Aσκήσεις ψυχής


Του Μάκη Πανώριου, BOOKPRESS 11/3/12.
 

Το περίφημο, ως προς την υπαρξιακή του διάσταση, γνωμικό «γνώθι σαυτόν» μας το κληροδότησαν οι αρχαίοι Έλληνες. Αποδίδεται στον Χείλωνα τον Λακεδαιμόνιο (Στοβαίος), πιο σωστά πιθανώς στον Σωκράτη (Ξενοφών). Γνώρισε τον εαυτό σου, διότι μόνο έτσι θα μπορέσεις να τον «εκπαιδεύσεις», αφ’ ενός να ακολουθήσει το δρόμο για τον οποίο τον έχει προορίσει η Φύση, εφ’ ετέρου να μετεξελιχθεί σε «καλό καγαθό» πολίτη της κοινότητας στην οποία ανήκει. Αυτόν τον άγνωστο, ακατανόητο, ανεξήγητο, αινιγματικό εαυτό πρέπει, λοιπόν, να «κατακτήσει» ο άνθρωπος, ώστε να μπορέσει να συνομιλήσει με τον εσωτερικό εαυτό του, και, κατ’ επέκταση, με τον συνάνθρωπο-συνοδοιπόρο του που θα συναντήσει στο παγκόσμιο τοπίο.

Αποκρυπτογραφώντας και ερμηνεύοντας τον τίτλο του ανά χείρας βιβλίου του, αυτό ακριβώς κάνει ο Χαρούκι Μουρακάμι (Κιότο 1949), από τους σπουδαιότερους σύγχρονους συγγραφείς. Υπό το πρόσχημα της απόφασής του να επιδοθεί στο «τρέξιμο», όχι για να κερδίσει έναν μαραθώνιο ή να έρθει πρώτος, εκτυλίσσει τις εσωτερικές διαδικασίες που ακολούθησε ώστε να λειτουργήσει ως δρομέας και, κατ’ επέκταση -που είναι, ίσως, και το σπουδαιότερο-, ως συγγραφέας. Και στις δύο περιπτώσεις, οι οποίες και συνδέονται οργανικά μεταξύ τους, ουσιώδης στόχος είναι η επίτευξη ενός σκοπού, στον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να προσβλέψει, αν φυσικά διαπιστώσει ότι διαθέτει εκ φύσεως ως οργανισμός, με ό,τι τον συνιστά σε σώμα και νου, το κατάλληλο προς καλλιέργεια έδαφος, ώστε με τις κατάλληλες διεργασίες να αναδυθεί μέσα από τον άγνωστο, άμορφο εαυτό που του δόθηκε, ένα συνειδησιακό υψηλόφρων πλάσμα, και να μην παραμείνει ένα ενστικτωδώς μόνο συμπεριφερόμενο όν.

Υπό αυτή την έννοια, και το τρέξιμο και η λογοτεχνία, παύουν να είναι μόνο αθλητισμός το ένα και φαντασία η άλλη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση και οι δύο αυτές δραστηριότητες, κάτω από το εξωτερικό πέπλο τους, λειτουργούν ως «ασκήσεις ψυχής». Αυτό συνεπάγεται ειδική τελετουργία που πρέπει να ακολουθείται επί καθημερινής βάσεως, ώστε, όχι μόνο να επιτευχθεί η υπαρξιακή επικοινωνία με το αντικείμενό σου, αλλά, πράγμα που είναι και το ουσιώδες, να συνομιλήσεις με αυτό. Και στις δύο περιπτώσεις, απ’ τη στιγμή που θα εμφανιστεί στον νοηματικό ορίζοντα του ανθρώπου, έχοντας αναδυθεί-αποκαλυφθεί από την μυστηριώδη απροσδιόριστη κρύπτη του, η εσωτερική σημασία τους, πρέπει ο εν λόγω «δέκτης» να θέσει εαυτόν σε συγκεκριμένο πρόγραμμα. Το όποιο αποτέλεσμα, και στις καλύτερες περιπτώσεις η αποκάλυψη εκείνου του εσωτερικού εαυτού που διαθέτει τις προϋποθέσεις δημιουργίας έργου, δεν οφείλεται στην επιφοίτηση κάποιου μυθικού αγίου πνεύματος, αλλά στον καθημερινό μόχθο.

