Μόλις κυκλοφόρησε: Φυλακισμένη στο παρελθόν, της Κέιτ Φέρνιβαλ


Μετά την επιτυχημένη τριλογία Η Ρωσίδα παλλακίδαΝα με περιμένεις και Το Διαμάντι της Αγίας Πετρούπολης, η Κέιτ Φέρνιβαλ επιστρέφει με καινούργιο βιβλίο.

Στρατόπεδο συγκέντρωσης «Νταβίνσκι», Σιβηρία, 1933. Μέσα στην παγωνιά και την εξοντωτική δουλειά, η μόνη διαφυγή της Σοφίας είναι οι ιστορίες που της διηγείται η Άννα για το εκθαμβωτικό παρελθόν στο Πέτρογκραντ και για τον έρωτά της με τον φλογερό επαναστάτη Βασίλι.

Όταν η Άννα αρρωσταίνει βαριά, η Σοφία αποφασίζει να δραπετεύσει για να βρει τον Βασίλι, να σώσει τη φίλη της. Αλλά η Ρωσία, κάτω από τη σιδερένια γροθιά του κομμουνισμού, δεν είναι πια η χώρα των αναπολήσεων της Άννας.

Η Σοφία περιπλανιέται μέσα σ’ έναν ιστό μυστικότητας και φόβου, και τότε ένας μεγάλος έρωτας απειλεί την υπόσχεση που είχε δώσει στην Άννα.

Περισσότερα…

 

 

Posted in Νέα έκδοση | Tagged , | Σχολιάστε

Ο Θωμάς Σιταράς στον Νέο Κύκλο Κωνσταντινουπολιτών


Την Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου, στις 18.30, στην Αίθουσα Εκδηλώσεων του Νέου Κύκλου Κωνσταντινουπολιτών, Δημ. Σούτσου 46 (στάση Μετρό Αμπελοκήπων), ο συγγραφέας Θωμάς Σιτάρας θα μιλήσει με θέμα

«Η Παλιά Αθήνα το Μεσοπόλεμο και οι Πρόσφυγες».

Η διάλεξη αυτή γίνεται στα πλαίσια της πρόσφατης κυκλοφορίας από τις εκδόσεις «Ωκεανίδα» του βιβλίου του
Η παλιά Αθήνα ζει, γλεντά, γεύεται.1834-1938.

Κατά τη διάρκεια της ομιλίας θα προβληθούν σπάνιες φωτογραφίες της εποχής.

Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Δείτε εδώ την πρόσκληση

Posted in Εκδήλωση | Tagged , , | Σχολιάστε

Ο Ντίκενς στο μετρό του Τόκιο;


Του Δημήτρη Δουλγερίδη, Τα Νέα, 10/12/11

 

«Ο στόχος μου είναι ν’ αυξήσω την απόσταση που τρέχω, επομένως δεν μ’ απασχολεί η ταχύτητα. Το μόνο που με νοιάζει είναι να μπορέσω να καλύψω μια συγκεκριμένη απόσταση. Μερικές φορές, αν μου κάνει κέφι, τρέχω γρήγορα… ενώ το θέμα είναι να μπορέσω να διατηρήσω την ευχαρίστηση που αισθάνομαι στο τέλος κάθε διαδρομής μέχρι και την επόμενη μέρα». Το πιάσαμε το υπονοούμενο: ο συγγραφέας είναι ένας δρομέας, που σταματάει το μυθιστόρημά του όποτε αισθάνεται ότι θα μπορούσε να γράψει κι άλλο. Στο βιβλίο «Για τι πράγμα μιλάω, όταν μιλάω για το τρέξιμο», που κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες στα ελληνικά, ο Χαρούκι Μουρακάμι χαρίζεται στους ορκισμένους οπαδούς του ως αθλητής αυτοαναλυόμενος. Τρέχοντας πάνω σ’ έναν μεταφορικό διάδρομο ξεφορτώνει προσωπικές εμμονές – «δεν μου πάνε τα ομαδικά αθλήματα» -, μουσικές επιλογές και βιβλιοφιλικές αναφορές.

