Η κατσίκα του γείτονα


του Νίκου Μεγαπάνου

16/12/13

Είναι εντυπωσιακό: Η τρόικα πρότεινε να καταργήσουμε τις περιοριστικές διατάξεις στις τιμές του βιβλίου και σύσσωμος (πλην ελαχίστων, σαν το Γαλατικό χωριό του Αστερίξ) ο εκδοτικός κόσμος αντιδρά: δεν θέλουμε αλλαγές στο υφιστάμενο καθεστώς, δεν θέλουμε να αλλάξει κάτι, οι αλλαγές ας γίνουν κάπου αλλού, είμαστε βολεμένοι, μην μας ενοχλείτε. Στην Αγγλία η συμπεριφορά αποκαλείται NIMBY (not in my back yard). Στη χώρα μας το κάναμε, τι άλλο, ανέκδοτο με την κατσίκα του γείτονα.

Ο νόμος ψηφίστηκε το 1997 επί υπουργίας ΥΠΠΟ Βενιζέλου και ως συνήθως εφαρμόζεται όπως μας βολεύει. Αν ένας μεγάλος βιβλιοπώλης κάνει εκπτώσεις οι μικροί στέλνουν κάποιον που παριστάνει τον πελάτη, αγοράζει ένα βιβλίο με έκπτωση και με την απόδειξη ανά χείρας τα σωματεία απειλούν την επιχείρηση και ενίοτε την τρέχουν στα δικαστήρια. Από την άλλη μεριά ο νόμος λέει ότι η τιμή ισχύει για δύο χρόνια, από την έκδοση ή ανατύπωση του βιβλίου. Στην λεπτομέρεια «ή ανατύπωση» κρύβεται ο διάβολος. Ο εκδότης μπορεί να ανατυπώνει το βιβλίο και να το πουλάει ο ίδιος με έκπτωση, παραβαίνοντας το νόμο γιατί απλά δεν υπάρχει τρόπος να ελεγχθεί πότε ανατυπώθηκε το βιβλίο. (Στην Γαλλία υπάρχει σχετικό μητρώο). Αυτό που είναι παράνομο για τον άλλον είναι νόμιμο για μένα!

Τι κρύβεται πίσω από αυτήν την φαινομενικά αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά; Η περίφημος αἴξ. Όχι κύριε μεγαλοβιβλιοπώλη, δεν μπορείς να δώσεις φτηνό βιβλίο γιατί έτσι θα κλείσει το μικρό βιβλιοπωλείο της γειτονιάς. Ας πληρώνουν οι αναγνώστες, αρκεί να μην απειληθεί ο συνάδελφος. Καλύτερα μάλιστα να πληρώσει η Εκάλη, η Μέρκελ και οι απανταχού σιωνιστές. Μας χρωστάνε άλλωστε τα κατοχικά δάνεια και τα πνευματικά δικαιώματα για την πατέντα της Δημοκρατίας.

Μα το βιβλίο δεν είναι, λένε, προϊόν σαν τα άλλα και χρειάζεται προστασία. Μήπως η ντομάτα μοιάζει με άλλο προϊόν; Αυτή η κακομοίρα δεν χρειάζεται προστασία; Η προστασία των νυχτερινών κέντρων δεν χρειάζεται και αυτή προστασία;

Για να σοβαρευτούμε παραθέτω παγκόσμιο χάρτη.

Clipboard01

Με μπλε είναι οι χώρες που δεν ισχύει η Ενιαία τιμή και με πορτοκαλί οι χώρες που ισχύει. Οι φίλοι της ενιαίας τιμής λένε ότι η κατάργησή της θα οδηγήσει περίπου σε μια πνευματική έρημο. Όπως αυτήν των σκανδιναβικών χωρών, του Ηνωμένου Βασιλείου, των ΗΠΑ, του Καναδά, της Αυστρίας, της Αυστραλίας, της Βραζιλίας και της Ισλανδίας (που έχει τα περισσότερα βιβλιοπωλεία κατά κεφαλήν παγκοσμίως).