Το τρέξιμο, ως άθλημα μύησης, επιβάλλει ειδική εκπαίδευση με συγκεκριμένους κανόνες που πρέπει να τηρούνται αυστηρά, για να μπορέσει το σώμα να εκγυμναστεί σωστά. Και η λογοτεχνία επίσης. Ως «άθλημα» νόησης, επιβάλλει συνεχή ενασχόληση με τον Λόγο, για να μπορέσει ο νους να διεισδύσει στο ανθρώπινο και κοσμικό μυστήριο – αν είναι τυχερός. Εξυπακούεται, βέβαια, ότι οι εν λόγω δραστηριότητες νοείται να εκτελούνται με όλη την «ψυχή και την διάνοια», όπως λέγεται, κι όχι γιατί απλώς «πρέπει», καθημερινό ρήμα που τη βαθύτατη σημασία και αυτού είναι λάθος να παραγνωρίζεται και, κυρίως, να παρερμηνεύεται. Ο δρομέας «πρέπει» να τρέχει καθημερινά, αν θέλει να διατηρεί τον σώμα του ακμαίο και υγιές. (Οι αρχαίοι Έλληνες διατύπωσαν έξοχα την ουσιαστική σημασία της σωματικής άθλησης γενικότερα: «Νους υγιής εν σώματι υγιεί».) Το ίδιο ακριβώς πρέπει να κάνει και ο συγγραφέας∙ να βρίσκεται συνεχώς σε επαφή με τον Λόγο, για να μπορέσει να τον χρησιμοποιήσει στη δημιουργία έργου. Δεν μπορείς άνευ ασκήσεως –και γνώσεως– να λάβεις μέρος σε Μαραθώνιο ούτε, φυσικά, να γράψεις το «Έγκλημα και Τιμωρία». Ο Χαρούκι Μουρακάμι το γνωρίζει πολύ καλά, γι’ αυτό και ασκείται καθημερινά, διότι γνωρίζει ότι για την επίτευξη ενός σκοπού, δεν χρειάζεται μόνο «ψυχικό σθένος», αλλά, πάνω απ’ όλα, υγεία, σωματική και πνευματική.

Τα αποτελέσματα αυτής της άσκησης, όπως τα καταθέτει με αφοπλιστική ειλικρίνεια στο βιβλίο του, είναι ιδιαιτέρως επιτυχημένα. Έχει λάβει μέρος σε πολλούς μαραθώνιους με καλούς χρόνους και έχει γράψει σπουδαία μυθιστορήματα που τον έχουν κατατάξει ως έναν από του σπουδαιότερους σύγχρονους συγγραφείς παγκοσμίως. Η λογοτεχνία του, υψηλών προδιαγραφών, αποφεύγει να θέσει βαρύγδουπα, ρητορικά και πομπώδη ερωτήματα, ούτε καταφεύγει στην ευτέλεια του μελοδράματος, ενώ αποστρέφεται την, ούτως ή άλλως, ύποπτη στρατευμένη λογοτεχνία. Μέσω της γοητευτικής γραφής του συναντά τον άνθρωπο με το προσωπείο του ή άνευ αυτού, καταγράφει τον υπαρξιακό βηματισμό του, τις ακατανόητες κινήσεις του, πρακτικές και συμπεριφορές του. Αλλά για να πλησιάσει, προσεγγίσει και ανιχνεύσει αυτό το ακατανόητο αίνιγμα της ούτως ή άλλως γενικότερα αινιγματικής δημιουργίας, μαθήτεψε και σπούδασε ‘τρέχοντας’ στο άγνωστο ανθρώπινο τοπίο, μια διαδικασία μύησης του εαυτού στη γνώση. Αυτό ακριβώς υπονοεί ο τίτλος του βιβλίου του. Γι’ αυτή τη λειτουργία μιλάει όταν κυριολεκτεί μιλώντας για την ρεαλιστική σημασία του ‘τρεξίματος’. Αλλά η συμβολική διάστασή του εν λόγω αθλήματος θα αποκαλυφθεί μόνο αποκρυπτογραφώντας τις ρεαλιστικές πρακτικές που ακολούθησε προκειμένου να συνειδητοποιήσει ότι είναι συγγραφέας, δρομέας και, κυρίως, άνθρωπος. Ο αναγνώστης του, όχι μόνο θα το διαπιστώσει έχοντας απολαύσει την ανάγνωση του βιβλίου του, αλλά, πράγμα που είναι και το σπουδαιότερο, θα αναγνωρίσει στα πρόσωπα των φευγαλέων ηρώων του, το δικό του.