«Πρέσβης» Ιαπωνίας

Η ελληνική έκδοση συμπίπτει χρονικά με την οιονεί καμπάνια από διεθνή δημοσιεύματα για την έκδοση του τελευταίου του βιβλίου, «1Q84» (στα ελληνικά θα κυκλοφορήσει από τον «Ψυχογιό» εντός του 2012). Οπου Q η «ερώτηση» στα αγγλικά (question), αλλά και ο αριθμός εννέα, κατά τη γιαπωνέζικη προφορά. Ενα αλληθώρισμα προς τη Δύση του Τζορτζ Οργουελ, με άλλα λόγια, στη μητρική γλώσσα του δημιουργού. Ο δημοφιλέστερος συγγραφέας της Ιαπωνίας είναι, έτσι κι αλλιώς, ο συγγραφέας δύο κόσμων. Ο πλέον ευπώλητος στην Ασία και ο καλύτερος πρεσβευτής της γενέτειράς του στη λίστα των νομπελικών υποψηφιοτήτων.

Για την είσοδό του στη mainstream λογοτεχνία της εποχής, χρειάστηκε έναν τίτλο των Μπιτλς και μια συναισθηματική ιστορία που ξεκινούσε στη δεκαετία του 1960 και ολοκληρωνόταν στη Ρώμη του 1987. Το «Νορβηγικό δάσος» (εκδ. Ωκεανίδα) πούλησε τέσσερα εκατομμύρια στην Ιαπωνία και τον εκτόξευσε στο διεθνές στερέωμα. Υστερα από το «Κουρδιστό πουλί» (1994, εκδ. Ωκεανίδα) που ήρθε για να μείνει ως το αριστούργημά του, σύμφωνα με τους απανταχού στυλοβάτες της βιβλιοκριτικής, η φρενίτιδα συνεχίζεται με το «1Q84». Η μυθιστορηματική τριλογία, που πούλησε ένα εκατομμύριο αντίτυπα στο Τόκιο το 2009, αγγίζει τις 1.000 σελίδες (οι αγγλομαθείς αναγνώστες έχουν μάλιστα τη δυνατότητα να διαβάσουν το πρώτο κεφάλαιο στην επίσημη ιστοσελίδα του συγγραφέα). Στο επίκεντρό της, η Αομάμε κυκλοφορεί κι οπλοφορεί ως πληρωμένη δολοφόνος ενός μυστικού οργανισμού και ο επίδοξος συγγραφέας Τένγκο χάνεται στα σουρεαλιστικά μονοπάτια της μνήμης.

Είναι ο κόσμος του Μουρακάμι στα καλύτερά του. Ενας κόσμος, όπου αλαφροΐσκιωτοι ήρωες πατάνε -κατά παράδοξο τρόπο – γερά στα πόδια τους, η φαντασία είναι πασαπόρτι για τον ρεαλισμό και το κινεζικό γουόκ μία μεταφορά – όχι και τόσο πρωτότυπη, μεταξύ μας – για τη μείξη των λογοτεχνικών υλικών: «Εριξε το ψιλοκομμένο σέλερι και τα μανιτάρια στο τηγάνι. Αναψε την πιο δυνατή φλόγα, ανακάτεψε τα υλικά με μια σπάτουλα από μπαμπού και πρόσθεσε μια πρέζα αλάτι και πιπέρι. Οταν τα λαχανικά πήραν να τηγανίζονται, έριξε τις στεγνές γαρίδες στο τηγάνι».

Για να καλωσορίσει τον νέο τίτλο, ο «New Yorker» δημοσίευσε ένα εκτενές απόσπασμα τον περασμένο Σεπτέμβριο, ενώ ο γαλλικός οίκος Belfond τύπωσε 70.000 αντίτυπα, τα οποία πουλήθηκαν μέσα σε μία εβδομάδα. Το βιβλίο μπήκε αυτομάτως στο top 20 του Amazon, γεγονός που ανάγκασε πολλά βιβλιοπωλεία σε Μ. Βρετανία και Αμερική να παραμείνουν ανοιχτά μέχρι τα μεσάνυχτα της 18ης Οκτωβρίου, για να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των αναγνωστών. Η τελευταία παρόμοια ολονυχτία σημειώθηκε όταν έκανε το θαύμα του ο «Χάρι Πότερ».

