τίποτα καινούργιο βλέπω! Δεν έχουν καμιά… καμιά … ναι, καμιά φιλοδοξία! Κοίτα βρόμα! Κανείς δεν σκέφτεται, ποτέ, να μαζέψει αυτό το σκουπιδαριό. Πηγαίνουν στα καφενεία, κάθονται, χαζεύουν!» Είδε μερικούς άντρες με πουκαμίσες, μακριές σαν γυναικείο φόρεμα, να κάθονται  μπροστά στο καφενείο, κάτω από έναν πλάτανο. Κοίταξαν ποιος ήταν μέσα στην φιγουράτη άμαξα. Τους κοίταξε κι ο Τζεβντέτ μπέη, καθώς περνούσε πολύ αργά από μπροστά τους και γκρίνιαξε θυμωμένος, «Τι κοιτάζετε; Βλέπετε κάτι παράξενο; Μια άμαξα είναι, μ’ έναν επιβάτη μέσα, κι εσείς χαζεύετε! Όλα είναι νεκρά! Ο αδελφός μου έχει δίκιο. Κι έχω κι εγώ δίκιο που είμαι έμπορος και δεν είμαι κάνας κοιμήσης με πουκαμίσα!» Η άμαξα πλησίαζε στο μαχαλά. Ο Τζεβντέτ μπέη άνοιξε το ενδιάμεσο παράθυρο κι είπε στον αμαξά μετά το δεύτερο στενό να στρίψει αριστερά. Έπειτα άκουσε τι λέγανε δυο παιδιά σ’  έναν κήπο.

«…αν το παίξεις έτσι θα  χάσεις!» έλεγε το ένα.

«Του πήρα όλα τα καρύδια του βλάκα!» είπε το άλλο.

‘Εμείς παλιά παίζαμε καρύδια για να διασκεδάσουμε’, σκέφτηκε ο Τζεβντέτ μπέη, ‘ετούτα εδώ παίζουν τζόγο. Απ’ ό, τι φαίνεται παίζουν για να πάρει ο ένας τα καρύδια του άλλου… Εντάξει, εντάξει! Κι αυτό κάτι είναι΄ κάτι καινούργιο! Να που οι νεώτερες γενιές μαθαίνουν ν’ αγαπάνε το κέρδος’. Ντράπηκε για τις σκέψεις του. Όταν η άμαξα έστριψε στο στενό, άρχισε να κοιτάζει με τρόμο τα σπίτια. Τα αναγνώρισε όλα. Σκέφτηκε πάλι ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει. Μπροστά στο σπίτι της θείας, της κυρίας Ζεϊνέπ είπε με δυνατή φωνή στον αμαξά να σταματήσει.

Κατέβηκε από την άμαξα. Κοίταξε ένα γύρω. Στο διπλανό σπίτι μετακόμισαν όταν πρωτοήρθαν στην Ιστανμπούλ. Ούτε να κοιτάξει δεν θέλησε το σπίτι όπου έζησε δέκα χρόνια. Άνοιξε την πόρτα του κήπου της θείας Ζεϊνέπ. Ακούστηκε το παλιό καμπανάκι της πόρτας. ‘Αν αγοράσω το σπίτι στο Νισάντας, θα βάλω στην πόρτα του κήπου του ένα τέτοιο καμπανάκι!’ σκέφτηκε. Ο κήπος ήταν όπως τον ήξερε από παλιά. Κι η κορομηλιά αδύναμη κι εύθραυστη όπως πάντα. Χτύπησε την πόρτα, περίμενε.

Άνοιξε η θεία. Χωρίς να περιμένει να της συστηθεί ο Τζεβντέτ,

«Αα! γιε μου, Τζεβντέτ, από πού ξεφύτρωσες;» Τον αγκάλιασε.

Ο Τζεβντέτ μπέη έσκυψε ιδρωμένος και της φίλησε με ύφος συνεσταλμένο το χέρι. Θυμήθηκε αμυδρά κάποιες από τις ξεχασμένες μυρωδιές της παιδικής του ηλικίας, μερικά αντικείμενα, ένα έντομο, ένα κεντημένο τραπεζομάντιλο.

«Έλα μέσα!», του είπε η γυναίκα. «Βγάλε πρώτα τα παπούτσια σου. Πω, πω, είσαι πολύ κομψά ντυμένος. Πώς ήταν αυτό;»

«Θεία μου, ο αδελφός μου είναι άρρωστος, …»

«Κρίμα, κρίμα!» απάντησε η  θεία Ζεϊνέπ.

Ο Τζεβντέτ μπέη υποψιάστηκε ότι είχε αρχίσει να τον κοροϊδεύει με τον ύπουλο τρόπο της. Είχε βγάλει τα παπούτσια του, είχε καθίσει εκεί που του είχε υποδείξει, και κουνιόταν ανήσυχος.

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s