Posted in Άποψη | Tagged , | Σχολιάστε

«… ας φύγουμε, μέσα σ’ ένα φιλί, για έναν άγνωστο κόσμο…»


Η Άννα Γαλανού στο δεύτερό της βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε, επιβεβαιώνει ότι «το ΄χει». Πλοκή σωστά δομημένη, ατμόσφαιρα εξαιρετική, ήρωες με σάρκα και οστά, συγκίνηση. Ο αναγνώστης θα περπατήσει στα στενά της της Πόλης και θα τον συναρπάσει η μαγεία της, θα παρακολουθήσει με αγωνία τα πάθη των ηρώων της ιστορίας, θα ζήσει στιγμές εξαίσιου έρωτα αλλά και απέραντης θλίψης. Και θα θυμάται το βιβλίο πολύ καιρό αφού κλείσει τις σελίδες του…

O Δημήτρης είναι Έλληνας της Πόλης, προικισμένος πιανίστας, στην αρχή μιας λαμπρής σταδιοδρομίας. Η Γκιουλ εγκαταλείπει τις σπουδές της στο Παρίσι και γυρίζει στην Κωνσταντινούπολη για να συμπαρασταθεί στην άρρωστη μητέρα της. Ανάμεσα στους δυο νέους γεννιέται ένας παράφορος έρωτας.

Ο αδίστακτος και πανίσχυρος πατέρας της Γκιουλ και η πληγωμένη Αγγελική, πρώην ερωμένη του Δημήτρη, προσπαθούν με αβυσσαλέο πάθος να τους χωρίσουν. Η ζωή της Γκιουλ στο σπίτι του πατέρα της γίνεται κόλαση.

Στους δυο νέους ανοίγει την αγκαλιά της μόνο η θεία της Γκιουλ, η οποία στο παρελθόν έχει ζήσει κι η ίδια έναν τραγικό έρωτα. Κρυμμένοι στο πανέμορφο σπίτι της στο Βόσπορο, η Γκιουλ κι ο Δημήτρης ζουν την απόλυτη ευτυχία.

Το κουβάρι μιας ιστορίας αρχίζει να ξετυλίγεται έπειτα από πολλά χρόνια, και το παλιό σπίτι αποκαλύπτει τα μυστικά του.

Οι εκδόσεις Ωκεανίδα προτείνουν αυτό το βιβλίο σε μια τιμή που είμαστε σίγουροι ότι θα εκτιμηθεί.

ISBN: 978-960-410-656-1 • Σελίδες: 608 • Τιμή: €14.00

Περισσότερα

Posted in Νέα έκδοση | Tagged , | 1 σχόλιο

Δεν πενθώ για την Οθωμανική Αυτοκρατορία


– Της Λαμπρινής Κουζέλη, Το Βήμα, 12/2/12

Ο Τζεβντέτ μπέη και οι γιοι του

Η πορεία μιας οικογένειας και ενός έθνους είναι το θέμα του πρώτου μυθιστορήματος που ολοκληρώνει ο Ορχάν Παμούκ το 1978, σε ηλικία 26 ετών, έπειτα από μία τετραετία συγγραφικού μόχθου. Το υποβάλλει το 1979 σε διαγωνισμό και κερδίζει ένα συμβόλαιο για την έκδοσή του. Μεσολαβεί όμως το πραξικόπημα του 1980 και το βιβλίο κυκλοφορεί τελικά το 1982.