Το εξομολογητικό «Για τι πράγμα μιλάω» δεν έχει προφανώς τις ίδιες αξιώσεις. Μεταξύ αναμνήσεων, δοκιμιακών παρατηρήσεων και ημερολογίου, ο Μουρακάμι απευθύνεται στους ιδανικούς αναγνώστες του που περιμένουν από αυτόν ολοένα και περισσότερες αποκαλύψεις.

Η ατάκα του Τζάγκερ

Στο βιβλίο, ο τίτλος του οποίου είναι δάνειο από τον Ρέιμοντ Κάρβερ («Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για την αγάπη»), ο Γιαπωνέζος καταθέτει μερικές α λα καρτ απόψεις για τη νεότητα, με αφορμή τη δήλωση του Μικ Τζάγκερ «προτιμώ να πεθάνω παρά να τραγουδάω το «Satisfaction» στα 55», θυμάται το ξεκίνημά του στη λογοτεχνία, αλλά και τον Μαραθώνιο της Αθήνας, στον οποίο συμμετείχε το 1983. Ο πιο δυτικός από τους «ανατολικούς» συγγραφείς της εποχής του βρίσκει μια θέση στη σκιά των μεγάλων κλασικών: «Είναι δύσκολο να φανταστούμε την ιστορία της λογοτεχνίας χωρίς προσωπικότητες σαν τον Σαίξπηρ, τον Μπαλζάκ και τον Ντίκενς. Αλλά οι γίγαντες είναι, σε τελική ανάλυση, γίγαντες – εξαιρετικές, θρυλικές μορφές. Στην πλειονότητά τους οι υπόλοιποι συγγραφείς, που δεν μπορούν ν’ αγγίξουν αυτά τα ύψη (συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου, εννοείται), οφείλουν ν’ αναπληρώσουν ό,τι τους λείπει σε αποθέματα ταλέντου μ’ όποιο μέσο μπορούν».

Τα δάνεια από τη δυτική λογοτεχνία και το μισό μάτι με το οποίο κοιτάζει μονίμως τη γιαπωνέζικη κουλτούρα είναι ίσως ο λόγος που τα βιβλία του βρίσκουν ανεμπόδιστη πρόσβαση στις βιτρίνες των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών βιβλιοπωλείων. Η αλήθεια είναι ότι ο Μουρακάμι δημιουργεί γεγονός κάθε φορά που ένα βιβλίο του μπαίνει στο ραντάρ της παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Να δεις πώς το ‘πε ο Πάολο Μάουρι στη «Repubblica»: «Ο Μουρακάμι έχει μελετήσει σε βάθος το δυτικό μυθιστόρημα και καθόλου τυχαία το «1Q84″ δεν είναι μόνο ένας οξυδερκής στοχασμός πάνω στη μυθοπλασία, αλλά και μία σαφής αναφορά στον Ντίκενς. Ο Μουρακάμι είναι ο κληρονόμος του μεγάλου κλασικού μυθιστορήματος. Ο Ντίκενς στο μετρό του Τόκιο». Εστω και αν το «Σπούτνικ αγαπημένη» δίπλα στον «Ζοφερό οίκο» θυμίζει γιαπωνέζικη καλύβα δίπλα σε καθεδρικό ναό;

Posted in Άποψη | Tagged , | Σχολιάστε

Το κενό των δρόμων μεγάλων αποστάσεων


Του Θανου Σταθοπουλου, Καθημερινή29-01-12

 