Μήπως κάτι μας διαφεύγει; Ασφαλώς. Μας διαφεύγει το γεγονός ότι καμιά μελέτη δεν είναι κατηγορηματική για την Ενιαία τιμή. Δεν μιλώ για τις γελοίες στατιστικές που παραθέτει η ΕΝΕΛΒΙ για να μας πείσει. Μιλώ για σοβαρές εργασίες όπως αυτές: Ringstad 2004, Fishwick 2005,  Fjeldstad 2001. Ας μην μακρηγορούμε όμως με κουραστικές λεπτομέρειες και βαρετές αλήθειες. Σημασία έχει να μείνουν τα πράγματα ως έχουν και να πληρώσει κάποιος άλλος το λογαριασμό.

Posted in Άποψη | 6 σχόλια

Ο Αδάμ στην Εύα: “Ας το φάμε”


(έτσι αρχίζει το βιβλίο του Φαλέτι)

Posted in Νέα έκδοση | Tagged , | Γράψτε ένα σχόλιο

Λέω στον εαυτό μου να σκεφτεί ένα ποτάμι


Το humantrafffic για τον Μουρακάμι

Ο Haruki Murakami θεωρείται ένας από τους πιο σπουδαίους συγγραφείς παγκόσμια και προσωπικά είναι ένας από τους πιο αγαπημένους μου. Τα μεγάλα πάθη του συγγραφέα είναι πέρα από την λογοτεχνία και την μουσική, το τρέξιμο για το οποίο αποφάσισε να μιλήσει στο πρόσφατα μεταφρασμένο βιβλίο του στην χώρα μας. Ο τίτλος Για Τι Πράγμα Μιλάω Όταν Μιλάω για το Τρέξιμο είναι απόλυτα κατατοπιστικός για το τι θα διαβάσουμε. Στις πρώτες του σελίδες ο Murakami κάνει ακόμη πιο σαφές για το τι πρόκειται να μιλήσει: Ειν’ ένα βιβλίο όπου έχω μαζέψει διάφορες σκέψεις για τη σημασία που είχε το τρέξιμο στη δική μου ζωή και συνεχίζει επομένως υποθέτω πως αυτό το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί και ως αυτοβιογραφία εστιασμένη στο τρέξιμο.

Πράγματι όσο διαβάζεις το βιβλίο διαπιστώνεις ότι είναι αρκετά αυτοβιογραφικό, γραμμένο με το λογοτεχνικό ύφος του συγγραφέα και βέβαια έχοντας ως πυρήνα το τρέξιμο. Αφετηρία της αφήγησης είναι η στροφή στη ζωή του Murakami όταν το 1982 αποφασίζει να πουλήσει το jazz bar που είχε για να αφοσιωθεί στο διάβασμα και σχεδόν παράλληλα να ξεκινήσει η ενασχόληση του με το τρέξιμο. Είχε προηγηθεί η έκδοση του πρώτου του μυθιστορήματος που απέσπασε ευνοϊκές κριτικές. Στην αφήγηση υπάρχουν διάσπαρτες οι απόψεις του για την συγγραφή και την λογοτεχνία και εν τέλει για τον απώτερο σκοπό που επιτελεί αυτή: Μπορεί να έχεις πουλήσει αντίτυπα, να έχεις πάρει βραβεία, και τα εγκώμια των κριτικών να έχουν αναδείξει το έργο σου σε σημείο  αναφοράς της καλής λογοτεχνίας, αλλά τίποτα απ΄ αυτά δεν μετράει. Αυτό που έχει σημασία είναι αν με το γράψιμο σου επιτυγχάνεις που εσύ ο ίδιος έχεις βάλει στον εαυτό σου. Σε πολλά σημεία συγκρίνει την συγγραφή με το τρέξιμο: Η συγγραφή ενός μυθιστορήματος και η συμμετοχή σ’ έναν κανονικό μαραθώνιο μοιάζουν πολύ μεταξύ τους. Κυρίως επειδή ο συγγραφέας έχει ένα αθόρυβο, βαθύτερο κίνητρο, και δεν αναζητεί επιβεβαίωση από τον εξωτερικό, ορατό κόσμο, ενώ σε άλλα σημεία παραθέτει τις σκέψεις του: Καθώς τρέχω, λέω στον εαυτό μου να σκεφτεί ένα ποτάμι. Και σύννεφα. Άλλα στην πραγματικότητα δεν σκέφτομαι τίποτα. Το μόνο που κάνω είναι να τρέχω ασταμάτητα μες στο δικό μου, οικείο, χειροποίητο κενό, τη δική μου 
Ο Murakami τρέχει και γράφει, γράφει και τρέχει και αυτοβιογραφείται πρωτότυπα, λιτά και ουσιαστικά σ’ αυτό το βιβλίο που δανείζεται τον τίτλο του, ελαφρώς παραφρασμένο από μια συλλογή διηγημάτων του Raymond Carver.προσωπική νοσταλγία. Κι αυτό είναι υπέροχο. Οι άλλοι ας λένε ότι θέλουν.  Από τα πλέον απολαυστικά και ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου είναι η καταγραφή του εγχειρήματος του συγγραφέα να τρέξει την κλασική διαδρομή του μαραθωνίου αντίστροφα από την Αθήνα στον Μαραθώνα, κάπου στη δεκαετία του ’80 και μάλιστα κατακαλόκαιρο.