Εχοντας πρότυπο την οικογενειακή σάγκα των Μπούντενμπροκ του Τόμας Μαν, το μυθιστόρημα Ο Τζεβντέτ μπέη και οι γιοι του αφηγείται την ιστορία της Τουρκίας από το 1905 ως τα μέσα της δεκαετίας του 1970 παρακολουθώντας τη ζωή τριών γενεών. Ο Τσεβτνέτ μπέη, ένας δραστήριος μουσουλμάνος έμπορος στα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καταφέρνει να επιβιώσει του ιδεολόγου νεότουρκου αδελφού του, να πλουτίσει και να ενταχθεί στην αστική μη μουσουλμανική ελίτ. Στους γιους του, που μεγαλώνουν στην εποχή της Τουρκικής Δημοκρατίας, δίνει ευρωπαϊκή ανατροφή. Ο πρώτος ασπάζεται βολικά τις αρχές της αστικής τάξης, ο δεύτερος αναζητεί ένα όνειρο που δεν μπορεί να κατονομάσει.

«Δεν πενθώ για την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Χαίρομαι που έγινε η διαδικασία του εκδυτικισμού. Απλώς σχολιάζω τον περιορισμένο τρόπο με τον οποίο η τάξη της κυρίαρχης ελίτ – εννοώ τους γραφειοκράτες και τους νεόπλουτους – έχει αντιληφθεί τον εκδυτικισμό. Δεν προσπάθησαν να δημιουργήσουν έναν ουσιαστικό συνδυασμό Ανατολής – Δύσης∙ απλώς έβαλαν μαζί ανατολικά και δυτικά στοιχεία» τονίζει ο Παμούκ στο αυτοβιογραφικό Αλλα χρώματα (εκδόσεις Ωκεανίδα, 2010).

Τις εντάσεις και τις παλινδρομήσεις που προκύπτουν από αυτή την άναρχη συνύπαρξη αποτυπώνει, στο ξεκίνημά τους, σε αυτό το μυθιστόρημα, στο οποίο διακρίνουμε τα γνώριμα χαρακτηριστικά της γραφής του: τη γλαφυρή αφήγηση, τις πλούσιες εικόνες από το αριστοκρατικό Νισάντασι, την αγορά στο Μπέιογλου και τα σοκάκια της Κωνσταντινούπολης, τη λεπτομερή αναπαράσταση της ιδιωτικής ζωής στη σύγχρονη Τουρκία.

Αξιοσημείωτη είναι η πορεία του βιβλίου στη διεθνή αγορά. Στα αγγλικά δεν έχει ακόμη μεταφραστεί. Στα ελληνικά μόλις κυκλοφόρησε, ακολουθώντας το πολύ μεταγενέστερο Μουσείο της αθωότητας (εκδόσεις Ωκεανίδα, 2009). Οφείλεται η καθυστερημένη εμφάνισή του στο είδος της γραφής, στο ότι είναι «ένα μυθιστόρημα του 19ου αιώνα», όπως λέει ο Παμούκ στα Αλλα χρώματα; Αν ισχύει αυτό, τότε πιθανόν το πρωτόλειό του, ο μεγάλος ερμηνευτικός καμβάς των μεταγενέστερων έργων του, ευνοείται εκδοτικά, 30 χρόνια από την πρώτη έκδοσή του, από την πρόσφατη αναβίωση της επικής παραδοσιακής αφήγησης.

Posted in Άποψη | Tagged , | Σχολιάστε

Μόλις κυκλοφόρησε: Φυλακισμένη στο παρελθόν, της Κέιτ Φέρνιβαλ


Μετά την επιτυχημένη τριλογία Η Ρωσίδα παλλακίδαΝα με περιμένεις και Το Διαμάντι της Αγίας Πετρούπολης, η Κέιτ Φέρνιβαλ επιστρέφει με καινούργιο βιβλίο.

Στρατόπεδο συγκέντρωσης «Νταβίνσκι», Σιβηρία, 1933. Μέσα στην παγωνιά και την εξοντωτική δουλειά, η μόνη διαφυγή της Σοφίας είναι οι ιστορίες που της διηγείται η Άννα για το εκθαμβωτικό παρελθόν στο Πέτρογκραντ και για τον έρωτά της με τον φλογερό επαναστάτη Βασίλι.

