Ορχάν Παμούκ: Ο Τζεβντέντ μπέη και γιοι του. 17


Το παιδί πήγε τρέχοντας στο σπίτι. Ένα άλλο παιδί, «Ρε, σεις, ο Ζιγιά θα πάει περίπατο με την άμαξα!» φώναξε.

Η θεία στράφηκε στον Τζεβντέτ. «Θα τον φέρεις πίσω, εντάξει, μην τον αφήσεις εκεί!»

Ένα από τα παιδιά είχε χωθεί ανάμεσα στους τροχούς της άμαξας, τους κοίταζε με προσοχή. Γύρισε σ’  ένα άλλο παιδί που τον είχε πλησιάσει, «Τις βλέπεις τις σούστες, είναι ατσάλινες, το ατσάλι δουλεύεται καλά», είπε.

Ο ήλιος έκαιγε στο στενό δρομάκι. Οι ουρές των αλόγων δεν έφταναν μέχρι τις μύγες. Ένας γέρος από ένα παράθυρο χωρίς καφάσι κοίταζε την άμαξα. Φύσηξε αεράκι, σήκωσε τη σκόνη του δρόμου. Όλοι έκλεισαν από συνήθεια το στόμα, μισόκλεισαν τα μάτια. Το αεράκι σταμάτησε, τα στόματα  άνοιξαν.

«Ο δικός σου τα ‘χει ακόμη με τον πατισάχ μας;» ρώτησε η θεία.

«Είναι πολύ άρρωστος», απάντησε ο Τζεβντέτ μπέη σμίγοντας τα φρύδια του.

Το παιδί ήρθε τρέχοντας από το σπίτι. Ο Τζεβντέτ μπέη φίλησε το χέρι της θείας.

Η θεία έπιασε τον Ζιγιά από το μπράτσο, «Να είσαι φρόνιμος, εντάξει. Ο θείος σου θα σε φέρει πίσω», του είπε. Έριξε μια γρήγορη ματιά στον Τζεβντέτ μπέη.

Εκείνος έπιασε το χέρι του μικρού. Ανέβηκαν μαζί στην άμαξα. Τα παιδιά σχημάτισαν κλοιό γύρω της.

«Ο Ζιγιά φεύγει. Ο Ζιγιά φεύγει!» φώναξε ένα παιδί.

Η άμαξα ξεκίνησε. Το παιδί από το παράθυρο, μέχρι να χαθεί,  κοίταζε τη θεία. Έπειτα στράφηκε στον Τζεβντέτ μπέη κι άρχισε να τον παρατηρεί φοβισμένο. Όταν ένιωσε μεγαλύτερη ασφάλεια, τραβήχτηκε στη γωνία του καθίσματος και για ν’  απολαύσει όσο μπορούσε, χωρίς να χάσει λεπτό, τον περίπατο με την άμαξα, άρχισε να κοιτάζει έξω από το παράθυρο.

Ο Τζεβντέτ μπέη επιχείρησε να πει μια δυο κουβέντες με το αγόρι, όταν όμως είδε ότι τα λόγια του το αναστάτωναν, το άφησε για αργότερα. Στο Άκσαραϊ του έδειξε τα τζαμιά, κάτι εδώ κάτι παραπέρα. Στο Μπέγιαζιτ τον ρώτησε αν είχε έρθει ποτέ εδώ στο ραμαζάνι. Προσπάθησε να του εξηγήσει τι ήταν το Υπουργείο Άμυνας, τι έκαναν εκεί,  αλλά ο Ζιγιά προτιμούσε τις εικόνες από τις λέξεις.