Εννέα αυτοβιογραφικά κείμενα για το τρέξιμο

Η απόφαση του Χαρούκι Μουρακάμι να επιδοθεί στο τρέξιμο λαμβάνεται το ίδιο ξαφνικά με την απόφασή του να γράψει ένα μυθιστόρημα όταν, χάριν της λογοτεχνίας, σκέφτεται να βρει έναν τρόπο για να διατηρήσει τη φυσική του κατάσταση μέσα στον χρόνο, προκειμένου να μακροημερεύσει ως μυθιστοριογράφος, να παραμείνει σε φόρμα και να διατηρήσει το ιδανικό του βάρος, όπως γράφει. Αυτό συμβαίνει το 1981· έχει ήδη εκδώσει τα δύο από τα τρία πρώτα μυθιστορήματα της τριλογίας του («Trilogy of the Rat») με εξαιρετική επιτυχία και λογίζεται ως ένας πολλά υποσχόμενος νέος συγγραφέας, εντούτοις, συνεχίζει να διατηρεί με τη σύζυγό του το τζαζ μπαρ «Peter Cat», στο Τόκιο. Η απόφασή του όμως είναι ειλημμένη: πώληση της επιχείρησης και φιλοδοξία να βγάλει το ψωμί του πλέον γράφοντας.

Ισως το αδιαφιλονίκητο προσόν του βιβλίου είναι ο απολύτως προσωπικός, εξομολογητικός και ανυπόκριτος χαρακτήρας του. Ο Μουρακάμι, μέσα από εννέα αυτοβιογραφικά κείμενα για το τρέξιμο και το τρίαθλο, αφηγείται κομμάτια της ζωής του και συσχετίζει αμέσως την ιδιότητα του μυθιστοριογράφου με αυτήν του δρομέα μεγάλων αποστάσεων, ήτοι μαραθωνοδρόμου. Παρέχοντας πλήθος τεχνικών λεπτομερειών και επισημάνσεων για το αγώνισμα, καταγράφοντας, στην κυριολεξία, βήμα βήμα τις εξαντλητικές, πλην αναγκαίες, σχεδόν καθημερινές προπονήσεις του των δέκα χιλιομέτρων και τις συμμετοχές του σε μαραθώνιους ανά τον κόσμο, συνθέτει συγχρόνως την προσωπικότητά του και τον κόσμο του και δηλώνει με ειλικρίνεια την ιδιοσυγκρασία του ως ανθρώπου, ερασιτέχνη δρομέα και μυθιστοριογράφου.

Η υπέρβαση των ορίων, η διάρκεια, η συγκέντρωση, οι συνεχόμενοι στόχοι, ο σωματικός πόνος, το πείσμα, η επίπονη εξάσκηση, η προσπάθεια, η χαρά τού ν’ αγωνίζεσαι, ο δρόμος, το κενό, τα 42.195 μέτρα του μαραθωνίου, η αγωνία του τέρματος, το γέρασμα, η εξασθένηση, αλλά και η έμφαση στον χρόνο τερματισμού και στο γεγονός ότι δεν καταδέχτηκε να περπατήσει ποτέ ενόσω αγωνιζόταν για να κρατήσει δυνάμεις, επανέρχονται συνεχώς από κεφάλαιο σε κεφάλαιο του βιβλίου σε συνάρτηση με την τέχνη του μυθιστορήματος, το ταλέντο, την επινόηση, τη σκληρή, καθημερινή εργασία, τη διάρκεια και τη φύση του επαγγελματία μυθιστοριογράφου. «Απλώς τρέχω. Τρέχω σ’ ένα κενό. Ή, ίσως θα έπρεπε να το θέσω αλλιώς: τρέχω για να κάνω δικό μου το κενό. (…) Καθώς τρέχω λέω στον εαυτό μου να σκεφτεί ένα ποτάμι. Και σύννεφα. Αλλά στην πραγματικότητα δεν σκέφτομαι τίποτα. Το μόνο που κάνω είναι να τρέχω ασταμάτητα μες στο δικό μου, οικείο, χειροποίητο κενό, τη δική μου προσωπική νοσταλγία».