Όταν η Άννα αρρωσταίνει βαριά, η Σοφία αποφασίζει να δραπετεύσει για να βρει τον Βασίλι, να σώσει τη φίλη της. Αλλά η Ρωσία, κάτω από τη σιδερένια γροθιά του κομμουνισμού, δεν είναι πια η χώρα των αναπολήσεων της Άννας.

Η Σοφία περιπλανιέται μέσα σ’ έναν ιστό μυστικότητας και φόβου, και τότε ένας μεγάλος έρωτας απειλεί την υπόσχεση που είχε δώσει στην Άννα.

Περισσότερα…

 

 

Posted in Νέα έκδοση | Tagged , | Σχολιάστε

Ο Θωμάς Σιταράς στον Νέο Κύκλο Κωνσταντινουπολιτών


Την Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου, στις 18.30, στην Αίθουσα Εκδηλώσεων του Νέου Κύκλου Κωνσταντινουπολιτών, Δημ. Σούτσου 46 (στάση Μετρό Αμπελοκήπων), ο συγγραφέας Θωμάς Σιτάρας θα μιλήσει με θέμα

«Η Παλιά Αθήνα το Μεσοπόλεμο και οι Πρόσφυγες».

Η διάλεξη αυτή γίνεται στα πλαίσια της πρόσφατης κυκλοφορίας από τις εκδόσεις «Ωκεανίδα» του βιβλίου του
Η παλιά Αθήνα ζει, γλεντά, γεύεται.1834-1938.

Κατά τη διάρκεια της ομιλίας θα προβληθούν σπάνιες φωτογραφίες της εποχής.

Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Δείτε εδώ την πρόσκληση

Posted in Εκδήλωση | Tagged , , | Σχολιάστε

Ο Ντίκενς στο μετρό του Τόκιο;


Του Δημήτρη Δουλγερίδη, Τα Νέα, 10/12/11

 

«Ο στόχος μου είναι ν’ αυξήσω την απόσταση που τρέχω, επομένως δεν μ’ απασχολεί η ταχύτητα. Το μόνο που με νοιάζει είναι να μπορέσω να καλύψω μια συγκεκριμένη απόσταση. Μερικές φορές, αν μου κάνει κέφι, τρέχω γρήγορα… ενώ το θέμα είναι να μπορέσω να διατηρήσω την ευχαρίστηση που αισθάνομαι στο τέλος κάθε διαδρομής μέχρι και την επόμενη μέρα». Το πιάσαμε το υπονοούμενο: ο συγγραφέας είναι ένας δρομέας, που σταματάει το μυθιστόρημά του όποτε αισθάνεται ότι θα μπορούσε να γράψει κι άλλο. Στο βιβλίο «Για τι πράγμα μιλάω, όταν μιλάω για το τρέξιμο», που κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες στα ελληνικά, ο Χαρούκι Μουρακάμι χαρίζεται στους ορκισμένους οπαδούς του ως αθλητής αυτοαναλυόμενος. Τρέχοντας πάνω σ’ έναν μεταφορικό διάδρομο ξεφορτώνει προσωπικές εμμονές – «δεν μου πάνε τα ομαδικά αθλήματα» -, μουσικές επιλογές και βιβλιοφιλικές αναφορές.

«Πρέσβης» Ιαπωνίας

Η ελληνική έκδοση συμπίπτει χρονικά με την οιονεί καμπάνια από διεθνή δημοσιεύματα για την έκδοση του τελευταίου του βιβλίου, «1Q84» (στα ελληνικά θα κυκλοφορήσει από τον «Ψυχογιό» εντός του 2012). Οπου Q η «ερώτηση» στα αγγλικά (question), αλλά και ο αριθμός εννέα, κατά τη γιαπωνέζικη προφορά. Ενα αλληθώρισμα προς τη Δύση του Τζορτζ Οργουελ, με άλλα λόγια, στη μητρική γλώσσα του δημιουργού. Ο δημοφιλέστερος συγγραφέας της Ιαπωνίας είναι, έτσι κι αλλιώς, ο συγγραφέας δύο κόσμων. Ο πλέον ευπώλητος στην Ασία και ο καλύτερος πρεσβευτής της γενέτειράς του στη λίστα των νομπελικών υποψηφιοτήτων.