Posted in Άποψη | Tagged , | Γράψτε ένα σχόλιο

Διαβάζεται όπως ρουφιέται το δροσερό νεράκι


 Καλοτάξιδα Βιβλία, στην  15/3/12 
 

Αυτό το βιβλίο είναι πραγματικά για πολύ μερακλήδες αναγνώστες. Δεν έχω διαβάσει κάτι καλύτερο και πιο απολαυστικό για την παλιά Αθήνα τελευταία. Ο συγγραφέας περιγράφει με γλαφυρότητα τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στη διάρκεια ενός αιώνα με τη βοήθεια αυθεντικών μαρτυριών, καταχωρίσεων της εποχής, χρονογραφημάτων, διαφημίσεων και φωτογραφιών. Μας μεταφέρει στον μαγικό κόσμο της Παλιάς Αθήνας, έναν κόσμο που όσοι διαβάσουμε θα ονειρευτούμε να είχαμε ζήσει ή οι παλιοί θα αναπολήσουν. Θα δούμε τι έτρωγαν οι πρόγονοί μας, από πού ψώνιζαν, πώς περνούσαν την ώρα τους, πώς διασκέδαζαν και ποια τα μικρά και μεγάλα προβλήματα της καθημερινότητας τους. Κι όλα αυτά, ξεκινώντας από τα χρόνια του Όθωνα, περνώντας στα ρομαντικά χρόνια της εποχής του Γεωργίου, συνεχίζοντας στη Χρυσή Εποχή του 1880-1910 και καταλήγοντας στον Μεσοπόλεμο.

Αν θέλετε να μάθετε τα λαϊκά και τα αριστοκρατικά ξενοδοχεία κάθε περιόδου, τους καφενέδες και τα ταβερνεία, το καφέ Αμάν και το καφέ Σαντάν, τα μπακάλικα, τους φούρνους, τα γαλακτοπωλεία, την επεισοδιακή άφιξη του παγωτού στην Αθήνα, όλα τα γεγονότα πίσω από τη γαστρονομία και την οινοποσία, τον Καραγκιόζη, τα καρναβάλια, τα Αναφιώτικα, τις γυναίκες και τον δεκάψαλμο του αφοσιωμένου συζύγου, τον Τύπο, τα πρώτα αυτοκίνητα, τις παρενέργειες του πολέμου, τη “σατανική” εφεύρεση που ονομάστηκε ψυγείο… στις σελίδες του θα τα βρείτε όλα.

