Ορχάν Παμούκ: Ο Τζεβντέντ μπέη και γιοι του. 16


«Δεν θα καθίσω πολύ…», είπε.

«Τι έγινε; Θέλει ο δικός σου να δει τον Ζιγιά;»

«Ναι!»

«Είναι πολύ άσχημα;»

«Ναι, πολύ άσχημα».

«Ήρθες για να πάρεις τον Ζιγιά; Για ποιο άλλο λόγο να έρθεις …»

«Έχετε δίκιο, θεία μου, δεν έχω όμως καθόλου καιρό. Σας σκέφτομαι συχνά. Δεν έχω όμως καθόλου καιρό!»

«Περίμενε να φωνάξω το παιδί», είπε η γυναίκα και βγήκε από δωμάτιο.

‘Δεν υπήρχε λόγος να φοβάμαι! Η γυναίκα με υποδέχτηκε με αγάπη. Ναι, αυτοί οι άνθρωποι ξέρουν πώς να αγαπάνε. Εε, τι να κάνω, κι εγώ κάνω εμπόριο. Φαίνεται, πάντως, να το αντιμετωπίζει με κατανόηση αυτό… Άδικα τα μεγαλοποίησα όλα! Τι ώρα είναι; Πω, πω θ’ αργήσω, κι έχω κανονίσει να φάμε με τον Φουάτ μπέη’.

Η γυναίκα έπειτα από λίγο γύρισε στο δωμάτιο κρατώντας ένα δίσκο μ’ ένα ποτήρι. «Βυσσινάδα», είπε, «σου αρέσει το βύσσινο…»

Ο Τζεβντέτ μπέη έγινε κατακόκκινος από την αμηχανία, θέλησε να της πει κάτι, δεν βρήκε τι, απλά την ευχαρίστησε.

«Έστειλα μήνυμα στο παιδί, σε λίγο θα είναι εδώ», είπε η γυναίκα. «Αλήθεια, είναι πολύ άρρωστος ο πατέρας του;»

Ο Τζεβντέτ μπέη κούνησε το κεφάλι του.

Σωπάσανε.

«Οι δουλειές σου πώς πάνε, παιδί μου;»

«Άσχημα, πολύ άσχημα!» απάντησε ο Τζεβντέτ μπέη, δυσαρεστημένος. Και ξαφνικά έκρυψε το χέρι του με τη βέρα στην τσέπη του.

«Τι να γίνει, θα φτιάξει. Όλα χειρότερα γίνονται. Ο Θεός να δώσει να έχουμε καλό τέλος!»

Σώπασαν πάλι.

Λίγο αργότερα ο Τζεβντέτ μπέη είπε ότι ο πατέρας του περίμενε τον Ζιγιά και σηκώθηκε. Η γυναίκα ανήσυχη επειδή καθυστερούσε το παιδί, πήγε στο παράθυρο, κοίταξε έξω.

«Ήρθε», είπε, «εκεί είναι. Να τον φέρεις όμως πίσω. Πότε θα τον φέρεις πίσω;»

Της υποσχέθηκε ότι θα της έφερνε τον Ζιγιά αφού πρώτα ο μικρός έβλεπε τον πατέρα του. Ίσως, βέβαια, το παιδί να ήθελε να μείνει μερικές μέρες μαζί του. Η θεία το δέχτηκε αυτό με κατανόηση, αλλά άφησε να φανεί και κάποια έλλειψη εμπιστοσύνης, κάτι που πλήγωσε τον Τζεβντέτ μπέη.  Βγήκαν μαζί έξω. Ο Τζεβντέτ είδε κάτι καινούργιο στον παλιό κήπο: Είχαν φτιάξει ένα κοτέτσι. Στη στέγη του περπατούσε μια κότα.

Το καμπανάκι κουδούνισε, θυμίζοντας πάλι στον Τζεβντέτ τα παιδικά του χρόνια. Τα παιδιά που ήταν μαζεμένα γύρω από την άμαξα γύρισαν και κοίταξαν. Του φάνηκε ότι αναγνώρισε ένα από αυτά.

«Ζιγιά, αγόρι μου, δες ποιος ήρθε!» είπε η θεία Ζεϊνέπ. «Ο θείος σου ο Τζεβντέτ, τον γνώρισες;»

Το παιδί έκανε ένα βήμα μπροστά. Ο καλοντυμένος θείος πρέπει να τον είχε τρομάξει. Έκανε μερικά ακόμη διστακτικά  βήματα κοιτάζοντας μια τον Τζεβντέτ μπέη και μια τη θεία Ζεϊνέπ.

Ο Τζεβντέτ μπέη τελευταία τον είχε δει πριν από έξι χρόνια σε μια γιορτή Κουρμπάν, (Θυσιών). Τότε πρέπει να ήταν τριών-τεσσάρων χρόνων. Χάιδεψε το μάγουλο του παιδιού. Και προσπαθώντας να του γίνει συμπαθής, «Πες μας λοιπόν πώς είσαι, με γνώρισες;» ρώτησε.

Το παιδί κούνησε φοβισμένο το κεφάλι του.

«Ο θείος σου, Ζιγιά, θα σε πάει περίπατο και μετά θα σε γυρίσει πίσω. Θέλεις να πας μαζί του;» είπε η θεία Ζεϊνέπ.

«Με την άμαξα;» ρώτησε το παιδί. Γύρισε και κοίταξε την άμαξα. Ένας από τους φίλους του κάτι ρωτούσε στον αμαξά.

«Αμέ! Με την άμαξα» απάντησε  η θεία. «Ο θείος σου θα σε πάει περίπατο με την άμαξα. Θέλεις να πας περίπατο με την άμαξα του θείου σου;»

Ο Τζεβντέτ μπέη έριξε μια γρήγορη ματιά στον αμαξά, δεν είχε ακούσει.

«Θέλω»! είπε σιγανά το παιδί.

«Πήγαινε τότε ν’ αλλάξεις», είπε η θεία Ζεϊνέπ. «Με αυτά τα ρούχα δεν ανεβαίνουνε σε τέτοια άμαξα».

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s