Για την είσοδό του στη mainstream λογοτεχνία της εποχής, χρειάστηκε έναν τίτλο των Μπιτλς και μια συναισθηματική ιστορία που ξεκινούσε στη δεκαετία του 1960 και ολοκληρωνόταν στη Ρώμη του 1987. Το «Νορβηγικό δάσος» (εκδ. Ωκεανίδα) πούλησε τέσσερα εκατομμύρια στην Ιαπωνία και τον εκτόξευσε στο διεθνές στερέωμα. Υστερα από το «Κουρδιστό πουλί» (1994, εκδ. Ωκεανίδα) που ήρθε για να μείνει ως το αριστούργημά του, σύμφωνα με τους απανταχού στυλοβάτες της βιβλιοκριτικής, η φρενίτιδα συνεχίζεται με το «1Q84». Η μυθιστορηματική τριλογία, που πούλησε ένα εκατομμύριο αντίτυπα στο Τόκιο το 2009, αγγίζει τις 1.000 σελίδες (οι αγγλομαθείς αναγνώστες έχουν μάλιστα τη δυνατότητα να διαβάσουν το πρώτο κεφάλαιο στην επίσημη ιστοσελίδα του συγγραφέα). Στο επίκεντρό της, η Αομάμε κυκλοφορεί κι οπλοφορεί ως πληρωμένη δολοφόνος ενός μυστικού οργανισμού και ο επίδοξος συγγραφέας Τένγκο χάνεται στα σουρεαλιστικά μονοπάτια της μνήμης.

Είναι ο κόσμος του Μουρακάμι στα καλύτερά του. Ενας κόσμος, όπου αλαφροΐσκιωτοι ήρωες πατάνε -κατά παράδοξο τρόπο – γερά στα πόδια τους, η φαντασία είναι πασαπόρτι για τον ρεαλισμό και το κινεζικό γουόκ μία μεταφορά – όχι και τόσο πρωτότυπη, μεταξύ μας – για τη μείξη των λογοτεχνικών υλικών: «Εριξε το ψιλοκομμένο σέλερι και τα μανιτάρια στο τηγάνι. Αναψε την πιο δυνατή φλόγα, ανακάτεψε τα υλικά με μια σπάτουλα από μπαμπού και πρόσθεσε μια πρέζα αλάτι και πιπέρι. Οταν τα λαχανικά πήραν να τηγανίζονται, έριξε τις στεγνές γαρίδες στο τηγάνι».

Για να καλωσορίσει τον νέο τίτλο, ο «New Yorker» δημοσίευσε ένα εκτενές απόσπασμα τον περασμένο Σεπτέμβριο, ενώ ο γαλλικός οίκος Belfond τύπωσε 70.000 αντίτυπα, τα οποία πουλήθηκαν μέσα σε μία εβδομάδα. Το βιβλίο μπήκε αυτομάτως στο top 20 του Amazon, γεγονός που ανάγκασε πολλά βιβλιοπωλεία σε Μ. Βρετανία και Αμερική να παραμείνουν ανοιχτά μέχρι τα μεσάνυχτα της 18ης Οκτωβρίου, για να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των αναγνωστών. Η τελευταία παρόμοια ολονυχτία σημειώθηκε όταν έκανε το θαύμα του ο «Χάρι Πότερ».

Το εξομολογητικό «Για τι πράγμα μιλάω» δεν έχει προφανώς τις ίδιες αξιώσεις. Μεταξύ αναμνήσεων, δοκιμιακών παρατηρήσεων και ημερολογίου, ο Μουρακάμι απευθύνεται στους ιδανικούς αναγνώστες του που περιμένουν από αυτόν ολοένα και περισσότερες αποκαλύψεις.