Η έρευνα έγινε με μεράκι, γι’ αυτό και το βιβλίο αυτό διαβάζεται όπως ρουφιέται το δροσερό νεράκι! Μην το χάσετε για κανέναν λόγο.

Posted in Άποψη | Tagged , | Γράψτε ένα σχόλιο

Aσκήσεις ψυχής


Του Μάκη Πανώριου, BOOKPRESS 11/3/12.
 

Το περίφημο, ως προς την υπαρξιακή του διάσταση, γνωμικό «γνώθι σαυτόν» μας το κληροδότησαν οι αρχαίοι Έλληνες. Αποδίδεται στον Χείλωνα τον Λακεδαιμόνιο (Στοβαίος), πιο σωστά πιθανώς στον Σωκράτη (Ξενοφών). Γνώρισε τον εαυτό σου, διότι μόνο έτσι θα μπορέσεις να τον «εκπαιδεύσεις», αφ’ ενός να ακολουθήσει το δρόμο για τον οποίο τον έχει προορίσει η Φύση, εφ’ ετέρου να μετεξελιχθεί σε «καλό καγαθό» πολίτη της κοινότητας στην οποία ανήκει. Αυτόν τον άγνωστο, ακατανόητο, ανεξήγητο, αινιγματικό εαυτό πρέπει, λοιπόν, να «κατακτήσει» ο άνθρωπος, ώστε να μπορέσει να συνομιλήσει με τον εσωτερικό εαυτό του, και, κατ’ επέκταση, με τον συνάνθρωπο-συνοδοιπόρο του που θα συναντήσει στο παγκόσμιο τοπίο.

Αποκρυπτογραφώντας και ερμηνεύοντας τον τίτλο του ανά χείρας βιβλίου του, αυτό ακριβώς κάνει ο Χαρούκι Μουρακάμι (Κιότο 1949), από τους σπουδαιότερους σύγχρονους συγγραφείς. Υπό το πρόσχημα της απόφασής του να επιδοθεί στο «τρέξιμο», όχι για να κερδίσει έναν μαραθώνιο ή να έρθει πρώτος, εκτυλίσσει τις εσωτερικές διαδικασίες που ακολούθησε ώστε να λειτουργήσει ως δρομέας και, κατ’ επέκταση -που είναι, ίσως, και το σπουδαιότερο-, ως συγγραφέας. Και στις δύο περιπτώσεις, οι οποίες και συνδέονται οργανικά μεταξύ τους, ουσιώδης στόχος είναι η επίτευξη ενός σκοπού, στον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να προσβλέψει, αν φυσικά διαπιστώσει ότι διαθέτει εκ φύσεως ως οργανισμός, με ό,τι τον συνιστά σε σώμα και νου, το κατάλληλο προς καλλιέργεια έδαφος, ώστε με τις κατάλληλες διεργασίες να αναδυθεί μέσα από τον άγνωστο, άμορφο εαυτό που του δόθηκε, ένα συνειδησιακό υψηλόφρων πλάσμα, και να μην παραμείνει ένα ενστικτωδώς μόνο συμπεριφερόμενο όν.

Υπό αυτή την έννοια, και το τρέξιμο και η λογοτεχνία, παύουν να είναι μόνο αθλητισμός το ένα και φαντασία η άλλη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση και οι δύο αυτές δραστηριότητες, κάτω από το εξωτερικό πέπλο τους, λειτουργούν ως «ασκήσεις ψυχής». Αυτό συνεπάγεται ειδική τελετουργία που πρέπει να ακολουθείται επί καθημερινής βάσεως, ώστε, όχι μόνο να επιτευχθεί η υπαρξιακή επικοινωνία με το αντικείμενό σου, αλλά, πράγμα που είναι και το ουσιώδες, να συνομιλήσεις με αυτό. Και στις δύο περιπτώσεις, απ’ τη στιγμή που θα εμφανιστεί στον νοηματικό ορίζοντα του ανθρώπου, έχοντας αναδυθεί-αποκαλυφθεί από την μυστηριώδη απροσδιόριστη κρύπτη του, η εσωτερική σημασία τους, πρέπει ο εν λόγω «δέκτης» να θέσει εαυτόν σε συγκεκριμένο πρόγραμμα. Το όποιο αποτέλεσμα, και στις καλύτερες περιπτώσεις η αποκάλυψη εκείνου του εσωτερικού εαυτού που διαθέτει τις προϋποθέσεις δημιουργίας έργου, δεν οφείλεται στην επιφοίτηση κάποιου μυθικού αγίου πνεύματος, αλλά στον καθημερινό μόχθο.