Ο Μουρακάμι συνδέει γεγονότα και τόπους στους οποίους έζησε, έτρεξε ή συνεχίζει να ζει, να επισκέπτεται και να τρέχει, στίχους ροκ τραγουδιών, συγγραφείς και βιβλία, πρόσωπα που συνάντησε, δρομείς που προσπέρασε και τον προσπέρασαν, και εκτενή αποσπάσματα από ημερολόγια αγώνων και άρθρα, σαν αυτό που περιγράφει την κλασική διαδρομή του Μαραθωνίου που έτρεξε κατά μόνας από την Αθήνα μέχρι τον Μαραθώνα, τον καυτό Ιούλιο του 1983. (Εκπληξη, ωστόσο, προκαλεί σε κάποιο σημείο η εσφαλμένη παρατήρησή του ότι ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ έγραψε τον «Μεγάλο Γκάτσμπι» σε ηλικία μόλις είκοσι ενός ετών –ιδίως όταν ο Μουρακάμι είναι ο μεταφραστής του μυθιστορήματος στα ιαπωνικά–, με επακόλουθο τον εκπληκτικό θαυμασμό που εκδηλώνει εξαιτίας αυτού. Η αλήθεια είναι φυσικά ότι ο Φιτζέραλντ έγραψε τον «Μεγάλο Γκάτσμπι» στην ηλικία των είκοσι εννέα ετών, το 1925.)

Τέλος, ο Μουρακάμι χαράσσει τη μελλοντική του ταφόπλακα: «Χαρούκι Μουρακάμι 1949-20**, Συγγραφέας (και Δρομέας). Τουλάχιστον, δεν περπάτησε ποτέ».

Posted in Άποψη | Tagged , | Σχολιάστε

Για τα Άλλα Χρώματα


Του Αντώνη Φουρλή, Protagon, 15/1/12

 

Όποτε αγοράζω βιβλία συγγραφέων που τιμήθηκαν με το Νόμπελ, έχω το ίδιο πρόβλημα: τα φέρνω στο σπίτι με μεγάλες, πολύ μεγάλες προσδοκίες. Αν τυχόν δεν κατορθώσω να ανακαλύψω αυτά που διέκριναν άλλοι πριν από εμένα, απογοητεύομαι. Λιγότερο από τον συγγραφέα, περισσότερο από τον εαυτό μου.

Με τα «Αλλα Χρώματα» του Ορχάν Παμούκ, όμως, ξεκίνησε διαφορετικά η ιστορία.

Πρώτα – πρώτα, δεν ήμουν αυτός που διάλεξε το βιβλίο. Μου το χάρισε η καλή μου φίλη Μαρία Σπυράκη «επί τη ονομαστική μου εορτή» και έπειτα, όταν γύρισα στο οπισθόφυλλο διαπίστωσα με την πρώτη ματιά ότι δεν κρατούσα ένα μυθιστόρημα.

Τα «Αλλα Χρώματα» είναι μία συλλογή από κείμενα του Παμούκ. Από προσωπικές εκμυστηρεύσεις και περιγραφές, μέχρι συνεντεύξεις και ομιλίες. Από σκέψεις για τους αγαπημένους του συγγραφείς, μέχρι την ζωγραφική που τον συγκινεί και τον εμπνέει. Από αυτοβιογραφικά σημειώματα, μέχρι το πως στοχοποιήθηκε από όσους θέλησαν να τον διώξουν δικαστικά για τα βιβλία του. Σχεδόν, σαν σκόρπιες σελίδες ενός ημερολογίου που θέλησε να ξεχωρίσει και να παρουσιάσει στους τρίτους ο ίδιος ο Ορχάν Παμούκ.

Ξέρω ότι πολλοί θα σκεφτούν, ότι αυτού του είδους οι «συρραφές» δεν είναι ό,τι καλύτερο έχει να δείξει ένας συγγραφέας. Επειδή δεν αποτελούν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της δουλειάς του και συνήθως ακολουθούν την επιτυχία των έργων του. Και επειδή δεν είναι κάτι που «γράφτηκε για να εκδοθεί» με αυτή τη μορφή.