Η ατάκα του Τζάγκερ

Στο βιβλίο, ο τίτλος του οποίου είναι δάνειο από τον Ρέιμοντ Κάρβερ («Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για την αγάπη»), ο Γιαπωνέζος καταθέτει μερικές α λα καρτ απόψεις για τη νεότητα, με αφορμή τη δήλωση του Μικ Τζάγκερ «προτιμώ να πεθάνω παρά να τραγουδάω το «Satisfaction» στα 55», θυμάται το ξεκίνημά του στη λογοτεχνία, αλλά και τον Μαραθώνιο της Αθήνας, στον οποίο συμμετείχε το 1983. Ο πιο δυτικός από τους «ανατολικούς» συγγραφείς της εποχής του βρίσκει μια θέση στη σκιά των μεγάλων κλασικών: «Είναι δύσκολο να φανταστούμε την ιστορία της λογοτεχνίας χωρίς προσωπικότητες σαν τον Σαίξπηρ, τον Μπαλζάκ και τον Ντίκενς. Αλλά οι γίγαντες είναι, σε τελική ανάλυση, γίγαντες – εξαιρετικές, θρυλικές μορφές. Στην πλειονότητά τους οι υπόλοιποι συγγραφείς, που δεν μπορούν ν’ αγγίξουν αυτά τα ύψη (συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου, εννοείται), οφείλουν ν’ αναπληρώσουν ό,τι τους λείπει σε αποθέματα ταλέντου μ’ όποιο μέσο μπορούν».

Τα δάνεια από τη δυτική λογοτεχνία και το μισό μάτι με το οποίο κοιτάζει μονίμως τη γιαπωνέζικη κουλτούρα είναι ίσως ο λόγος που τα βιβλία του βρίσκουν ανεμπόδιστη πρόσβαση στις βιτρίνες των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών βιβλιοπωλείων. Η αλήθεια είναι ότι ο Μουρακάμι δημιουργεί γεγονός κάθε φορά που ένα βιβλίο του μπαίνει στο ραντάρ της παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Να δεις πώς το ‘πε ο Πάολο Μάουρι στη «Repubblica»: «Ο Μουρακάμι έχει μελετήσει σε βάθος το δυτικό μυθιστόρημα και καθόλου τυχαία το «1Q84″ δεν είναι μόνο ένας οξυδερκής στοχασμός πάνω στη μυθοπλασία, αλλά και μία σαφής αναφορά στον Ντίκενς. Ο Μουρακάμι είναι ο κληρονόμος του μεγάλου κλασικού μυθιστορήματος. Ο Ντίκενς στο μετρό του Τόκιο». Εστω και αν το «Σπούτνικ αγαπημένη» δίπλα στον «Ζοφερό οίκο» θυμίζει γιαπωνέζικη καλύβα δίπλα σε καθεδρικό ναό;

Posted in Άποψη | Tagged , | Σχολιάστε

Το κενό των δρόμων μεγάλων αποστάσεων


Του Θανου Σταθοπουλου, Καθημερινή29-01-12

 

Εννέα αυτοβιογραφικά κείμενα για το τρέξιμο

Η απόφαση του Χαρούκι Μουρακάμι να επιδοθεί στο τρέξιμο λαμβάνεται το ίδιο ξαφνικά με την απόφασή του να γράψει ένα μυθιστόρημα όταν, χάριν της λογοτεχνίας, σκέφτεται να βρει έναν τρόπο για να διατηρήσει τη φυσική του κατάσταση μέσα στον χρόνο, προκειμένου να μακροημερεύσει ως μυθιστοριογράφος, να παραμείνει σε φόρμα και να διατηρήσει το ιδανικό του βάρος, όπως γράφει. Αυτό συμβαίνει το 1981· έχει ήδη εκδώσει τα δύο από τα τρία πρώτα μυθιστορήματα της τριλογίας του («Trilogy of the Rat») με εξαιρετική επιτυχία και λογίζεται ως ένας πολλά υποσχόμενος νέος συγγραφέας, εντούτοις, συνεχίζει να διατηρεί με τη σύζυγό του το τζαζ μπαρ «Peter Cat», στο Τόκιο. Η απόφασή του όμως είναι ειλημμένη: πώληση της επιχείρησης και φιλοδοξία να βγάλει το ψωμί του πλέον γράφοντας.