Το τρέξιμο, ως άθλημα μύησης, επιβάλλει ειδική εκπαίδευση με συγκεκριμένους κανόνες που πρέπει να τηρούνται αυστηρά, για να μπορέσει το σώμα να εκγυμναστεί σωστά. Και η λογοτεχνία επίσης. Ως «άθλημα» νόησης, επιβάλλει συνεχή ενασχόληση με τον Λόγο, για να μπορέσει ο νους να διεισδύσει στο ανθρώπινο και κοσμικό μυστήριο – αν είναι τυχερός. Εξυπακούεται, βέβαια, ότι οι εν λόγω δραστηριότητες νοείται να εκτελούνται με όλη την «ψυχή και την διάνοια», όπως λέγεται, κι όχι γιατί απλώς «πρέπει», καθημερινό ρήμα που τη βαθύτατη σημασία και αυτού είναι λάθος να παραγνωρίζεται και, κυρίως, να παρερμηνεύεται. Ο δρομέας «πρέπει» να τρέχει καθημερινά, αν θέλει να διατηρεί τον σώμα του ακμαίο και υγιές. (Οι αρχαίοι Έλληνες διατύπωσαν έξοχα την ουσιαστική σημασία της σωματικής άθλησης γενικότερα: «Νους υγιής εν σώματι υγιεί».) Το ίδιο ακριβώς πρέπει να κάνει και ο συγγραφέας∙ να βρίσκεται συνεχώς σε επαφή με τον Λόγο, για να μπορέσει να τον χρησιμοποιήσει στη δημιουργία έργου. Δεν μπορείς άνευ ασκήσεως –και γνώσεως– να λάβεις μέρος σε Μαραθώνιο ούτε, φυσικά, να γράψεις το «Έγκλημα και Τιμωρία». Ο Χαρούκι Μουρακάμι το γνωρίζει πολύ καλά, γι’ αυτό και ασκείται καθημερινά, διότι γνωρίζει ότι για την επίτευξη ενός σκοπού, δεν χρειάζεται μόνο «ψυχικό σθένος», αλλά, πάνω απ’ όλα, υγεία, σωματική και πνευματική.

Τα αποτελέσματα αυτής της άσκησης, όπως τα καταθέτει με αφοπλιστική ειλικρίνεια στο βιβλίο του, είναι ιδιαιτέρως επιτυχημένα. Έχει λάβει μέρος σε πολλούς μαραθώνιους με καλούς χρόνους και έχει γράψει σπουδαία μυθιστορήματα που τον έχουν κατατάξει ως έναν από του σπουδαιότερους σύγχρονους συγγραφείς παγκοσμίως. Η λογοτεχνία του, υψηλών προδιαγραφών, αποφεύγει να θέσει βαρύγδουπα, ρητορικά και πομπώδη ερωτήματα, ούτε καταφεύγει στην ευτέλεια του μελοδράματος, ενώ αποστρέφεται την, ούτως ή άλλως, ύποπτη στρατευμένη λογοτεχνία. Μέσω της γοητευτικής γραφής του συναντά τον άνθρωπο με το προσωπείο του ή άνευ αυτού, καταγράφει τον υπαρξιακό βηματισμό του, τις ακατανόητες κινήσεις του, πρακτικές και συμπεριφορές του. Αλλά για να πλησιάσει, προσεγγίσει και ανιχνεύσει αυτό το ακατανόητο αίνιγμα της ούτως ή άλλως γενικότερα αινιγματικής δημιουργίας, μαθήτεψε και σπούδασε ‘τρέχοντας’ στο άγνωστο ανθρώπινο τοπίο, μια διαδικασία μύησης του εαυτού στη γνώση. Αυτό ακριβώς υπονοεί ο τίτλος του βιβλίου του. Γι’ αυτή τη λειτουργία μιλάει όταν κυριολεκτεί μιλώντας για την ρεαλιστική σημασία του ‘τρεξίματος’. Αλλά η συμβολική διάστασή του εν λόγω αθλήματος θα αποκαλυφθεί μόνο αποκρυπτογραφώντας τις ρεαλιστικές πρακτικές που ακολούθησε προκειμένου να συνειδητοποιήσει ότι είναι συγγραφέας, δρομέας και, κυρίως, άνθρωπος. Ο αναγνώστης του, όχι μόνο θα το διαπιστώσει έχοντας απολαύσει την ανάγνωση του βιβλίου του, αλλά, πράγμα που είναι και το σπουδαιότερο, θα αναγνωρίσει στα πρόσωπα των φευγαλέων ηρώων του, το δικό του.