Κι όμως, τα «Αλλα Χρώματα» είναι ένα πολύ ξεχωριστό βιβλίο, που με βοήθησε να καταλάβω πολύ καλύτερα τον Παμούκ και τα βιβλία του που είχα διαβάσει νωρίτερα. Γιατί προσφέρει μία σπάνια ευκαιρία: να καταλάβεις πώς βλέπει ο ίδιος ο συγγραφέας τον εαυτό του, να μοιραστείς τη ματιά του από την Ανατολη προς τη Δύση, να καθίσεις δίπλα του την ώρα που αντιμετωπίζει μόνος μέσα σε ένα άδειο δωμάτιο τους δαίμονες του λευκού χαρτιού μπροστά του, να βγεις βόλτα μαζί του στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης, της Νέας Υόρκης και του παγωμένου Καρς, στην ανατολική εσχατιά της Τουρκίας. Να πας μαζί του και με τον μεγαλύτερο αδελφό του, στο γήπεδο και στα σπίτια των γιαγιάδων του. Να μάθεις πως βλέπει ο ίδιος το γράψιμο και τους αγαπημένους του συγγραφείς, αλλά και να ανακαλύψεις με ποιό τρόπο τον εμπνέει και τον συγκινεί η ζωγραφική.

Ξεκίνησα, τυχαία, να διαβάζω αργά – αργά τα «Αλλα Χρώματα». Στην πορεία, συνέχισα να διαβάζω λίγες – λίγες τις 651 (ευτυχώς, ήταν πολλές) σελίδες, απολύτως συνειδητά. Στο τελευταίο κεφάλαιο, με την συγκινητική ομιλία του Ορχάν Παμούκ υπό τον τίτλο «η βαλίτσα του πατέρα μου» που εκφώνησε την ημέρα που η Σουηδική Ακαδημία του απένειμε το βραβείο Νόμπελ, ένιωθα ότι σε λίγο θα χάσω τη μοναδική ευκαιρία να συνομιλώ καθημερινά με έναν αγαπημένο φίλο μου.

Posted in Άποψη | Tagged , | Σχολιάστε

Η Άυν Ραντ στην Booze Cooperativa


Η Φιλελεύθερη Βιβλιοθήκη σας προσκαλεί σε εκδήλωση αφιερωμένη στη ρωσοαμερικανίδα συγγραφέα, ιδρύτρια της φιλοσοφίας του Αντικειμενισμού (Objectivism), Άυν Ραντ.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 4/2/2012 στις 7μμ. στον πολυχώρο Booze Cooperativa (Κολοκοτρώνη 57, Αθήνα) και θα περιλαμβάνει προβολή βίντεο καθώς και παρουσίαση των σημαντικότερων έργων της Άυν Ραντ, σε πάνελ που θα συμμετέχουν οι:

 

Γεώργιος Γρηγορόπουλος, στέλεχος επιχείρησης,

Άκης Αποστολόπουλος, επιχειρηματίας,

Αλέξανδρος Ηλιόπουλος, επιχειρηματίας, ιδρυτής του Liberals Café,

Δημήτριος Σταύρου, εκπαιδευτικός

Posted in Εκδήλωση | Tagged | Σχολιάστε

Hashiru koto ni tsuite kataru toki ni boku no kataru koto


είναι ο τίτλος του τελευταίου Μουρακάμι στα japanglish. Εύγε στον τρεχαλάκη. Ποια από όλες τις λέξεις να είναι το «τρέξιμο»; Ψηφίζω boku. Ξέρει κανείς να βοηθήσει;

Μας αρέσει και η ανάμνηση των σπορτέξ στο μπλογκ του.  Και η φωτογραφία του βιβλίου. Καλά χιλιόμετρα και καλούς τερματισμούς τρεχαλάκη. Α, και καλό διάβασμα!

 

 

 

Posted in Uncategorized | Tagged , | Σχολιάστε

Γιατί είναι τόσο φτηνά τα βιβλία;


Πήγε κανένας στην πλατεία Κλαυθμώνος; Βιβλία από μισό ευρώ!

Έλα τώρα, θέλω γιούπι!