Όταν περνούσαν τη γέφυρα ο Τζεβντέτ μπέη κοίταξε το ρολόι του κι είδε έκπληκτος ότι ήταν σχεδόν έξι. Με τον Φουάτ μπέη είχαν συμφωνήσει να συναντηθούνε στις έξι και μισή για φαγητό στο Σερκλντοριάν, Cercle d’ Orient. Θέλησε να πει στον Ζιγιά ότι ο πατέρας του ήταν άρρωστος, αλλά πάλι δεν μπόρεσε. Στον τρόπο που κοίταζε το παιδί υπήρχε κάτι ανησυχητικό. Ο Τζεβντέτ μπέη δεν καταλαβαίνανε τι. ‘Ας τον παραδώσω επιτέλους στον πατέρα του να τελειώνουμε και με αυτό’, σκέφτηκε για μια στιγμή και βυθίστηκε στους λογαριασμούς του, τα προβλήματά του, τα σχέδια του.

Όταν η άμαξα σταμάτησε μπροστά στην πανσιόν, ο Τζεβντέτ μπέη αποφάσισε ότι ήταν απαραίτητο να εξηγήσει στον Ζιγιά ότι ο πατέρας του ήταν άρρωστος και σε κακή κατάσταση. Του είπε πολύ γρήγορα καθώς ανέβαιναν τις σκάλες:

«Ο πατέρας σου πριν λίγες μέρες γύρισε από το ταξίδι. Είναι άρρωστος. Κάναμε τον περίπατο μας με την άμαξα και τώρα ήρθαμε να τον επισκεφτούμε. Θέλει να σε δει. Είναι και μια θεία μαζί του! Ο πατέρας σου είναι στο κρεβάτι επειδή είναι άρρωστος. Η θεία είναι εκεί να τον φροντίζει. Θα τους δεις τώρα. Μην φοβηθείς, δεν υπάρχει λόγος. Απόψε, το πολύ αύριο, θα είμαστε πίσω στης θείας Ζεϊνέπ».

Την πόρτα την άνοιξε η Μαρί. Χαιρέτησε χαμογελαστή τον Ζιγιά. Έπειτα έσκυψε και του έδωσε κι ένα φιλί, έβαλε το δάχτυλο στο στόμα κι έκανε ‘σσσς’.

«Κοιμάται!»

Ο Ζιγιά ακολούθησε διστακτικά τον Τζεβντέτ στο δωμάτιο. Ο Νουσρέτ κοιμόταν στο ένα πλάι, με τη ράχη στην πόρτα. Ο Ζιγιά κοίταξε με τρόμο το σώμα κάτω από την κουβέρτα. Έπειτα κάθισε εκεί που του είπανε, με προσοχή, σαν να φοβόταν μην σπάσει κάτι.

Η Μαρί πλησίασε τον Τζεβντέτ μπέη και του είπε ψιθυριστά, «Ο γιατρός είπε ότι η κατάστασή του είναι πολύ άσχημη. Του έδωσε φάρμακα. Του έκανε μια ένεση για να του μαλακώσει τον πόνο. Ο Νουσρέτ στην αρχή δεν ήθελε. Μετά δέχτηκε, κοιμήθηκε».

«Να φύγω τότε! Το βράδυ θα ξαναπεράσω!» απάντησε σιγανά ο Τζεβντέτ μπέη.

«Εσείς ξέρετε. Και σας ευχαριστώ πολύ. Ξέχασα να σας πω και κάτι άλλο. Σας παρακαλώ μην του πείτε ότι έριξαν βόμβα στον πατισάχ. Αν το μάθει θα αναστατωθεί πολύ και θα χειροτερέψει». Χωρίς να τον περιμένει να βγει από το δωμάτιο, πήγε και κάθισε δίπλα στον Ζιγιά, άρχισε να του μιλάει.

Ο Τζεβντέτ μπέη παρατήρησε ότι η Μαρί μιλούσε με τον Ζιγιά, σαν να μην ήταν παιδί, αλλά κάποιος ίσος κι όμοιος της. Έπειτα από φόβο μην αρχίσει να θαυμάζει τη Μαρί, ‘Ναι, αλλά αυτή είναι θεατρίνα!’ σκέφτηκε, ‘Δεν μπορεί να φτιάξει οικογένεια’. Βγήκε έξω.

Advertisements
This entry was posted in Απόσπασμα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s