Ισως το αδιαφιλονίκητο προσόν του βιβλίου είναι ο απολύτως προσωπικός, εξομολογητικός και ανυπόκριτος χαρακτήρας του. Ο Μουρακάμι, μέσα από εννέα αυτοβιογραφικά κείμενα για το τρέξιμο και το τρίαθλο, αφηγείται κομμάτια της ζωής του και συσχετίζει αμέσως την ιδιότητα του μυθιστοριογράφου με αυτήν του δρομέα μεγάλων αποστάσεων, ήτοι μαραθωνοδρόμου. Παρέχοντας πλήθος τεχνικών λεπτομερειών και επισημάνσεων για το αγώνισμα, καταγράφοντας, στην κυριολεξία, βήμα βήμα τις εξαντλητικές, πλην αναγκαίες, σχεδόν καθημερινές προπονήσεις του των δέκα χιλιομέτρων και τις συμμετοχές του σε μαραθώνιους ανά τον κόσμο, συνθέτει συγχρόνως την προσωπικότητά του και τον κόσμο του και δηλώνει με ειλικρίνεια την ιδιοσυγκρασία του ως ανθρώπου, ερασιτέχνη δρομέα και μυθιστοριογράφου.

Η υπέρβαση των ορίων, η διάρκεια, η συγκέντρωση, οι συνεχόμενοι στόχοι, ο σωματικός πόνος, το πείσμα, η επίπονη εξάσκηση, η προσπάθεια, η χαρά τού ν’ αγωνίζεσαι, ο δρόμος, το κενό, τα 42.195 μέτρα του μαραθωνίου, η αγωνία του τέρματος, το γέρασμα, η εξασθένηση, αλλά και η έμφαση στον χρόνο τερματισμού και στο γεγονός ότι δεν καταδέχτηκε να περπατήσει ποτέ ενόσω αγωνιζόταν για να κρατήσει δυνάμεις, επανέρχονται συνεχώς από κεφάλαιο σε κεφάλαιο του βιβλίου σε συνάρτηση με την τέχνη του μυθιστορήματος, το ταλέντο, την επινόηση, τη σκληρή, καθημερινή εργασία, τη διάρκεια και τη φύση του επαγγελματία μυθιστοριογράφου. «Απλώς τρέχω. Τρέχω σ’ ένα κενό. Ή, ίσως θα έπρεπε να το θέσω αλλιώς: τρέχω για να κάνω δικό μου το κενό. (…) Καθώς τρέχω λέω στον εαυτό μου να σκεφτεί ένα ποτάμι. Και σύννεφα. Αλλά στην πραγματικότητα δεν σκέφτομαι τίποτα. Το μόνο που κάνω είναι να τρέχω ασταμάτητα μες στο δικό μου, οικείο, χειροποίητο κενό, τη δική μου προσωπική νοσταλγία».

Ο Μουρακάμι συνδέει γεγονότα και τόπους στους οποίους έζησε, έτρεξε ή συνεχίζει να ζει, να επισκέπτεται και να τρέχει, στίχους ροκ τραγουδιών, συγγραφείς και βιβλία, πρόσωπα που συνάντησε, δρομείς που προσπέρασε και τον προσπέρασαν, και εκτενή αποσπάσματα από ημερολόγια αγώνων και άρθρα, σαν αυτό που περιγράφει την κλασική διαδρομή του Μαραθωνίου που έτρεξε κατά μόνας από την Αθήνα μέχρι τον Μαραθώνα, τον καυτό Ιούλιο του 1983. (Εκπληξη, ωστόσο, προκαλεί σε κάποιο σημείο η εσφαλμένη παρατήρησή του ότι ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ έγραψε τον «Μεγάλο Γκάτσμπι» σε ηλικία μόλις είκοσι ενός ετών –ιδίως όταν ο Μουρακάμι είναι ο μεταφραστής του μυθιστορήματος στα ιαπωνικά–, με επακόλουθο τον εκπληκτικό θαυμασμό που εκδηλώνει εξαιτίας αυτού. Η αλήθεια είναι φυσικά ότι ο Φιτζέραλντ έγραψε τον «Μεγάλο Γκάτσμπι» στην ηλικία των είκοσι εννέα ετών, το 1925.)

Τέλος, ο Μουρακάμι χαράσσει τη μελλοντική του ταφόπλακα: «Χαρούκι Μουρακάμι 1949-20**, Συγγραφέας (και Δρομέας). Τουλάχιστον, δεν περπάτησε ποτέ».

Posted in Άποψη | Tagged , | Σχολιάστε