Όχι μόνο γκρίνα ε;

Posted in Άποψη | Tagged | 1 σχόλιο

Κυκλοφόρησε: «Ο Τζεβντέτ μπέη και οι γιοι του» του Ορχάν Παμούκ


Το μυθιστόρημα καλύπτει τη ζωή τριών γενιών μιας οικογένειας από τις αρχές του αιώνα, τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του σουλτάνου Αμπντουλχαμίτ, μέχρι τις μέρες μας. Ο Τζεβντέτ μπέη είναι ιδιοκτήτης μικρού εμπορικού καταστήματος κι ένας από τους πρώτους Μουσουλμάνους εμπόρους, που στόχος και φιλοδοξία του είναι να γίνει πλούσιος και να αποκτήσει μια σύγχρονη οικογένεια «Δυτικού» τύπου και νοοτροπίας. Η ιστορία του Τζεβντέτ μπέη και των γιων του είναι, κατά μία έννοια, και η ιστορία της ιδιωτικής ζωής τα χρόνια της Τουρκικής Δημοκρατίας.

Στο πανοραμικό αυτό μυθιστόρημα, περιγράφονται τα εσωτερικά των σπιτιών, ο καινούργιος τρόπος ζωής στις πολυκατοικίες, οι ισχυρές, εκδυτικισμένες οικογένειες, τα κυριακάτικα απογεύματα γύρω από το ραδιόφωνο, οι βόλτες για ψώνια στα μαγαζιά στο Μπέγιογλου, οι αγάπες και τα πάθη της ανερχόμενης αστικής τάξης της τουρκικής κοινωνίας.

«Όταν αποφάσισα ότι θα γίνω συγγραφέας», λέει ο Ορχάν Παμούκ στα Άλλα χρώματα («Η συνέντευξη στο Paris Review»), «δεν ήξερα τι ήθελα να γράψω. Μάλιστα, έκανα κι ένα-δυο λάθος ξεκινήματα. Έχω ακόμη τις σημειώσεις μου. Έπειτα από έξι μήνες όμως είχα ήδη το προσχέδιο του βιβλίου που εκδόθηκε τελικά: Τζεβντέτ μπέη και υιοί. Είναι μια οικογενειακή σάγκα. Όπως η Forsyte saga του Τζον Γκαλσγουόρθι ή οι Μπούντενμπροκ του Τόμας Μαν».

Posted in Παρουσίαση | Tagged , | Σχολιάστε

Το μπλουζ του δρομέα


ΤΗΣ ΕΥΗΣ ΚΑΡΚΙΤΗ,  ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 22/1/12

Ο Χαρούκι Μουρακάμι άρχισε το τρέξιμο μόλις έκλεισε το περίφημο τζαζ μπαρ του στο Τόκιο το 1982. Την ίδια εποχή αποφάσισε να ασχοληθεί σοβαρά και με το γράψιμο, έχοντας ήδη στο ενεργητικό του δυο βιβλία, αποκαλυπτικά των δυνατοτήτων του. Διαβάζοντας κανείς το αυτοβιογραφικό «για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο» (παραφράζοντας τον τίτλο του βιβλίου του Κάρβερ «για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για την αγάπη»), διαπιστώνει πως ο Μουρακάμι συγγραφέας και ο Μουρακάμι δρομέας ωρίμασαν παράλληλα.

Η μοναχική δραστηριότητα του δρομέα μεγάλων αποστάσεων, όπως εξάλλου και εκείνη της συγγραφής, απαιτούσε από εκείνον μια νέα θεώρηση της ζωής. Προκειμένου να ανταποκριθεί, έκοψε το κάπνισμα (4 πακέτα ημερησίως) και υιοθέτησε έναν υγιεινό τρόπο ζωής με στόχο να διατηρήσει τη ζωτικότητά του για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο διάστημα. Σήμερα, είναι πεπεισμένος πως χωρίς το τρέξιμο δε θα έβρισκε ποτέ το σθένος και την υπομονή να γράψει βιβλία όπως το «Νορβηγικό Δάσος» και το «Κουρδιστό πουλί». Ο Μουρακάμι αυτοβιογραφούμενος γράφει απλά και αβίαστα για τις εμπειρίες τις οποίες συνέλεξε διασχίζοντας μεγάλες αποστάσεις. Το ύφος του δεν είναι εξομολογητικό, δεν είναι διδακτικό, δεν παριστάνει ότι κατέχει τα μυστικά της ζωής. Για την ακρίβεια, αυτή η αναπάντεχη αυτοβιογραφία είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο ένας μάστορας της γραφής, όπως εκείνος, μπορεί να καταργήσει το σύνορο που χωρίζει το ιδιωτικό από το δημόσιο, το προσωπικό από το οικουμενικό, το ασήμαντο από εκείνο που αξίζει να ειπωθεί.