Posted in Άποψη | Tagged , | Γράψτε ένα σχόλιο

«… ας φύγουμε, μέσα σ’ ένα φιλί, για έναν άγνωστο κόσμο…»


Η Άννα Γαλανού στο δεύτερό της βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε, επιβεβαιώνει ότι “το ΄χει”. Πλοκή σωστά δομημένη, ατμόσφαιρα εξαιρετική, ήρωες με σάρκα και οστά, συγκίνηση. Ο αναγνώστης θα περπατήσει στα στενά της της Πόλης και θα τον συναρπάσει η μαγεία της, θα παρακολουθήσει με αγωνία τα πάθη των ηρώων της ιστορίας, θα ζήσει στιγμές εξαίσιου έρωτα αλλά και απέραντης θλίψης. Και θα θυμάται το βιβλίο πολύ καιρό αφού κλείσει τις σελίδες του…

O Δημήτρης είναι Έλληνας της Πόλης, προικισμένος πιανίστας, στην αρχή μιας λαμπρής σταδιοδρομίας. Η Γκιουλ εγκαταλείπει τις σπουδές της στο Παρίσι και γυρίζει στην Κωνσταντινούπολη για να συμπαρασταθεί στην άρρωστη μητέρα της. Ανάμεσα στους δυο νέους γεννιέται ένας παράφορος έρωτας.

Ο αδίστακτος και πανίσχυρος πατέρας της Γκιουλ και η πληγωμένη Αγγελική, πρώην ερωμένη του Δημήτρη, προσπαθούν με αβυσσαλέο πάθος να τους χωρίσουν. Η ζωή της Γκιουλ στο σπίτι του πατέρα της γίνεται κόλαση.

Στους δυο νέους ανοίγει την αγκαλιά της μόνο η θεία της Γκιουλ, η οποία στο παρελθόν έχει ζήσει κι η ίδια έναν τραγικό έρωτα. Κρυμμένοι στο πανέμορφο σπίτι της στο Βόσπορο, η Γκιουλ κι ο Δημήτρης ζουν την απόλυτη ευτυχία.

Το κουβάρι μιας ιστορίας αρχίζει να ξετυλίγεται έπειτα από πολλά χρόνια, και το παλιό σπίτι αποκαλύπτει τα μυστικά του.

Οι εκδόσεις Ωκεανίδα προτείνουν αυτό το βιβλίο σε μια τιμή που είμαστε σίγουροι ότι θα εκτιμηθεί.