Μετρώντας αργά το χρόνο

Τι μπορεί να σκέφτεται ένας άνθρωπος που τρέχει; Το ερώτημα απασχόλησε και τον ίδιο τον Μουρακάμι πριν γίνει δρομέας, βλέποντας κάποια στιγμή δεκάδες άτομα έτοιμα να λάβουν μέρος σε ένα μαραθώνιο. Αργότερα, συμμετέχοντας και εκείνος σε μαραθώνιους, διαπίστωσε πως η απάντηση στο ερώτημα ήταν μάλλον τόσο άδοξη, όσο και η ίδια η ζωή. Οι δρομείς, μας λέει, μάχονται ενάντια στο χρόνο, κυρίως εκείνοι των μεγάλων αποστάσεων, που μετρούν το χρόνο αργά, αναπνέοντας ήσυχα και ρυθμικά. Στην πραγματικότητα όμως κανείς ή σχεδόν κανείς ενώ τρέχει δε σκέφτεται κάτι αξιομνημόνευτο. Ο Μουρακάμι τρέχοντας, ένιωθε σαν να έτρεχε στο κενό ή μάλλον σαν να έτρεχε για να δημιουργήσει το δικό του κενό. Σύντομα διαπίστωσε πως με το τρέξιμο υπερασπιζόταν σιωπηλά το δικό του ιδιωτικό χρόνο, γεγονός που τον βοήθησε να διατηρήσει τη διανοητική του υγεία. Ισως αυτήν τελικά να προσπαθούσε να διαφυλάξει τρέχοντας ανάποδα το μαραθώνιο της Αθήνας, με 40 βαθμούς Κελσίου, τρέχοντας ένα πρωί στο Σέντραλ Παρκ παρέα με τον Τζον Ιρβινγκ ή κάνοντας σκληρή προπόνηση για να λάβει μέρος σε έναν ακόμη υπερμαραθώνιο. Παρά το γεγονός πως τα περισσότερα πράγματα που έμαθε για το γράψιμο τα έμαθε τρέχοντας και παρά την αυθόρμητη επιθυμία του για τρέξιμο, η οποία έγινε η κεντρική συνήθεια της ζωής του, δεν μπόρεσε να αποφύγει τη θλίψη όταν μεγαλώνοντας πέρασε για ένα διάστημα σε μια κατάσταση που ο ίδιος ονόμασε «μπλουζ του δρομέα», κατά την οποία διαφοροποιήθηκε η στάση του στην ίδια την πράξη του τρεξίματος. Οταν έγραψε το βιβλίο αυτό (μεταξύ 2005 και 2006), η επιθυμία για τρέξιμο είχε επανακάμψει χωρίς σε αυτή όμως να υπάρχει η πρότερη πιεστική του ανάγκη. Το «μπλουζ του δρομέα» άφησε πίσω του έναν άνθρωπο έτοιμο να αποδεχτεί την πραγματικότητα της ζωής και της φθοράς που φέρνει ο χρόνος και έναν επαγγελματία συγγραφέα που ξέρει τα όρια και τις ικανότητές του. Η αφήγηση του Μουρακάμι αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση στον αναγνώστη. Στη ζωή, μας λέει, ο πόνος είναι αναπόφευκτος. Από την άλλη όμως, όπως του έμαθαν οι μεγάλες αποστάσεις που διέσχισε τρέχοντας, το να πονάς, δε σημαίνει απαραίτητα και πως υποφέρεις.

Posted in Παρουσίαση | Tagged , | Σχολιάστε