ISBN: 978-960-410-656-1 • Σελίδες: 608 • Τιμή: €14.00

Περισσότερα

Posted in Νέα έκδοση | Tagged , | 1 σχόλιο

Δεν πενθώ για την Οθωμανική Αυτοκρατορία


- Της Λαμπρινής Κουζέλη, Το Βήμα, 12/2/12

Ο Τζεβντέτ μπέη και οι γιοι του

Η πορεία μιας οικογένειας και ενός έθνους είναι το θέμα του πρώτου μυθιστορήματος που ολοκληρώνει ο Ορχάν Παμούκ το 1978, σε ηλικία 26 ετών, έπειτα από μία τετραετία συγγραφικού μόχθου. Το υποβάλλει το 1979 σε διαγωνισμό και κερδίζει ένα συμβόλαιο για την έκδοσή του. Μεσολαβεί όμως το πραξικόπημα του 1980 και το βιβλίο κυκλοφορεί τελικά το 1982.

Εχοντας πρότυπο την οικογενειακή σάγκα των Μπούντενμπροκ του Τόμας Μαν, το μυθιστόρημα Ο Τζεβντέτ μπέη και οι γιοι του αφηγείται την ιστορία της Τουρκίας από το 1905 ως τα μέσα της δεκαετίας του 1970 παρακολουθώντας τη ζωή τριών γενεών. Ο Τσεβτνέτ μπέη, ένας δραστήριος μουσουλμάνος έμπορος στα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καταφέρνει να επιβιώσει του ιδεολόγου νεότουρκου αδελφού του, να πλουτίσει και να ενταχθεί στην αστική μη μουσουλμανική ελίτ. Στους γιους του, που μεγαλώνουν στην εποχή της Τουρκικής Δημοκρατίας, δίνει ευρωπαϊκή ανατροφή. Ο πρώτος ασπάζεται βολικά τις αρχές της αστικής τάξης, ο δεύτερος αναζητεί ένα όνειρο που δεν μπορεί να κατονομάσει.

«Δεν πενθώ για την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Χαίρομαι που έγινε η διαδικασία του εκδυτικισμού. Απλώς σχολιάζω τον περιορισμένο τρόπο με τον οποίο η τάξη της κυρίαρχης ελίτ – εννοώ τους γραφειοκράτες και τους νεόπλουτους – έχει αντιληφθεί τον εκδυτικισμό. Δεν προσπάθησαν να δημιουργήσουν έναν ουσιαστικό συνδυασμό Ανατολής – Δύσης∙ απλώς έβαλαν μαζί ανατολικά και δυτικά στοιχεία» τονίζει ο Παμούκ στο αυτοβιογραφικό Αλλα χρώματα (εκδόσεις Ωκεανίδα, 2010).

Τις εντάσεις και τις παλινδρομήσεις που προκύπτουν από αυτή την άναρχη συνύπαρξη αποτυπώνει, στο ξεκίνημά τους, σε αυτό το μυθιστόρημα, στο οποίο διακρίνουμε τα γνώριμα χαρακτηριστικά της γραφής του: τη γλαφυρή αφήγηση, τις πλούσιες εικόνες από το αριστοκρατικό Νισάντασι, την αγορά στο Μπέιογλου και τα σοκάκια της Κωνσταντινούπολης, τη λεπτομερή αναπαράσταση της ιδιωτικής ζωής στη σύγχρονη Τουρκία.

Αξιοσημείωτη είναι η πορεία του βιβλίου στη διεθνή αγορά. Στα αγγλικά δεν έχει ακόμη μεταφραστεί. Στα ελληνικά μόλις κυκλοφόρησε, ακολουθώντας το πολύ μεταγενέστερο Μουσείο της αθωότητας (εκδόσεις Ωκεανίδα, 2009). Οφείλεται η καθυστερημένη εμφάνισή του στο είδος της γραφής, στο ότι είναι «ένα μυθιστόρημα του 19ου αιώνα», όπως λέει ο Παμούκ στα Αλλα χρώματα; Αν ισχύει αυτό, τότε πιθανόν το πρωτόλειό του, ο μεγάλος ερμηνευτικός καμβάς των μεταγενέστερων έργων του, ευνοείται εκδοτικά, 30 χρόνια από την πρώτη έκδοσή του, από την πρόσφατη αναβίωση της επικής παραδοσιακής αφήγησης.

Posted in Άποψη | Tagged , | Γράψτε ένα σχόλιο